1408
Ο Λου Ριντ κρατώντας το άλμπουμ «Metal Machine Music» σε ένα παριζιάνικο δισκοπωλείο στις 19 Σεπτεμβρίου 1996 | © Mila Reynaud / The New York Public Library for the Performing Arts.

Μια έκθεση για τον Λου Ριντ: «Ενα τεράστιο έργο αγάπης»

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 28 Ιουνίου 2022, 11:01
Ο Λου Ριντ κρατώντας το άλμπουμ «Metal Machine Music» σε ένα παριζιάνικο δισκοπωλείο στις 19 Σεπτεμβρίου 1996
|© Mila Reynaud / The New York Public Library for the Performing Arts.

Μια έκθεση για τον Λου Ριντ: «Ενα τεράστιο έργο αγάπης»

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 28 Ιουνίου 2022, 11:01

«Είναι κάπως σουρεαλιστικό να βλέπω το πρόσωπο του καλύτερου φίλου μου να εμφανίζεται τόσο μεγάλο», λέει η Λόρι Αντερσον, δείχνοντας μια τεράστια φωτογραφία του εκλιπόντος συζύγου της, Λου Ριντ, η οποία εκτίθεται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης (NYPL). Ανοίγοντας την ξενάγηση των δημοσιογράφων στην εκπληκτική έκθεση «Lou Reed: Caught Between the Twisted Stars», που εγκαινιάστηκε στην NYPL στις 9 Ιουνίου και θα διαρκέσει μέχρι τις 4 Μαρτίου 2023 (με είσοδο δωρεάν για το κοινό), η  αβανγκάρντ περφόρμερ πρόσθεσε ότι ήταν το όνειρό της να δει το «αρχείο του μεγάλου ποιητή της Νέας Υόρκης στη Δημόσια Βιβλιοθήκη».

Πρόκειται για την πρώτη μεγάλης κλίμακας έκθεση, που επικεντρώνεται στη ζωή και το έργο του θρυλικού νεοϋορκέζου ποιητή, συγγραφέα, τραγουδιστή, τραγουδοποιού, κιθαρίστα και συνιδρυτή των Velvet Underground – χρειάστηκαν, μάλιστα, εφτά χρόνια για τη διοργάνωσή της. Ωστόσο, όπως γράφει ο Τζεμ Ασγουαντ στο Variety, αυτό που δεν ανέφερε η Λόρι Αντερσον, είναι ότι το αρχείο που της άφησε ο Λου Ριντ προοριζόταν αρχικά για το Πανεπιστήμιο του Τέξας, όπου βρίσκονται και τα αρχεία των Τζέιμς Τζόις, Νόρμαν Μέιλερ και Ντον ΝτεΛίλο. Η Αντερσον άλλαξε γνώμη μετά την ψήφιση ενός νόμου περί όπλων ο οποίος επιτρέπει την είσοδο στις πανεπιστημιουπόλεις της πολιτείας ανθρώπων που οπλοφορούν. Το NYPL απέκτησε μεγάλο μέρος του αρχείου το 2017.

Ο Λου Ριντ το 1972 (© Mick Rock)

Την ξενάγηση των περίπου 20 τυχερών δημοσιογράφων στις (πολλές) αίθουσες, που καταλαμβάνει η έκθεση, είχε αναλάβει η Λόρι Αντερσον, μαζί με τους επιμελητές Ντον Φλέμινγκ και Τζέισον Στερν και τον ειδικό ήχου Ρατζ Πατέλ. Στην ουσία ήταν μια ονειρική περιήγηση στην προσωπική «χώρα των θαυμάτων» μιας εκκεντρικής ιδιοφυΐας, γράφει ο Τζεμ Ασγουαντ στο Variety.

Ο Λου Ριντ πέθανε το 2013 σε ηλικία 71 ετών, ο θρύλος του, όμως, εξακολουθεί να είναι τόσο ζωντανός όσο ήταν και κατά τη διάρκεια της ακμής του. Ηταν ο frontman των Velvet Underground και η δύναμη πίσω από δημοφιλή τραγούδια όπως το «Walk on the Wild Side» (η μεγαλύτερη επιτυχία του), ωστόσο η επιθυμία του Ριντ για δημιουργία ήταν πραγματικά ακόρεστη και ανεξάντλητη.

Κασέτα ηχογράφησης ενός άλμπουμ των Velvet Underground, στις 5 Ιουλίου 1968 (The New York Public Library for the Performing Arts)

Μαζί με δεκάδες φωτογραφίες, γράμματα, ευχετήριες κάρτες, σελίδες με στίχους, σπάνια προσωπικά αντικείμενα, ακόμα και εφήμερα τεκμήρια της καθημερινότητάς του, η έκθεση περιλαμβάνει κιθάρες, αφίσες, ένα μεγάλο μέρος της συλλογής των δίσκων του Λου Ριντ –τα σόλο του όπως επίσης δίσκους των Velvet Underground– σπάνια demos και δυσεύρετες κυκλοφορίες, που αντιπροσωπεύουν τα πάντα, από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του μέχρι το πιο σκοτεινό έργο του ποιητή Λου Ριντ, πολλά βίντεο με συνεντεύξεις και συναυλίες, μια ειδική αίθουσα με ακριβή αναπαραγωγή ήχου της θρυλικής του ηχητικής εγκατάστασης «Metal Machine Trio», αλλά και το γραφείο του μακροχρόνιου συνεργάτη και καλύτερου φίλου του, Χαλ Γουίλνερ, που αναδημιουργήθηκε με αγάπη.

Ενα παράδειγμα των θησαυρών της έκθεσης, γράφει στον Guardian ο Ρομπ ΛεΝτον, είναι τα demos του Λου Ριντ, τα οποία μπορούν να ακούσουν οι επισκέπτες από «μια κασέτα που έστειλε στον εαυτό του στις 11 Μαΐου 1965 για να τα κατοχυρώσει πνευματικά», όπως εξήγησε στους δημοσιογράφους ο εκ των επιμελητών της έκθεσης Τζέισον Στερν, ο οποίος είχε εργαστεί στο παρελθόν ως τεχνικός βοηθός του Ριντ. «Ηταν οι πρώτες εκδοχές των τραγουδιών που αργότερα θα γίνονταν πραγματικά μεγάλες επιτυχίες (όπως το επτάλεπτο κλασικό “Velvet Underground Heroin” του 1967). Κάθε ηχογράφηση ξεκινά με το “Words and music by Lou Reed.”», είπε ο Στερν.

Ενα άλλο demo, που εκτίθεται επίσης, ήταν η πρώτη ηχογράφηση του «Perfect Day» το 1972. Η τότε σύζυγός του Μπέτι Κρόνσταντ ακούγεται στα φωνητικά, ενώ ο Λου Ριντ τη συνοδεύει στο πιάνο.

Οι χειρόγραφοι στίχοι του Λου Ριντ (αριστερά) παρουσιάζονται επίσης στην έκθεση

Οι επιμελητές της έκθεσης, θέλοντας να ρίξουν φως στο γεγονός ότι «ο Λου ήταν ένα πολύπλευρο, πολυεπίπεδο άτομο», όπως είπε ο Στερν, συμπεριέλαβαν μια ολόκληρη ενότητα αφιερωμένη στην ποίηση του Ριντ, μια πτυχή της οποίας είχε αφιερωθεί αποκλειστικά στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν ο αμερικανός καλλιτέχνης βρισκόταν σε ένα είδος κενού μεταξύ της εποχής που ήταν ο frontman των Velvet Underground, και της σόλο καριέρας, που θα ακολουθούσε.

«Ηταν μια περίοδος της ζωής του που πολλές βιογραφίες απλώς αποσιωπούν», εξηγεί ο Στερν και προσθέτει: «Μετακόμισε στο Λονγκ Αϊλαντ, έγραψε ποίηση και έστειλε το χειρόγραφο σε έναν εκδότη που το απέρριψε. Ωστόσο, προσέγγισε το τραγούδι του με τον ίδιο τρόπο που έγραφε ποίηση· στην πραγματικότητα γράφοντας τραγούδια ακολούθησε μια λογοτεχνική προσέγγιση».

Συλλογή των δίσκων του Λου Ριντ

Ο επιμελητής Ντον Φλέμινγκ, εν τω μεταξύ, θεωρεί τον Ριντ κατ’ αρχάς ποιητή: «Οι στίχοι και η ποίησή του ήταν ένα και το αυτό», λέει. (Ο Ριντ, άλλωστε, σπούδασε ποίηση στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών). Η γραφή του έχει επίσης ένα έντονο, ανατρεπτικό στοιχείο, με τη μοναδική φωνή του Λου Ριντ να εστιάζει μερικές φορές σε πιο σκοτεινά θέματα με τραχιά γλώσσα, πράγμα που μπορεί να αποτελεί έκπληξη για όσους τον γνωρίζουν μόνο από στίχους τραγουδιών όπως το «Perfect Day».

Ο Φλέμινγκ εξηγεί ότι είναι μια ποιότητα που έχει τις ρίζες της στο γεγονός ότι ο Ριντ είχε ακούσει τον Μπομπ Ντίλαν να λέει ότι έγραφε για θέματα φτιαγμένα από την πραγματικότητα: «Ετσι, την ίδια χρονιά που οι Beatles έβγαλαν το “I Wanna Hold Your Hand”, έγραψε το “Heroin”», λέει για το τραγούδι-αναφορά στην ταραχώδη σχέση του ίδιου του Ριντ με το ναρκωτικό. Στην ουσία, ήταν ο Ριντ που αντιπαρέβαλε προκλητικά τη δική του τέχνη με την ποπ κουλτούρα των αρχών της δεκαετίας του 1960: «Οι στίχοι του μπορεί να είναι σκοτεινοί και να έχουν βάθος», υπογραμμίζει ο Φλέμινγκ.

Μάλιστα, είναι τόσο σκοτεινοί, ώστε η ομάδα των διοργανωτών της έκθεσης φοβόταν ότι ένα ίδρυμα όπως η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης θα μπορούσε να αρνηθεί να παρουσιάσει το πιο «αλμυρό» υλικό του Ριντ στις καθαγιασμένες αίθουσές του. Εκτός από τα ναρκωτικά, μερικά από τα τραγούδια του ασχολούνται με θέματα που κυμαίνονται από την ενδοοικογενειακή βία έως την πορνεία. «Προς τιμήν τους, είπαν, “Δεν λογοκρίνουμε τίποτα. Ο,τι θέλετε στην έκθεση, μπαίνει στην έκθεση”», θυμάται ο Φλέμινγκ και προσθέτει. «Αυτό μας έδωσε το περιθώριο να βάλουμε πράγματα και να μην ανησυχούμε πολύ για αυτά».

Ο Φλέμινγκ παραδέχεται, ωστόσο, ότι το χαρακτηριστικό του Ριντ να ωθεί στα όρια έχει δύο πλευρές: «Πολιτιστικά, είναι μια ενδιαφέρουσα στιγμή γιατί ορισμένα από τα όρια στα οποία ώθησε δεν ήταν νέα για τους ανθρώπους», λέει, προσπαθώντας να εξηγήσει την περίπλοκη φύση του σταρ. «Βοήθησε να διευρυνθούν τα όρια σε ορισμένα επίπεδα, για άλλα πράγματα, όμως, πιστεύω ότι δεν είναι στη σωστή πλευρά πολιτιστικά. Αλλά είναι σημαντικό να αφήσουμε το έργο του να μιλήσει από μόνο του. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να εκνευριστούν με κάποια από τα εκθέματα, αλλά δεν θέλαμε να το αποφύγουμε. Το να προσπαθήσουμε να ωραιοποιήσουμε τα πράγματα για τον Λου, δεν θα ήταν σωστό».

Aποψη της έκθεσης

Η έκθεση προβάλλει, όμως, και την τρυφερή πλευρά του καλλιτέχνη, η οποία «δεν είναι μέρος της δημόσιας προσωπικότητάς του», επισημαίνει ο Στερν. Η τρυφερότητά του εμφανίζεται σε ευχετήριες κάρτες, στις οποίες αποκαλεί τη σύζυγό του «Honeybun» («λουκουμαδάκι»), και σε σπάνιες φωτογραφίες όπως εκείνες που απεικονίζουν τον Λου Ριντ και τον ντράμερ των Velvet Underground, Μο Τάκερ, να παίζουν μπάλα σε ένα διάλειμμά τους.

Για τους εμπνευστές της, η έκθεση ήταν ένα σχεδόν δεκαετές παθιασμένο project, που κορυφώθηκε με τη δεξίωση των εγκαινίων όπου γιόρτασαν τόσο τη δική τους δουλειά όσο και το έργο του καλλιτέχνη, τον οποίο τιμούσαν.

Ο σγουρομάλλης Λου Ριντ και το συγκρότημά του παίζουν στο κλαμπ The Bottom Line της Νέας Υόρκης στο πλαίσιο της περιοδείας των Legendary Hearts στις ΗΠΑ το 1983 (© Jane L. Wechsler / The New York Public Library for the Performing Arts)

«Ημουν συγκλονισμένος», λέει ο Στερν για την υποδοχή που του έκανε ο Ριντ. «Ακόμα θυμάμαι ότι ήμουν ένας πολύ φοβισμένος 25χρονος που έκανε συνέντευξη με τον Λου για να γίνει ο τεχνικός του βοηθός. Δεν κοιμήθηκα καθόλου το προηγούμενο βράδυ, αλλά πήγε τόσο καλά, που με ρώτησε επιτόπου πότε μπορούσα να ξεκινήσω».

Για τα επόμενα δύο χρόνια και μέχρι τον θάνατό του ινδάλματος και αφεντικού του, ο Στερν περνούσε κάθε μέρα μαζί του. «Ποτέ δεν ξέχασα πόσα έχει κάνει για μένα. Ετσι, για μένα, αυτή η (έκθεση) ήταν ένα τεράστιο έργο αγάπης», τόνισε.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News