Το εκπληκτικό νέο κτίριο του Μουσείου Boijmans Van Beuningen στο Ρότερνταμ | MVRDV
Επικαιρότητα

Το μέλλον του μουσείου: Εχετε χρόνο να δείτε 150.000 εκθέματα;

Το Μουσείο Μπόιμανς του Ρότερνταμ ετοιμάζεται να βάλει ολόκληρη τη συλλογή του σε μια τεράστια «αποθήκη», ενώ και το V&A στο Λονδίνο προχωρά σε ένα παρόμοιο πείραμα. Μήπως τελικά ο «ανοιχτός χώρος αποθήκευσης» είναι το μοντέλο του μέλλοντος;
Protagon Team

Η φουτουριστική κατασκευή με την καμπύλη πρόσοψη, πάνω στην οποία καθρεφτίζονται τα γκρίζα σύννεφα και το φράκταλ του ορίζοντα της πόλης, θυμίζει διαστημόπλοιο κάποιου προηγμένου εξωγήινου πολιτισμού που προσγειώθηκε στο κέντρο του Ρότερνταμ.

Οι κάτοικοι της ολλανδικής πόλης έχουν εξοικειωθεί με το πρωτοποριακό αρχιτεκτονικό concept, αυτό, όμως, που κάνει το κτίριο ακόμα πιο ασυνήθιστο είναι η λειτουργία του. Το Depot είναι μια αποθήκη που σχεδιάστηκε από τo ολλανδικό αρχιτεκτονικό γραφείο MVRDV για το Boijmans Van Beuningen, ένα από τα πιο γνωστά μουσεία έργων τέχνης της Ολλανδίας.

Η κατασκευή θα ολοκληρωθεί τον Δεκέμβριο, οπότε θα αρχίσει να μεταφέρεται στο νέο κτίριο η συλλογή του μουσείου με έργα των Ρέμπραντ, Μπος, Μαγκρίτ και Νταλί. Το Depot θα είναι εντελώς έτοιμο να υποδεχτεί το κοινό περί τα τέλη του επόμενου έτους, το ερχόμενο Σαββατοκύριακο, όμως, οι πιο ανυπόμονοι θα έχουν την ευκαιρία να περιηγηθούν στο άδειο εσωτερικό του. Από το roofgarden, μάλιστα, και το εστιατόριο του μουσείου, θα μπορεί κανείς να απολαύσει την εκπληκτική θέα στην πόλη και το λιμάνι.

Το εντυπωσιακό Depot κατασκευάστηκε στο κέντρο του Ρότερνταμ (Facebook / Boijmans Van Beuningen)

Βεβαίως, το να αποκαλείται «αποθήκη» ένα τέτοιο κτίριο, είναι μειονέκτημα, γράφει στον Guardian ο Αντριου Ντίκσον, αφού στην πραγματικότητα είναι μια προσπάθεια του μουσείου να γυρίσει το μέσα έξω. Αντί να κλειδώνει τα πολύτιμα έργα του πίσω από βαριές πόρτες, το μουσείο Boijmans Van Beuningen, που ιδρύθηκε πριν από 170 χρόνια, έχει επενδύσει 55 εκατ. ευρώ για να στεγάσει τα 151.000 πολύτιμα αντικείμενα της συλλογής του σε μια «ανοιχτή αποθήκη» στην καρδιά της πόλης. Από αυτά, μόλις το 8% εκτίθεται στο κεντρικό κτίριο της δεκαετίας του 1930, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα.

Η αλήθεια είναι ότι η τάση για επισκέψιμους ή ορατούς χώρους αποθήκευσης των μουσείων υπάρχει εδώ και δεκαετίες. Το Metropolitan της Νέας Υόρκης άνοιξε μερικές από τις ερευνητικές συλλογές του στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ενώ το V & A του Λονδίνου παρουσίασε περίπου 26.000 αντικείμενα σε ψηλές γυάλινες προθήκες, ασφυκτικά γεμάτες στις γκαλερί των κεραμικών το 2009-10.

Ωστόσο, ο διευθυντής του Boijmans Σγιαρέλ Εξ και οι συνάδελφοί του πιστεύουν ότι είναι η πρώτη φορά που δημιουργείται εξ αρχής ένας ανοιχτός χώρος αποθήκευσης για να φιλοξενήσει ολόκληρη τη συλλογή ενός μουσείου –με πίνακες πρώιμης ολλανδικής ζωγραφικής, ασημικά της Αναγέννησης και design του κινήματος De Stijl (το καλλιτεχνικό ρεύμα του Νεοπλαστικισμού που εμφανίστηκε την περίοδο 1917-1920). «Ριζοσπαστική διαφάνεια, κατά κάποιον τρόπο ολλανδική, φοβάμαι», λέει ο Εξ στον δημοσιογράφο του Guardian, καθώς περνούν από τον χώρο όπου συγκεντρώνονται τα ξύλινα αντικείμενα για να απολυμανθούν από το σαράκι, ενώ τον ξεναγεί στο φουτουριστικό κτίριο.

Το φουτουριστικό Depot πλάι στο παλιό κτίριο του μουσείου της δεκαετίας 1930 (Facebook /Boijmans Van Beuningen)

Το 2013, οι υπόγειες αίθουσες του Μουσείου Μπόιμανς πλημμύρισαν. Αν και η ζημιά ήταν ελάχιστη, ήταν προφανές ότι το μουσείο έπρεπε να αναβαθμιστεί, δεδομένου ότι το 90% του Ρότερνταμ είναι κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, και με την κλιματική αλλαγή, το ποσοστό αυξάνεται. Να σημειωθεί ότι τώρα τα έργα βρίσκονται 35 μέτρα πάνω από τη θάλασσα.

Αλλά, αντί να χτίσουν ένα κτίριο σε μια ανώνυμη βιομηχανική ζώνη, ο Σγιαρέλ Εξ είχε την ιδέα να μετατρέψει το νέο κτίριο σε πόλο έλξης επισκεπτών. Υπήρχαν ήδη σχέδια για το κλείσιμο και την ανακαίνιση του κεντρικού κτιρίου που θα κρατήσει επτά χρόνια –πρόκειται να ξανανοίξει το 2026– οπότε έτσι θα μπορούσε να γεφυρωθεί και το χάσμα.

Ο φωτισμός αποδείχτηκε ότι ήταν σημαντικό (και πολύ δύσκολο) πρόβλημα, λέει στον Guardian, ο αρχιτέκτονας Γουάινι Μας, ένας από τους τρεις ιδρυτές του γραφείου MVRDV. Αν και το Depot είναι δημόσιο κτίριο, το μουσείο επέμενε ότι οι συνθήκες θα έπρεπε να είναι τόσο καλές, αν όχι καλύτερες, από ένα κανονικό θησαυροφυλάκιο: μεταξύ άλλων, ο υπερυψηλής ποιότητας κλιματισμός απομακρύνει τον παραμικρό κόκκο σκόνης από το περιβάλλον και το κτίριο χωρίζεται σε πέντε «κλιματικές ζώνες» για τα διαφορετικά είδη έργων τέχνης (για παράδειγμα, οι έγχρωμες φωτογραφίες αποθηκεύονται σε χαμηλότερη θερμοκρασία από τις ασπρόμαυρες εκτυπώσεις). Μερικά κομμάτια θα τοποθετηθούν σε κινητά ράφια ή σε 13 προθήκες στο κέντρο του κτιρίου, ενώ τα ευαίσθητα στο φως αντικείμενα θα φυλάσσονται σε σφραγισμένα ερμάρια και θα μπορεί να τα δει κανείς μόνο κατόπιν ραντεβού.

Ο Εξ δεν αναφέρει λεπτομέρειες σχετικές με την ασφάλεια, δηλώνει, όμως, ότι το κτίριο δεν είναι ελκυστικό για κλέφτες έργων τέχνης. «Τι είναι πραγματικά πιο ασφαλές;», αναρωτιέται, «Να χτίσεις την αποθήκη σου στα περίχωρα μιας πόλης ή να την έχεις ακριβώς εδώ στο κέντρο, περιτριγυρισμένη από κόσμο;»

Το εσωτερικό του Depot όπως το φαντάστηκε ένας καλλιτέχνης (MVRDV)

Η φροντίδα των εύθραυστων αντικειμένων, εξάλλου, είναι μεγάλο ζήτημα. Αν και λίγα μουσεία το αποκαλύπτουν, τα έργα που εκθέτουν δεν είναι παρά ένα μικρό κλάσμα όσων διαθέτουν: συνήθως το 95% των περισσότερων συλλογών είναι κλειδωμένο. Η έρευνα που πραγματοποίησε το 2016 το Quartz έδειξε ότι, σε ένα δείγμα 20 μουσείων, σχεδόν οι μισοί πίνακες του Πικάσο ήταν αποθηκευμένοι, ενώ πολύ περισσότερα έργα της Τζόρτζια Ο’Κίφι ήταν σε θησαυροφυλάκια (67) από ό,τι σε μόνιμη έκθεση (36).

Το πρόβλημα, φυσικά, είναι ο χώρος και δεν υπάρχει μουσείο σε όλο τον κόσμο που δεν αντιμετωπίζει προβλήματα με την αποθήκευση. Ορισμένα μουσεία έχουν ήδη επεκταθεί: Η επέκταση της Tate Modern το 2016 διπλασίασε τη χωρητικότητά της, ενώ το ανανεωμένο MoMA στη Νέα Υόρκη περιλαμβάνει τώρα έναν εκθεσιακό χώρο 15.000 τ.μ. σε έξι ορόφους. Η φιλοδοξία του V&A East project, εξάλλου, είναι ένας νέος ανοιχτός χώρος αποθήκευσης στο Ανατολικό Λονδίνο, ο οποίος έχει προγραμματιστεί να ανοίξει το 2023, και όπου οι επισκέπτες θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε 250.000 αντικείμενα, πέραν των 60.000 που εκτίθενται μέχρι στιγμής.

Για διευθυντές όπως ο Σγιαρέλ Εξ, το άνοιγμα δείχνει επίσης πώς βλέπουν τον ρόλο τους τα μουσεία, ειδικά καθώς βγαίνουν από το lockdown και επανεξετάζουν τη θέση τους στον κόσμο. Εκτός όμως από τις αποθήκες τους, πρέπει επίσης να ανοίξουν δυσάρεστα ζητήματα όπως η χρηματοδότηση και η ηθική, η πολυμορφία του προσωπικού, η επιμέλεια και οι πολιτικές των συλλογών, η προέλευση αμφισβητούμενων αντικειμένων ή αντικειμένων αποικιακών εποχών: «Πρέπει να σκεφτούμε πολύ και πιο σκληρά για τη διαφάνεια αν θέλουμε να επιβιώσουμε», υποστηρίζει ο επικεφαλής του Μπόιμανς.