1306
Οι πρωταγωνιστές της νέας σεζόν του «The Crown» | CreativeProtagon/Netflix

«Το Στέμμα»: Fake history και συναισθηματικός λαϊκισμός;

Protagon Team Protagon Team 21 Νοεμβρίου 2020, 23:30
Οι πρωταγωνιστές της νέας σεζόν του «The Crown»
|CreativeProtagon/Netflix

«Το Στέμμα»: Fake history και συναισθηματικός λαϊκισμός;

Protagon Team Protagon Team 21 Νοεμβρίου 2020, 23:30

Αναρτήθηκε στην πλατφόρμα του Netflix πριν από λίγες ημέρες, την περασμένη Κυριακή, ο τέταρτος κύκλος του δημοφιλούς ιστορικού δράματος «The Crown» («To Στέμμα»), και πολλά εκατομμύρια τηλεθεατές σε όλον τον κόσμο στρώθηκαν στους καναπέδες τους και παρακολούθησαν σερί και τα δέκα επεισόδια. 

Ποια είναι όμως η γνώμη του, κατ΄εξοχήν αρμόδιου, βρετανικού Τύπου για τη σειρά που αφηγείται την εξέλιξη της βρετανικής μοναρχίας από το 1947 και τον γάμο της πριγκίπισσας Ελισάβετ με τον Φίλιππο Μαουντμπάτεν έως το 1990 και τη δραματική αποχώρηση της Μάργκαρετ Θάτσερ από την Ντάουνινγκ Στριτ; Οι απόψεις δύο εκ των πιο έγκριτων Μέσων του Ηνωμένου Βασιλείου διίστανται (τουλάχιστον φαινομενικά) και το γεγονός αυτό αποδεικνύει καταρχάς τη ζωτικότητα του «Στέμματος». 

Ο κεντροαριστερός και σίγουρα όχι φιλοβασιλικός Guardian βάλλει δια στόματος του Σάιμον Τζένκινς κατά της σειράς, υποστηρίζοντας πως διασπείρει ιστορικές ανακρίβειες με στόχο να υποσκάψει το κύρος του θρόνου. Κάνοντας λόγο για «fake history» ο αρθρογράφος της λονδρέζικης εφημερίδας αναφέρει πως «τα λεγόμενα και οι πράξεις ανθρώπων εν ζωή εφευρέθηκαν για να ταιριάξουν με μια πλοκή που θα μπορούσαν να την έχουν γράψει οι πιο θερμοί υποστηρικτές της Νταϊάνα». 

Η Γκίλιαν Αντερσον ενσαρκώνει την Μάργκαρετ Θάτσερ στη σειρά του Netflix. Οι σχέσεις της «Σιδηράς Κυρίας» με το Μπάκιγχαμ είναι ένα από τα σημεία τριβής των φίλων της σειράς στη Βρετανία

Ο Τζένκινς παραθέτει μερικές από τις ιστορικές ανακρίβειες της σειράς – «κατασκευάσματα που παρουσιάζουν τη βασιλική οικογένεια με τον χειρότερο δυνατό τρόπο» – επικαλούμενος λεπτομερέστατη ανάλυση του βρετανού ιστορικού Χιούγκο Βίκερς που δημοσιεύτηκε στους Sunday Times

1. Ο λόρδος Μαουντμπάτεν ΔΕΝ έγραψε ένα γράμμα στον Κάρολο μία ημέρα πριν τη δολοφονία του από τον IRA. 

2. Τα μέλη της βασιλικής οικογένειας ΔΕΝ αποπειράθηκαν να εκμεταλλευτούν το βασιλικό πρωτόκολλο για να ταπεινώσουν την Μάργκαρετ Θάτσερ και τον σύζυγό της κατά τη διάρκεια επίσκεψής τους στο κάστρο του Μπαλμόραλ.

3. Η πριγκίπισσα Μαργαρίτα ΔΕΝ χλεύασε την Νταϊάνα επειδή δεν μπορούσε να υποκλιθεί. 

4. Ο πρίγκιπας Κάρολος ΔΕN επικοινωνούσε καθημερινά τηλεφωνικώς με την Καμίλα Πάρκερ Μπόουλς κατά τα πρώτα χρόνια του γάμου του με την Νταϊάνα.

H Εμεραλντ Φέρελ ως Καμίλα στη νέα σεζόν του «Στέμματος»

5. Η πριγκίπισσα Νταϊάνα ΔΕΝ ξέσπασε κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στην Αυστραλία, αναγκάζοντας το επιτελείο του Καρόλου να αλλάξει το πρόγραμμά τους.

6. Η πριγκίπισσα Μαργαρίτα ΔΕΝ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τύχη των δύο ξαδέλφων της που νοσηλεύονταν σε δημόσιο φρενοκομείο 

7. Η Βασίλισσα ΔΕΝ ήταν υπεύθυνη για τη διαρροή στον Τύπο της αρνητικής άποψής της για την Μάργκαρετ Θάτσερ.  

Ο δημιουργός της σειράς Πίτερ Μόργκαν παραδέχτηκε ότι υπάρχουν κάποιες ανακρίβειες, επισημαίνοντας, ωστόσο, πως «κάποιες φορές αναγκάζεσαι να απαρνηθείς την ακρίβεια, αλλά δεν πρέπει ποτέ να απαρνιέσαι την αλήθεια»

Σύμφωνα, όμως, με τον Τζένκινς η σειρά αναδεικνύει την ιδέα ότι «η βασιλική οικογένεια ήταν κτηνώδης απέναντι στην Νταϊάνα. Θα μας πουν στη συνέχεια ότι όντως τη σκότωσαν; Θα έχουμε έναν άλλον Ολιβερ Στόουν ο οποίος παραποίησε τις συνθήκες δολοφονίας του JFK;», διερωτάται ο βρετανός αρθρογράφος, δίχως, ωστόσο, να απαντά σε ένα βασικό ερώτημα: κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα οι ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους η βασιλική οικογένεια ήταν συστηματικά και αδίκως και διαρκώς αρνητική προς την Νταïάνα.

Συναίσθημα και αντιελιτισμός

Ο Economist από την πλευρά του σημειώνει πως η κορυφαία σειρά του Netflix «τα πήγε πολύ καλά στην αφήγηση της ιστορίας της μεταπολεμικής Βρετανίας υπό το πρίσμα της μοναρχίας». Εστιάζει, ωστόσο, εξίσου στην Νταϊάνα την προσοχή του, υποστηρίζοντας πως η Πριγκίπισσα της Ουαλίας, επηρέασε την πολιτική στη Βρετανία τουλάχιστον τόσο όσο και η άλλη μεγάλη πρωταγωνίστρια της σειράς και της σύγχρονης βρετανικής ιστορίας, η Σιδηρά Κυρία. 

Τζος Ο’Κόνορ και Εμα Κόριν ως πρίγκιπας Κάρολος και Νταϊάνα την ημέρα του αρραβώνα τους

Και τα κατάφερε παρότι ήταν «μια ντροπαλή κοπέλα η οποία είχε αποτύχει δύο φορές στις απολυτήριες εξετάσεις του λυκείου και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για την πολιτική»παρόλο που «την ανέβασαν στην εθνική σκηνή με αποκλειστικό σκοπό να παράγει διαδόχους (άνδρες) για τον θρόνο». 

Σύμφωνα με τον Economist η Νταϊάνα υπήρξε ιδιοφυής επειδή μπόρεσε, εκούσια ή ακούσια, «να αναμείξει δύο από τις πιο ουσιώδεις δυνάμεις της σύγχρονης πολιτικής – το συναίσθημα και τον αντιελιτισμό – σε ένα ισχυρό λαϊκιστικό κοκτέιλ. Συγκαταλεγόταν μεταξύ των σύγχρονων εξπέρ στην συναισθηματική πολιτική (politics of emotion), συναισθανόταν τον πόνο των ανθρώπων όπως εκείνοι συναισθάνονταν τον δικό της. Υπερκέρασε επανειλημμένα τον Πρίγκιπα Κάρολο κατά τον μακρό πόλεμο του πριγκιπικού ζεύγους της Ουαλίας επειδή ήταν πρόθυμη να αποκαλύψει την ψυχή της στο κοινό». Το παραδέχτηκε και η ίδια τον Νοέμβριο του 1995 στην συνέντευξη που παραχώρησε στο BBC όταν ανέφερε πως δεν πίστευε ότι θα γινόταν ποτέ βασίλισσα της Βρετανίας αλλά ήλπιζε να καταστεί «βασίλισσα της καρδιάς των ανθρώπων». 

  • Η Νταϊάνα εκμεταλλεύτηκε τις ικανότητες της στην συναισθηματική πολιτική ούτως ώστε να μεταμορφωθεί σε υπερασπίστρια των απλών ανθρώπων ενάντια των ισχυρών και να γίνει τελικά «η πριγκίπισσα του λαού» σύμφωνα με τα λόγια του Τόνι Μπλερ. Και ο θάνατός της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα την 31η Αυγούστου του 1997 «της προσέφερε μια εντυπωσιακή μεταθανάτια νίκη κατά της βασιλικής αυλής». 

Ωστόσο το πάθημα δεν έγινε μάθημα στα μέλη του Οίκου του Γουίνδσορ καθώς αγνόησαν την απαίτηση της πλειονότητας των Βρετανών να αρχίσουν να είναι πιο εκδηλωτικοί και περισσότερο ανθρώπινοι, καταρρέοντας, για παράδειγμα, και ξεσπώντας σε κλάματα στην κηδεία της αδικοχαμένης πριγκίπισσας, όπως ζητούσε εκείνες τις ημέρες και ο βρετανικός Τύπος.  

Νταϊάνα και Κάρολος, το 1986, στο Βανκούβερ του Καναδά. Η επιρροή της Πριγκίπισσας της Ουαλίας στην κοινή γνώμη εξακολουθεί να διχάζει τα βρετανικά ΜΜΕ (REUTERS/Mike Blake)

Αλλά ο «συναισθηματικός λαϊκισμός» της Νταϊάνα κατέστη σχεδόν αμέσως βασικό συστατικό της πολιτικής στη Βρετανία. Ακολουθώντας το παράδειγμά της, ο Τόνι Μπλερ αυτοπαρουσιαζόταν ως «ο πρωθυπουργός του λαού» ενώ ο Ντέιβιντ Κάμερον επιδίωκε να εμφανίζεται ως ηγέτης άνετος, εξωστρεφής και συμπονετικός.

Από την «Di» στον Μπόρις

Ομως αυτοί που εφάρμοσαν πιστά το μοντέλο – Νταϊάνα ήταν οι Brexiteers, οι υπέρμαχοι της αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ.

«Απευθύνθηκαν περισσότερο στο θυμικό παρά στη λογική. Για να επικρατήσουν τα επιχειρήματά τους χρησιμοποίησαν τον πατριωτισμό και την μνησικακία αντί για στοιχεία σχετικά με τις εμπορικές ροές. Κατήγγειλαν ότι οι ελίτ αποπειράθηκαν να παραποιήσουν τη λαϊκή σοφία με τον ίδιο, σε μεγάλο βαθμό, τρόπο που οι φίλοι της Νταϊάνα κατήγγειλαν  ότι το παλάτι αγνοούσε τα συναισθήματα των ανθρώπων […] Κατάφεραν να κερδίσουν το κατεστημένο όπως το κέρδισε και η Νταϊάνα, ισχυριζόμενοι ότι υποστηρίζουν το συναίσθημα αντί για τη λογική και τον λαό αντί για τις ελίτ. Ο Αλεξάντερ Μπόρις ντε Φέφελ Τζόνσον συμφιλίωσε τα αντίθετα στοιχεία που ενσαρκώνει όπως και η Νταϊάνα. Παρότι μέλος της μητροπολιτικής ελίτ, μπόρεσε να πουλήσει τον εαυτό του ως άνθρωπο του λαού. Οπως η Νταϊάνα ήταν η “Di”, έτσι ο αυτός είναι ο Μπόρις», εξηγεί με εξαιρετικό τρόπο ο Economist στην ανάλυσή του, καταλήγοντας, όπως και ο Σάιμον Τζένκινς, να υπερασπίζεται τον θεσμό της μοναρχίας.

Σύμφωνα με το έγκριτο βρετανικό περιοδικό η αλλαγή που επέφερε η LadyDi στη βρετανική πολιτική δεν ήταν θετική. Γιατί μέχρι την άνοδό της στην κεντρική σκηνή, η συναισθηματική ψυχρότητα του Στέμματος εγγυόταν τη μη εμπλοκή του συναισθήματος στη διακυβέρνηση της χώρας. «Χρησιμοποιώντας τα συναισθήματα των ανθρώπων ως καύσιμο για την εξαιρετική της καριέρα, η πριγκίπισσα Νταϊάνα έσπασε αυτήν την βαλβίδα ασφαλείας», θεωρεί ο Economist, προβλέποντας πως «η Βρετανία θα ζει για χρόνια με τις συνέπειες του συναισθηματικού λαϊκισμού που εκείνη συνέβαλε να απελευθερωθεί»