571
|

Ο διανοούμενος Χαντζόπουλος

Βάσω Κιντή Βάσω Κιντή 12 Δεκεμβρίου 2013, 00:48

Ο διανοούμενος Χαντζόπουλος

Βάσω Κιντή Βάσω Κιντή 12 Δεκεμβρίου 2013, 00:48

Oι γελοιογραφίες του Δημήτρη Χαντζόπουλου τα χρόνια της κρίσης κράτησαν την Ελλάδα και τους Έλληνες ψηλά, τους κράτησαν μαζί, τους στήριξαν, όχι προσφέροντας μια εύθυμη πινελιά για να διασκεδάσουν το βαρύ κλίμα της πραγματικότητας που βίωναν, ούτε κολακεύοντας συλλογικά αισθήματα και αυταπάτες, αλλά κάνοντάς τους κάθε μέρα να σκεφτούν την κατάστασή τους, το παρελθόν τους, το παρόν τους και το μέλλον τους. Ο Χαντζόπουλος υπήρξε για όλους μας, φίλους και εχθρούς, ένας στυλοβάτης, ένα σημείο αναφοράς που έφερνε στην επιφάνεια στις συντεταγμένες της γελοιογραφίας του που ήταν οι συντεταγμένες της ζωής μας, τα σημαντικά, τα επικίνδυνα, τα γελοία, τα ευτράπελα, τα τραγικά, με ωμότητα, με τρυφερότητα, με βουβό σπαραγμό, με απελπισία, με πίκρα, με αποφασιστικότητα

Ο Δ. Χαντζόπουλος είναι ένας διανοούμενος. Στα σκίτσα του φέρνει μπροστά μας πολλές όψεις του κάθε ζητήματος, σαν να τις εκδιπλώνει για να τις φανερώσει, να τις θέσει ενώπιόν μας για να τις λάβουμε υπ’ όψη μας. Δεν είναι διδακτικός, δεν έχει τις απαντήσεις για να τις βάλει με το ζόρι και με το δάκτυλο σηκωμένο στο κεφάλι μας, σπάνια χρησιμοποιεί σταθερούς τύπους. Επισημαίνει, δείχνει και μας αφήνει να σκεφτούμε και να ζυγίσουμε.

Όταν λέω διανοούμενος δεν εννοώ ψυχρός, μπουρδουκλωμένος, θεωρητικός, ξερόλας, νάρκισσος. Εννοώ σύνθετος αλλά όχι στρυφνός. Εννοώ πλούσιος, σε τρόπους και μέσα (από το λαϊκό τραγούδι και τον Άκη Πάνου μέχρι τον Αϊνστάιν και τη φυσική, από τον Νταλί στη μυθολογία, από το παράλογο στο λαϊκό, από το σινεμά στη διαφήμιση, από τον Λένιν και τον Ομπάμα στο Dancing with the stars). Εννοώ ευαίσθητος σε ό,τι συμβαίνει, εννοώ διεισδυτικός και παρατηρητικός. Με βλέμμα που κόβει και ανοίγει, με βλέμμα που αγκαλιάζει, με λόγο που εκφράζει. Το πενάκι του λεπίδι που αποσυνδέει και επανασυνδέει, που επινοεί, που παίζει με τις λέξεις και τα γράμματα.

Οι δύο εικόνες που για μένα κυριαρχούν στα σκίτσα του Δημήτρη Χαντζόπουλου σε αυτό το βιβλίο αυτό το διάστημα είναι η εικόνα του ελληνικού κοινοβουλίου, και ακόμη εντονότερα, ο χάρτης της Ελλάδας. Το κτίριο του κοινοβουλίου είναι το ντεκόρ της πλατείας Συντάγματος, το φόντο των διαδηλώσεων, ιπτάμενος στόχος σκοποβολής, μία ταινία τερματισμού που σκίζεται.

Ο χάρτης της Ελλάδας βρίσκεται σε αναπηρικό καροτσάκι, λερώνει ως λεκές το φόρεμα της Ευρώπης, κρέμεται στο σχοινί με αναποδογυρισμένη την καρέκλα του αυτόχειρα, είναι σταμπαρισμένη στην πλάτη του μετανάστη, και βέβαια σχηματίζεται με τη συγκλονιστική προέκταση του αίματος που φεύγει από την έξοδο της σφαίρας αυτού που αυτοκτονεί τον Μάιο του 2012, ανάμεσα στις δύο εκλογές.

Αυτός ο χάρτης της Ελλάδας με τις μεταμορφώσεις του, μας πνίγει, μας προσβάλλει, μας απελπίζει, αλλά είναι δικός μας, μας κρατάει μαζί, είμαστε εμείς.

Τα σκίτσα του Δ. Χαντζόπουλου μάς εκφράζουν. Δεν εκφράζουν κάτι που έχουμε ήδη έτοιμο. Δεν έρχεται να μας χτυπήσει στην πλάτη κολακευτικά και να μας πει, «κοίτα, κι εγώ σκέφτομαι το ίδιο με σένα και το κάνω σε μια ωραία ζωγραφιά». Μάς εκφράζει γιατί δίνει μορφή και έκφραση σ’ αυτό που βιώνουμε και δεν μπορούμε να το φέρουμε σε σειρά, να το καταλάβουμε, να το αναλύσουμε, να το σκεφτούμε. Είναι ο καλλιτέχνης που μπορεί να κάνει αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε εμείς και στο έργο του ανακαλύπτουμε εκ των υστέρων τις σκέψεις μας και τον εαυτό μας. Έναν εαυτό πιο λόγιο, πιο articulate, πιο μορφωμένο, πιο περπατημένο, πιο αθυρόστομο. Κι αυτό μας δίνει χαρά, μας χαρίζει ικανοποίηση ακόμη κι όταν τα θέματα είναι ζοφερά. Είναι η χαρά της ανακάλυψης και της επικοινωνίας, της κοινωνίας ως δώρου και της κοινωνίας ως κοινής ζωής.

Από την παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Χαντζόπουλου στο «Τούνελ»