Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και ο ηθοποιός Ολεκ Κρούπα που θα υποδυθεί τον τελευταίο σοβιετικό ηγέτη σε ένα φιλμ με θέμα τον Ρόναλντ Ρίγκαν | EPA PHOTO AFP/DOUG KANTE και IMDb
Επικαιρότητα

«Περιφρονούσα τον “Γκόρμπι” ώσπου τον υποδύθηκα»…

Ο πολωνικής καταγωγής ηθοποιός του Χόλιγουντ Ολεκ Κρούπα ομολογεί την αντιπάθειά του προς τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ δηλώνοντας όμως ότι κατάλαβε τον (καλό) χαρακτήρα του τελευταίου σοβιετικού ηγέτη όταν ανέλαβε να παίξει τον ρόλο του σε ένα φιλμ για τη ζωή του Ρόναλντ Ρίγκαν
Protagon Team

Η ιστορία μας είναι τόσο διδακτική, που θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί ακόμη και με την προκλητική φράση «όταν ο καλλιτέχνης ανακαλύπτει τον κόσμο»… Επειδή αφορά την απελευθέρωση από τον μικρόκοσμο του «εγώ», καλλιτεχνικού ή μη, μέσω της διευρυμένης αντίληψης για τον κόσμο και τα όντως σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει σε κάθε εποχή. Καμιά φορά η τυχαιότητα γίνεται έναυσμα για περισυλλογή, επιμόρφωση, γνώση και αναθεώρηση.

Ο «καλός ηθοποιός» για έναν λόγο είναι, πρώτον, ηθοποιός, και, δευτερευόντως, καλός: για να υποδύεται ό,τι δεν είναι ο ίδιος, δηλαδή χαρακτήρες που του είναι αδιάφοροι, δεν τον συγκινούν ή, ακόμη χειρότερα, τον ενοχλούν κιόλας. Οποιος δεν μπορεί να δουλέψει βάσει αυτής της υπέροχης σύμβασης της υποκριτικής τέχνης αλλά θέλει να παίζει τον εαυτό του και μόνο αυτόν (ταυτίζοντάς τον, ασυγχώρητα, και με το άπιαστο όνειρο της μανιέρας), ας αποχωρήσει από τη σκηνή – άλλα επαγγέλματα τον γυρεύουν ίσως.

Την αλήθεια των παραπάνω ανακάλυψε ξαφνικά ο πολωνικής καταγωγής ηθοποιός του Χόλιγουντ Ολεκ Κρούπα όταν του προσφέρθηκε δουλειά σε ένα καινούργιο φιλμ. Ο ρόλος τον σόκαρε, γιατί το πρόσωπο στο οποίο αντιστοιχούσε του ήταν μισητό. Βέβαια, άλλοι στη θέση του θα πετούσαν τη σκούφια τους αν τους διάλεγαν να παίξουν τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, έστω και σε μία ταινία που αφορά τη ζωή του Ρόναλντ Ρίγκαν. Ο Κρούπα όχι μόνο προβληματίστηκε, αλλά κάθισε και έγραψε και άρθρο στη World Street Journal.

Ουάσινγκτον, 10 Ιουνίου 2004. O Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, εμφανώς συγκινημένος, αποχαιρετά τον μεγάλο αντίπαλο Ρόναλντ Ρίγκαν αγγίζοντας το καλυμμένο με την αστερόεσσα φέρετρό του (EPA/SHAWN THEW)

Εκεί ο ηθοποιός αναλύει πόσο καλό του έκανε η προσέγγιση του ρόλου που δέχθηκε να ερμηνεύσει, αφού το πρόσωπο τού ήταν απεχθές – και μάλιστα λόγω πατριωτικών ανακλαστικών, δικαιολογημένων από την Ιστορία (και όχι μόνο του μεταπολεμικού «Παραπετάσματος»). Ωστόσο ο Κρούπα διάβασε, πληροφορήθηκε, κατανόησε και τελικά ξεπέρασε την αρχική του απέχθεια για το ιστορικό πρόσωπο του «Γκόρμπι»: «Είναι δύσκολο να περιγράψω πώς ένιωσα όταν με φώναξαν για τον ρόλο. Είμαι Πολωνός. Για μένα και για τους συμπατριώτες μου, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ συμβόλιζε ό,τι περιφρονούσαμε σε έναν πολιτικό.

» Ηταν ο εχθρός μας, αυτός που ηγήθηκε ενός συστήματος που αφαίρεσε τις ελευθερίες μας, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητάς μας να ταξιδεύουμε, να συνεργαζόμαστε με άλλους και να εκφράζουμε τον εαυτό μας. Το σύστημα που αντιπροσώπευε διέλυε τα όνειρά μου. Κατάφερα και πήρα διαβατήριο, ταξίδεψα και έγινα ηθοποιός».

Η επαφή του πολωνού καλλιτέχνη με το πολιτικό γίγνεσθαι της δεκαετίας του ’80 δεν του αφαίρεσε πατριωτισμό από την ψυχή, αλλά του προσέθεσε γνώση και, συνεπώς, λογική στη σκέψη. Είδε ότι ο «Γκόρμπι», μαζί με τον αείμνηστο αμερικανό πρόεδρο με τις κινηματογραφικές ρίζες, θέλησαν να φέρουν την ειρήνη στον κόσμο.

Αφισέτα της νέας ταινίας και το εξώφυλλο του βιβλίου από το οποίο εμπνεύστηκε ο σεναριογράφος και αφορά την «πτώση του κομμουνισμού», επίτευγμα της διοίκησης Ρίγκαν

Από το σενάριο του φιλμ «Ρίγκαν» ο Κρούπα έμαθε για τις επαφές των δύο ανδρών και για το «Ρέικιαβικ» του 1986: «Αρχισα να βλέπω τους δύο χαρακτήρες του φιλμ ως δύο ρομαντικούς, δύο προσωπικότητες που υπερασπίστηκαν τις αξίες τους. Πήρα ένα σημαντικό μάθημα για το πώς όλοι μας είμαστε ικανοί για ανάπτυξη και αλλαγή. Ενώ δεν υποστηρίζω και δεν θα υποστηρίξω ποτέ τις πολιτικές του Γκορμπατσόφ, άρχισα να καταλαβαίνω περισσότερα για το ποιος ήταν ως άτομο. Σέβομαι τον τρόπο με τον οποίο συνεργάστηκε με τον Ρίγκαν.

» Μπήκα στο παιχνίδι του φιλμ με προκάτ ιδέες για τον χαρακτήρα που έπρεπε να υποδυθώ, οι οποίες όμως διαλύθηκαν με την υποκριτική τέχνη». Υμνος στην τέχνη του πραγματικού ηθοποιού, που μπορεί και να εκληφθεί ως υπόκλιση στις δυνατότητες της υψηλής πολιτικής.