752
Tα τρία εναπομείναντα μέλη της μπάντας. Από αριστερά, Τζον Πολ Τζόουνς, Ρόμπερτ Πλαντ και Τζίμι Πέιτζ | Facebook

Πενήντα χρόνια πτήσης για το αερόπλοιο των Led Zeppelin

Κωσταντίνος Τσάβαλος Κωσταντίνος Τσάβαλος 13 Ιανουαρίου 2019, 20:45
Tα τρία εναπομείναντα μέλη της μπάντας. Από αριστερά, Τζον Πολ Τζόουνς, Ρόμπερτ Πλαντ και Τζίμι Πέιτζ
|Facebook

Πενήντα χρόνια πτήσης για το αερόπλοιο των Led Zeppelin

Κωσταντίνος Τσάβαλος Κωσταντίνος Τσάβαλος 13 Ιανουαρίου 2019, 20:45

Το χαρακτήρισαν «Δυναμίτη». «Αλμπουμ-φωτιά». «Δίσκο που άλλαξε τον ρου της hard rock μουσικής». «Το πρώτο heavy metal άλμπουμ». Και πολλά (υπερθετικά) ακόμη.

Πριν ακριβώς πενήντα χρόνια, στις 12 Ιανουαρίου του 1969 οι θρυλικοί Led Zeppelin κυκλοφόρησαν το παρθενικό άλμπουμ τους «Led Zeppelin» ή «Led Zeppelin Ι», γράφοντας ιστορία -και υστερία, αν λάβουμε υπόψη μας το εκκωφαντικό «γκελ» που έκαναν για όλη την επόμενη δεκαετία στον Πλανήτη Ροκ.

Όπως σημειώνει εκτενές δημοσίευμα της ιταλικής Repubblica, ο πρώτος δίσκος των Zeppelin ηχογραφήθηκε μέσα σε μόλις δυο ημέρες, το φθινόπωρο του 1968 στα Olympic Studios, με τον κιθαρίστα της μπάντας Τζίμι Πέιτζ να αναλαμβάνει την παραγωγή που κόστισε 1.782 λίρες Αγγλίας.

«Ήταν η εποχή των σούπερ-γκρουπ», σημειώνει ο αμερικανός μουσικός δημοσιογράφος και μετέπειτα σκηνοθέτης Κάμερον Κρόου, «και ένα απ’ αυτά ήταν οι Zeppelin που πάσχισαν να αποδείξουν πως δεν είναι διάττοντες αστέρες».

Πράγματι, οι τέσσερις μουσικοί που απάρτιζαν το νεότευκτο συγκρότημα ήταν μεν νέοι σε ηλικία, αλλά είχαν γράψει… χιλιόμετρα ως «σεσιονάδες» (πληρωμένοι) μουσικοί σε διάφορα βραχύβια ροκ σχήματα της μετά-Beatles εποχής στη Βρετανία.

Ο Τζίμι Πέιτζ στην κιθάρα, ο Ρόμπερτ Πλαντ στα φωνητικά, ο Τζον Πολ Τζόουνς (μακράν ο πιο ταλαντούχος όλων…) στο μπάσο και στις ενορχηστρώσεις και ο Τζον Μπόναμ στα τύμπανα δεν δημιούργησαν μια μπάντα, αλλά μια πολεμική μηχανή που έτρεχε με 200 χλμ. στις στροφές και συμπεριφερόταν σαν γερμανικό πάντσερ, πατώντας με την ένταση των τραγουδιών του πάνω στα… πτώματα των υπολοίπων συγχρόνων τους που απλώς ακούγονταν σαν γατάκια δίπλα σε λιοντάρια.

Το εμβληματικό εξώφυλλο του δίσκου, το οποίο βρίσκεται σε όλες τις λίστες με τα καλύτερα εξώφυλλα δίσκων όλων των εποχών, είναι ευθεία αναφορά στο όνομα του συγκροτήματος απεικονίζοντας το φλεγόμενο Ζέπελιν «Χίντεμπουργκ», λίγα λεπτά πριν συντριβεί στο έδαφος, στις ΗΠΑ στις 6 Μαΐου του 1937.

Μάλιστα το εξώφυλλο έγινε αντικείμενο ακόμα μεγαλύτερης κόντρας, όταν η Εύα φον Ζέπελιν, εγγονή του δημιουργού του αερόπλοιου, βλέποντας το artwork απείλησε ότι θα κινηθεί νομικά εναντίον τους και θα ματαιώσει τη συναυλία που επρόκειτο να δώσουν οι Zeppelin στην Κοπεγχάγη τον Φεβρουάριο του 1970.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το συγκρότημα να μετονομαστεί σε The Nobs για να μπορέσει να δώσει τελικά τη συναυλία.

Όπως και να’ χει, το άλμπουμ κυκλοφόρησε κανονικά και είναι χαρακτηριστικό πως από τα εννιά τραγούδια του δίσκου, μόνο τα εξής τρία είναι αυθεντικές συνθέσεις των Zeppelin: τα «Good Times, Bad Times», «Your Time is Gonna Come» και «Communication Breakdown».

Από τα υπόλοιπα φυσικά ξεχωρίζει το «Babe, I’m Gonna Leave You», μια διασκευή σε παραδοσιακό τραγούδι της Άνι Μπρέντον όπως αναφέρεται στις σημειώσεις, το «You Shook Me» του Μάντι Γουότερς, και το «Dazed and Confused» το οποίο πριν μερικά χρόνια τους έβαλε σε δικαστικές περιπέτειες, καθώς ο Τζέικ Χολμς τους κατηγόρησε για λογοκλοπή του κομματιού του με τίτλο «I’m Confused».

 

Το άλμπουμ αρχικά αντιμετωπίστηκε με μια σειρά από αρνητικές κριτικές: κάποιοι το χαρακτήρισαν βαρετό, άλλοι πομπώδες, άλλοι με τραγούδια που ξεπερνούσαν αδικαιολόγητα σε διάρκεια τα 4-5 λεπτά.

Το περιοδικό Rolling Stone έγραψε τότε πως «προσπαθούν να γεμίσουν το κενό που άφησαν οι Cream [σ.σ: του Ερικ Κλάπτον] και να αντιπαρατεθούν απέναντι στο συγκρότημα του Τζεφ Μπεκ, αλλά για να συμβεί αυτό θα πρέπει πρώτα να βρουν έναν καλό παραγωγό ήχου και μερικά τραγούδια αντάξια του συλλογικού τους ταλέντου».

Επίσης χαρακτηρίζει τον Πλαντ ως «φθηνή απομίμηση του Ροντ Στιούαρτ».

Φυσικά, κάποιοι άλλοι ενθουσιάστηκαν εξαρχής με το βαρυμεταλλικό μπλουζ-ροκ της μπάντας.

Ο Κρις Ουέλτς έγραψε στην Melody Maker ότι «το άλμπουμ αποτελεί έναν προσωπικό θρίαμβο του Πέιτζ. Οι Zeppelin είναι καταπληκτικοί καθώς αποφεύγουν να κοπιάρουν απλώς τα μπλουζ ριφ της κιθάρας, όπως κάνουν άλλοι βρετανοί συνάδελφοι τους, αλλά αποφασίζουν να τα παίξουν με ένταση και δύναμη».

Κι ο αμερικανός Ρόμπερτ Κρίστγκο έγραψε στην Village Voice πως «πρόκειται για ένα μουσικά φιλόδοξο άλμπουμ, με μουσικούς που παίζουν με έναν συνδυασμό αστείρευτης φυσικής ενέργειας και εκπληκτικής σκηνικής παρουσίας».

Μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, οι Zeppelin πήγαν στις Η.Π.Α. όπου έδωσαν 35 συναυλίες, πραγματοποιώντας την πρώτη τους αμερικανική περιοδεία, ενώ τον Απρίλιο του 1969 ο δίσκος  μπαίνει στα βρετανικά τσαρτ όπου και παραμένει για δυο ολόκληρα χρόνια, μέχρι τον Ιούνιο του 1971.

Το άλμπουμ μέχρι σήμερα έχει γίνει διαμαντένιο και έχει πουλήσει πάνω από 14 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.

Επιπλέον, το περιοδικό «Rolling Stone» το έχει κατατάξει στη θέση 29 στη λίστα με τα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών, το βρετανικό περιοδικό «Q» στην 7η θέση του καταλόγου με τους δίσκους που άλλαξαν τον κόσμο και το περιοδικό «Classic Rock» το έχει ανακηρύξει ως το 81ο καλύτερο βρετανικό ροκ άλμπουμ όλων των εποχών.