«Mannequins vedettes», δηλαδή τοπ μόντελ, του οίκου Chanel σε επίδειξη για τη γαλλική Εβδομάδα Μόδας | REUTERS/Benoit Tessier
Επικαιρότητα

«Ομιλείτε γαλλικά» και στις πασαρέλες

Λίγα πράγματα θυμίζουν τόσο πολύ Γαλλία όσο η υψηλή ραπτική και ο χώρος της κομψότητας, αλλά και αυτός κινδυνεύει να αλωθεί από το ξενόφερτο, αγγλικό λεξιλόγιο
Protagon Team

Ευαίσθητοι όπως είναι στην εισαγωγή ξένων – και ειδικά αγγλικών – λέξεων στη γλώσσα τους, οι Γάλλοι αποδύθηκαν σε μια νέα μάχη, αυτή τη φορά για να περιορίσουν την αγγλοσαξωνική επιρροή στο λεξιλόγιο του κόσμου της μόδας.

Από το «top model» στο «streetwear» και από εκεί στα «pop-up store» των οίκων μόδας, το ξενόφερτο για τους Γάλλους λεξιλόγιο κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια.

Δεν είναι φυσικά μόνο η γλώσσα της μόδας που χρησιμοποιεί τόσους αγγλισμούς. Ωστόσο για τους Γάλλους η μόδα είναι κάτι τόσο γαλλικό και τόσο δικό τους, που η χρήση ξένων όρων γίνεται δεκτή με απογοήτευση. Είναι δε κάπως ειρωνικό που η αγγλική λέξη για τη μόδα («fashion») προέρχεται από τα γαλλικά, από το façon.

Σε συνεργασία με την ομοσπονδία οίκων μόδας γυναικείων πρετ-α-πορτέ ενδυμάτων και αυτή της υψηλής μόδας,  το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού δημοσίευσε έναν κατάλογο με προτάσεις για τη χρηση γαλλικών όρων. Οι αγγλικές λέξεις δεν απαγορεύονται, φυσικά, απλά προτείνεται μια εναλλακτική.

Ετσι, όπως γράφουν οι Times, συνίσταται η χρήση του «mannequins vedettes» (μανεκέν-βεντέτες, θα λέγαμε) για τα τοπ μόντελ.

Τα «pop-up store», τα καταστήματα που στήνονται για περιορισμένο χρονικό διάστημα, προτείνεται να λέγονται «boutique éphémère» («εφήμερο κατάστημα») και το «streetwear» να λέγεται «la mode de la rue» («μόδα του δρόμου»).

Τα vintage ρούχα συστήνεται να λέγονται «d’époque» («εποχής») ενώ για το «flagship store», δηλαδή το κεντρικό κατάστημα ενός οίκου, συστήνεται ο όρος «magasin amiral» («κατάστημα-ναυαρχίδα», θα λέγαμε).

Τέλος για το «greenwashing», την τακτική μάρκετινγκ να παρουσιάζεται μια εταιρεία φιλική προς το περιβάλλον χωρίς να είναι και τόσο πολύ, συστήνεται το «écoblanchiment» («οικολογική λεύκανση»).