527
|

Mία στιγμή ιλίγγου

Mία στιγμή ιλίγγου

Ωραία: όλα τα μάτια στραμμένα στην ψηφοφορία μομφής στην σεπτή μας Βουλή των Ελλήνων!

Όμως, να, το είχαμε ξαναδεί και πριν 8 μήνες (6-11 Μαρτίου), τότε που με πρωτοβουλία Λούκας Κατσέλη-Γεράσιμου Αρσένη αναζητούνταν «μια εναλλακτική πορεία για την Ελλάδα» με οδηγό-ιχνηλάτη το Levy Institute του Bard College (σε μια de facto απόπειρα ανοίγματος των οριζόντων του ΣΥΡΙΖΑ, με εμβάπτιση σε κάποια μεταΚεϋνσιανά νάματα). Αυτήν την φορά, η διοργάνωση 2ήμερης συζήτησης για την Ευρωπαϊκή κρίση και την αναζήτηση διεξόδων πέρα από τον μονόδρομο της λιτότητας, στρατολόγησε από ευρύτερο φασμα. Και ανθρώπινο δυναμικό, και προσεγγίσεις.

Ασφαλως η μετα-Κεϋνσιανή προσέγγιση παρέμεινε κυρίαρχη. Αν και, μιας και μιλούμε για Levy Institute, πιο εύστοχη θα ήταν η αναφορά σε μια «στιγμή Μινσκυ»/Minsky moment, την οποία ζήσαμε/ζούμε τα χρόνια αυτά στην Μεσόγειο (με την έννοια «Μεσόγειος» καλύπτουμε την Ευρωπαϊκή περιφέρεια, που φτάνει μέχρις Ιρλανδία – αν όχι και Ισλανδία…). Δηλαδή μια φάση, μια στιγμή όπου παρατηρείται μείζων κατάρρευση αξιών: τα στοιχεία ενεργητικού, που χτίζονταν με όλο και φθηνότερο και αφθονότερο δανεικό χρήμα (σας θυμίζει κάτι;) περιέρχονται σε πτώση, η οποία δημιουργεί στενότητα στους επενδυτές, πράγμα που κατατρώγει την αξία των ίδιων τους των επενδύσεων, ωσότου όλο το σύστημα παθαίνει ίλιγγο. Και… οι συνταγές πολιτικής περιέρχονται, κι αυτές, σε δίνη ανασφάλειας. Το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» στην καθαρότερη μορφή του!

Στο Συνέδριο του Levy Ιnstitute, ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε υπ’ αυτήν την έννοια η παρουσίαση του τραπεζικού/χρηματοπιστωτικού κόμπου, από Γερ. Αρσένη, Αιμ. Αυγουλέα, Δημ. Βαγιανό και Γ. Ζαββό, η οποία άφησε να ανέβει στην επιφάνεια μια βαθύτερη ανησυχία για το πού θα πάμε/για το πού πορευόμαστε τώρα, «μετά την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών», (που θεωρούμε ότι έκλεισε έναν κύκλο ανασφάλειας, ενώ ανοίγει έναν καινούργιο, ακόμη πιο δύσβατο).  Η αλήθεια είναι πως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μπορεί να μην λειτούργησε ως lender of last resort, όμως έπαιξε τον ρόλο του market-maker of last resort, προκειμένου να «κρατήσει» την αξία ορισμένων τάξεων στοιχείων ενεργητικού. Όμως για πόσο; Άμα, δε, επιστρέφοντας σ’ εμάς συσχετίσει κανείς τα ήδη διαφαινόμενα NPLs των τραπεζών με ένα συγκλονιστικό νούμερο – των 33,6 δις ευρώ που καθίστανται απαιτητά από τις επιχειρήσεις μέσα στους επόμενους μήνες – τότε βλέπει την καταθετική βάση των Ελληνικών τραπεζών – στα 160 δις, σταθερά κατατρωγόμενη από την φορολογική επιδρομή, – να χλωμιαίνει επικίνδυνα!

Στην ίδια διοργάνωση, ιδιαίτερη καυστική η κριτική του Λόρδου Σκιντέλσκυ που θύμισε ότι μια εποχή, οι θεωρίες των Ρογκόφφ και Αλεζίνα – όπου στηρίχθηκε ολόκληρη η πρακτική της δημοσιονομικής προσαρμογής ως «συνταγής» για ανάκτηση της ανάπτυξης – κυριάρχησαν στον χώρο του policy-making: τώρα, ιδιαίτερα μετά την αποκάλυψη του φιάσκου του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή, «οι προσκλήσεις προς Ρόγκοφφ και Αλεζίνα, να μιλήσουν σε διεθνή συνέδρια, έχουν σαφώς μειωθεί» – όμως αναπροσαρμογή σε επίπεδο policymaking δεν παρατηρείται ακόμη!  Βέβαια, και η αλλαγή κεντρικού υποδείγματος την μεγάλη εποχή του Κεϋνσιανισμού βράδυνε να προκύψει. Μέχρι τότε, όμως, χάνεται ΑΕΠ, χάνονται εισοδήματα, χάνεται απασχόληση.

Πάντως, αν ήθελε κανείς να ξεχωρίσει κάτι το αληθινά ιδιαίτερο, θα στρεφόταν στον Μαρ Γκούντμουντσσον, Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Ισλανδίας. Ήταν να την χαίρεται κανείς την παρουσία του, χωρίς τίποτε από την Κεντρικοτραπεζική μανιέρα – αλλά και την από μέρους του επεξήγηση τού πώς μιλάει κανείς, στο βάθος της κρίσης, από σημείο απόλυτης αδυναμίας, στο διεθνές σύστημα. Και πώς γίνεται ακουστός.