Advertisement

570
Oι εγκαταστάσεις της Αλουμίνιον της Ελλάδος στη Βοιωτία |

Επιχειρήσεις: Αυτές που φεύγουν κι αυτές που επιμένουν ελληνικά – αλλά για πόσο ακόμη;

Χάρης Καρανίκας Χάρης Καρανίκας 22 Οκτωβρίου 2018, 22:01
Oι εγκαταστάσεις της Αλουμίνιον της Ελλάδος στη Βοιωτία
|

Επιχειρήσεις: Αυτές που φεύγουν κι αυτές που επιμένουν ελληνικά – αλλά για πόσο ακόμη;

Χάρης Καρανίκας Χάρης Καρανίκας 22 Οκτωβρίου 2018, 22:01

Η αρχή έγινε το 2012 με τη ΦΑΓΕ και την Coca-Cola Hellenic. Η πρώτη μετέφερε την έδρα της στις Λουξεμβούργο και η δεύτερη στο καντόνι Zug στην Ελβετία. H συνέχεια δόθηκε με την Βιοχάλκο, το 2013, που εγκατέστησε την έδρα της στο Βέλγιο. Τελευταίο κρούσμα μεγάλης ελληνικής βιομηχανίας που αποφάσισε πρόσφατα να μεταφέρει την έδρα της ήταν η Τιτάν – και αυτή πήγε Βρυξέλλες.

Τι είναι αυτό που διώχνει τις υγιείς ανταγωνιστικές εταιρείες από την Ελλάδα;

Στα πρώτα χρόνια της κρίσης, η απάντηση μπορεί να βρισκόταν στην αστάθεια και στον φόβο του εκτροχιασμού της χώρας, σε συνδυασμό με το κλείσιμο της στρόφιγγας του δανεισμού από τις τράπεζες. Προχωρώντας όμως μέσα στην κρίση, όσο περισσότερο διατηρείται αυτή η κατάσταση, τόσο πιο πιθανό φαντάζει το ενδεχόμενο να φύγουν και αυτοί που έχουν απομείνει.

Τον Μάρτιο του 2016 η Endeavor Greece, η διεθνής οργάνωση για την στήριξη της επιχειρηματικότητας, πραγματοποίησε έρευνα για την τάση των ελληνικών επιχειρήσεων να μεταφέρουν την έδρα τους ή μέρος της δραστηριότητάς τους στο εξωτερικό. Το δείγμα ήταν 300 επιχειρήσεις μικρού, μεσαίου και μεγάλου μεγέθους, διαφόρων κλάδων. Από αυτούς 4 στους 10 απάντησαν ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο να μεταφέρουν την έδρα τους. Μόλις λίγες ημέρες μετά την επιβολή των capital controls και της τραπεζικής αργίας το καλοκαίρι του 2015, το συγκεκριμένο ποσοστό ήταν στο μισό – 2 στους 10 εξέφραζαν την πρόθεση ότι ψάχνουν τη δυνατότητα «απόδρασης».

Οι κύριοι λόγοι που επικαλέστηκαν οι 4 στους 10 του Μαρτίου του 2016 για την ενδεχόμενη φυγή τους από την Ελλάδα ήταν η φορολογική αστάθεια, η πρόσβαση στο χρήμα, η υψηλή φορολογία και η γραφειοκρατία. Δεν ήταν ανάμεσα στους κύριους λόγους, όπως θα αναμενόταν, η δυσκολία των συναλλαγών στο εξωτερικό.

Οταν έφυγε η ΦΑΓΕ το 2012 o λόγος που αναφέρθηκε ήταν η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εταιρικής της δομής ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα τον παγκόσμιο χαρακτήρα του ομίλου. Η Coca-Cola Hellenic φιλοδοξούσε να αυξήσει την πιστοληπτική της ικανότητα και να αντλήσει περισσότερα κεφάλαια. Η Βιοχάλκο, από τις αρχές του 2013 είχε ενημερώσει ότι «διερευνά προτάσεις συμβούλων, προκειμένου να αποκτήσει καλύτερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, στα πλαίσια εξασφάλισης χρηματοδότησης επενδυτικών σχεδίων των θυγατρικών της εταιριών». Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, εμμέσως πλην σαφώς, αναφέρεται η πρόσβαση στο χρήμα, ένας από τους κύριους λόγους που το 40% μικρών, μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων το 2016 επίσης σκέφτονταν να «αποδημήσουν» στο εξωτερικό.

Τα σημάδια λοιπόν του «business draining» είναι από την αρχή της κρίσης φανερά και ξάστερα. Και η πρόσφατη ανακοίνωση για τη μεταφορά της έδρας της Τιτάν μας γεμίζει βεβαιότητα ότι το πρόβλημα είναι ακόμα εδώ και συνεχίζεται, έξι ολόκληρα χρόνια μετά τις πρώτες αποχωρήσεις υγιών ανταγωνιστικών ελληνικών επιχειρήσεων. Διανύοντας τον όγδοο χρόνο της κρίσης, η πρόσβαση στο χρήμα παραμένει προβληματική: ένας από τους λόγους που φεύγει η Τιτάν, όπως ανέφερε εδώ και καιρό η διοίκησή της, ήταν η αναζήτηση ευκολότερης πρόσβασης σε χρηματοδότηση για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της.

Οι υγιείς, εξωστρεφείς, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, όπως αυτές που έφυγαν, επιθυμούσαν κατά κύριο λόγο πρόσβαση σε κεφάλαια. Κατά την ομιλία του στη ΔΕΘ ο Πρωθυπουργός προχώρησε σε εξαγγελίες για τη μείωση του εταιρικού φόρου σε βάθος τετραετίας, για τη μείωση του ΦΠΑ, των ασφαλιστικών εισφορών και άλλων πολλών, όμως για το μεγάλο πρόβλημα της πρόσβασης στο χρήμα, που θα μπορούσε να φέρει την πραγματική ανάπτυξη, δεν υπήρξε κουβέντα.Και δεν είναι πολλές οι μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν απομείνει στην Ελλάδα – όπως για παράδειγμα  η Mytilineos Group, η Motor Oil και μερικές ακόμα που μετριούνται στα δάχτυλα.

Αυτές επιμένουν ακόμη ελληνικά, αλλά για πόσο ακόμη;