5 Ιουλίου 1982, ένα από τα πιο ωραία ματς στην ιστορία των Μουντιάλ. Ο Πάολο Ρόσι πετυχαίνει τρία γκολ και οδηγεί την Ιταλία στα ημιτελικά βγάζοντας εκτός την σπουδαία Βραζιλία | Reuters/Action Images/File Photo
Επικαιρότητα

Ο Πάολο Ρόσι έζησε την κόλαση και τον παράδεισο στα γήπεδα

Το 1980 συνελήφθη -σε απευθείας μετάδοση από τη RAI- και φυλακίστηκε (αδίκως) για το σκάνδαλο «Totonero». Ο απόλυτος εξευτελισμός! Δύο χρόνια μετά, οδήγησε την Ιταλία στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η απόλυτη αποθέωση! Ο Πάολο Ρόσι, το γελαστό παιδί που έκανε τη Βραζιλία να κλάψει, «έφυγε» στα 64
Sportscaster

Το άστρο του δεν έλαμψε στον ποδοσφαιρικό ουρανό για πολλά χρόνια. Γκολ, δεν πέτυχε εκατοντάδες. Κι όμως: ο Πάολο Ρόσι, που δυόμισι μήνες μετά τα 64α του γενέθλια νικήθηκε από τον καρκίνο, θα μείνει αξέχαστος. «Ηρωας» για τους Ιταλούς, «φαινόμενο» για τον υπόλοιπο κόσμο.

Το «ματς της ζωής του», στις 5 Ιουλίου 1982, είναι ένα από τα best-seller των σπορ. Στη δεύτερη φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ισπανίας, η Ιταλία, που είχε απογοητεύσει στα προηγούμενα παιχνίδια της, αντιμετώπιζε τη Βραζιλία του Ζίκο, του Σόκρατες και του Φαλκάο, που είχε διαλύσει όλους τους αντιπάλους της. Το αποτέλεσμα της αναμέτρησης φαινόταν προδιαγεγραμμένο, ακόμη και για τους πιο φανατικούς οπαδούς της «Σκουάντρα Ατζούρα». Στο γήπεδο, όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά.

Το ομορφόπαιδο με το ατημέλητο, ημίμακρο μαλλί των ’70s και το χαμόγελο που «έκαιγε καρδιές», σκόραρε τρία υπέροχα γκολ -τα πρώτα του στη διοργάνωση- και έκανε τη Βραζιλία να κλάψει, όπως αναφέρει και ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του. Πολλά χρόνια μετά ο «Παολίνο» έλεγε, χαριτολογώντας, σε συνέντευξή του: «Ακόμη και σήμερα, κάθε φορά που πηγαίνω στη Βραζιλία, κανένας οδηγός δεν δέχεται να με βάλει στο ταξί του». Μέσα σε μιάμιση ώρα ο 26χρονος -τότε- «στράικερ», που στα νιάτα του δεν τον εκτιμούσαν ως σπουδαίο ταλέντο, έγινε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου.

Τρία γκολ μετά (δύο στον ημιτελικό με την Πολωνία και ένα στον τελικό με τη Δυτ. Γερμανία) ο Ρόσι λίκνιζε το τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην αγκαλιά του σαν νεογέννητο μωρό. Η Ιταλία, που εκείνη την εποχή υπέφερε από τρομοκρατικές επιθέσεις, αιματηρές διαδηλώσεις, πολιτική αστάθεια και αστυνομική βία, έβρισκε στο πρόσωπό του την παρηγοριά – και τον διάδοχο του Ρίβα, που χρόνια αναζητούσε.

Δύο χρόνια νωρίτερα, τον είχε «σταυρώσει». Στις 23 Μαρτίου 1980 εκατομμύρια τηλεθεατές τον είδαν (σε απευθείας μετάδοση της RAI) να συλλαμβάνεται μέσα στο γήπεδο της Περούτζια -μαζί με άλλους ποδοσφαιριστές- και να οδηγείται δέσμιος στη φυλακή για το «Totonero», το σκάνδαλο με τους χειραγωγημένους αγώνες στο ιταλικό πρωτάθλημα. Φώναζε στους carabinieri ότι ήταν αθώος, το ίδιο και στον εισαγγελέα που είχε προχωρήσει σε ποινικές διώξεις χωρίς επαρκή στοιχεία, όμως η αδικία αποδείχτηκε μια πενταετία αργότερα.

O Ρόσι με τους άλλους εμπλεκόμενους στο σκάνδαλο (La Stampa)

Τρία χρόνια αποκλεισμός από όλους τους αγώνες. Αυτή ήταν η ποινή που του επιβλήθηκε. Και η Ιταλία θα έχανε το τρίτο της Παγκόσμιο Κύπελλο, εάν δεν υπήρχαν ο Μπονιπέρτι και ο Μπέαρζοτ. Ο θρυλικός πρόεδρος της Γιουβέντους διέταξε να επιτρέψουν στον Ρόσι να συμμετέχει στις προπονήσεις της ομάδας, έστω κι αν δεν είχε δικαίωμα να αγωνιστεί. Και ο ομοσπονδιακός τεχνικός, αμέσως μόλις έληξε η τιμωρία του (αφού του χαρίστηκε ένας χρόνος), τον επέλεξε για το Μουντιάλ του ’82, αφήνοντας εκτός αποστολής τον πρώτο σκόρερ του Καμπιονάτο, Ρομπέρτο Προύτσο.

Ο Ρόσι επέστρεψε στα γήπεδα στις 2 Μαΐου 1982, στον εκτός έδρας αγώνα της Γιουβέντους εναντίον της Ουντινέζε, στο «Φρίουλι», που θα έκρινε τον τίτλο εκείνης της σεζόν. Το γκολ που χάρισε στη «Γηραιά Κυρία» το τρόπαιο, και το δεύτερο αστέρι στη φανέλα της, ήταν δικό του. Με τη «Γιούβε» κατέκτησε άλλον έναν τίτλο στην Ιταλία (1984), ένα Κύπελλο Κυπελλούχων, και το αιματοβαμμένο Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1985 στο «Χέιζελ», δίπλα στον Μισέλ Πλατινί και τον Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ. Toν Μάιο του 1983 είχε φτάσει στον τελικό του Πρωταθλητριών που έγινε στο ολοκαίνουργιο τότε ΟΑΚΑ της Αθήνας, αλλά η Γιούβε έχασε 1-0 από το Αμβούργο του Φέλιξ Μάγκατ. Μετά τη Γιουβέντους έπαιξε για μία σεζόν στη Μίλαν και άλλη μία στην Ελλάς Βερόνα, και αποσύρθηκε από τη δράση το 1987, στα 31 του.

Αθήνα, Μάιος 1983. Ρόσι, Τζεντίλε και Τζοφ παρλαμβάνουν δώρα πριν από τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο νεόδμητο τότε ΟΑΚΑ. Η Γιουβέντους θα έχανε από το Αμβούργο με 1-0 (EPA/ANSA)

Μέχρι τα 22 δεν τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Στην ουσία, η καριέρα του άρχισε το 1978, όταν αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ με τη φανέλα της Λανερόσι Βιτσέντζα, γεγονός που του άνοιξε το δρόμο για την Αργεντινή. Εκεί, στο Μουντιάλ του 1978, πέτυχε τρία καθοριστικά γκολ και βοήθησε την Ιταλία να καταλάβει την τέταρτη θέση της διοργάνωσης. Εάν υπολογίσουμε και το διάστημα που έμεινε εκτός γηπέδων, οι ένδοξες μέρες του Ρόσι στο ποδόσφαιρο δεν κράτησαν παραπάνω από έξι επτά σεζόν.

Ούτε πολλά γκολ πέτυχε, σε σχέση με άλλους διάσημους «γκολτζήδες»: 103 με τους συλλόγους του (σε 251 ματς στη Serie A) και 20 με την Ιταλία (σε 49 ματς). Κι όμως, έγινε εθνικός ήρωας στη χώρα του. Είδε τον Μικ Τζάγγερ να φορά τη δική του φανέλα -με το «20»- στη συναυλία του 1982, στο «Κομουνάλε» του Τορίνο, μπροστά σε 60.000 θεατές. Και κέρδισε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο (σχεδόν) «μόνος του», τέσσερα χρόνια πριν το καταφέρει ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Πάνω απ’ όλα, ο Ρόσι θα συμβολίζει τη δύναμη της θέλησης. Επειδή αρνήθηκε να υποταχθεί στη μοίρα του.