598
Το μεγαλόπνοο σχέδιο: έτσι θα επιχειρήσουν να σταματήσουν τη βύθιση της Τζακάρτα | shutterstock

Ο «Μεγάλος Γκαρούντα», ένα θαλάσσιο φράγμα για την σωτηρία της Τζακάρτα

Protagon Team Protagon Team 1 Αυγούστου 2019, 17:00
Το μεγαλόπνοο σχέδιο: έτσι θα επιχειρήσουν να σταματήσουν τη βύθιση της Τζακάρτα
|shutterstock

Ο «Μεγάλος Γκαρούντα», ένα θαλάσσιο φράγμα για την σωτηρία της Τζακάρτα

Protagon Team Protagon Team 1 Αυγούστου 2019, 17:00

Η πρωτεύουσα της Ινδονησίας βυθίζεται στη θάλασσα -και μαζί της ενδέχεται να συμπαρασύρει τους σχεδόν 10 εκατομμύρια κατοίκους της.

Η Τζακάρτα, γνωστή και ως η ταχύτερα βυθιζόμενη πόλη στον κόσμο, είναι χτισμένη πάνω σε βάλτους και έλη, βρέχεται από τη θάλασσα της Ιάβας, ενώ την διασχίζουν 13 ποτάμια.

Κατ’ επέκταση, ειδικά την περίοδο των μουσώνων, οι πλημμύρες είναι συχνές με την μεγαλούπολη να «βυθίζεται» κυριολεκτικά μέσα στο έδαφος.

Σύμφωνα με τα επίσημα νούμερα, η Τζακάρτα βυθίζεται κατά μέσο όρο 1 έως 15 εκατοστά ετησίως και σχεδόν η μισή πόλη βρίσκεται ήδη κάτω από τη στάθμη της θάλασσας – με την κατάσταση να επιδεινώνεται χρόνο με το χρόνο.

Υπάρχει σωτηρία λοιπόν ή μήπως όμως είναι ήδη πολύ αργά;

Όπως αναφέρει ο Independent, οι αρχές ελπίζουν ότι το «Great Garuda» (ο «Μεγάλος Γκαρούντα», ένα πτηνό της βουδιστικής όσο και της ινδουιστικής μυθολογίας που αποτελεί και έμβλημα της χώρας), ένα θαλάσσιο τοίχος 32 χιλιόμετρων που θα χτιστεί στον κόλπο της Τζακάρτα μαζί με 17 τεχνητά νησιά, θα βοηθήσει στη διάσωση της πόλης.

Ποδόσφαιρο δίπλα στο ποτάμι σε μια γειτονιά της αχανούς Τζακάρτα, μιας πόλης που ολοένα και βυθίζεται.. (REUTERS/Willy Kurniawan)

Το κόστος αυτού του έργου, που ανέρχεται περίπου στα 40 δισεκατομμύρια δολάρια, υποστηρίζεται ένθερμα από τις κυβερνήσεις της Ολλανδίας και της Νότιας Κορέας και στόχος είναι να δημιουργηθεί μια τεχνητή λιμνοθάλασσα στην οποία τα επίπεδα των υδάτων μπορούν να μειωθούν για να επιτρέψουν την αποστράγγιση των ποταμών της πόλης – κάτι που θα βοηθήσει και με τις πλημμύρες κατά την περίοδο των μουσώνων.

«Η πιθανότητα να βυθιστεί στο κοντινό μέλλον εξολοκλήρου η Τζακάρτα μέσα στη θάλασσα δεν είναι απλώς ένα υποθετικό σενάριο. Αν εξετάσουμε τα μοντέλα μας, το 2050 περίπου το 95% της βόρειας Τζακάρτα δε θα υπάρχει», λέει ο Ολλανδός επιστήμονας Χέρι Αντρέας, ο οποίος έχει μελετήσει την καθίζηση της πόλης τα τελευταία 20 χρόνια στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Μπαντούνγκ.

Όντως: τα βόρεια τμήματα της πόλης, όπως το Mουάρα Μπάρου, έχουν βυθιστεί 2,5 μέτρα μέσα σε 10 χρόνια και συνεχίζει να βυθίζεται έως και 25 εκατοστά ετησίως σε ορισμένα σημεία της.

Ο «Μεγάλος Γκαρούντα» και πίσω του τα 17 «υποστηρικτικά» νησάκια

Η ταχύτητα όμως με την οποία βυθίζεται η Τζακάρτα οφείλεται εν μέρει και στην εξόρυξη των υπογείων υδάτων για χρήση ως πόσιμο νερό, για μπάνιο και άλλους καθημερινούς σκοπούς από τους κατοίκους των πόλεων – και όταν τα υπόγεια ύδατα αντλούνται, το αποτέλεσμα είναι η καθίζηση της γης.

Η κατάσταση επιδεινώνεται από τη χαλαρή επιτήρηση από το ίδιο το κράτος που επιτρέπει σε οποιονδήποτε, από μεμονωμένους ιδιοκτήτες σπιτιού έως ιδιοκτήτες εμπορικών κέντρων, να εκτελούν τις δικές τους εκροές υπογείων υδάτων -γεγονός εν μέρει δικαιολογημένο και εύλογο όταν οι εμπειρογνώμονες επιβεβαιώνουν ότι οι αρχές διαχείρισης του νερού μπορούν να καλύψουν μόνο το 40% της συνολικής ζήτησης στη Τζακάρτα.

Την απαισιοδοξία πάντως πολλών Ινδονήσιων έρχεται να εντείνει μια επιστημονική μελέτη, που θεωρεί μάταιο το τιτάνιο εργο του «Μεγάλου Γκαρούντα».

 

Ο «Γκαρούντα», πτηνό-έμβλημα της χώρας

Τρεις ολλανδικές μη κερδοσκοπικές ομάδες εξέδωσαν έκθεση το 2017, η οποία αμφισβητεί το κατά πόσο το θαλάσσιο τοίχος και τα τεχνητά νησιά θα μπορούσαν να λύσουν το πρόβλημα της καθίζησης στην Τζακάρτα.

Ο Γιαν Γιαπ Μπρίνκμαν, ένας υδρολόγος του Ολλανδικού Ινστιτούτου Έρευνας Υδάτων, υποστηρίζει από τη μεριά του ότι αυτό μπορεί να αποτελέσει μόνο ένα προσωρινό μέτρο.

«Υπάρχει μόνο μία λύση και όλοι την γνωρίζουν: να σταματήσει επιτέλους η εξόρυξη των υπογείων υδάτων και οι κάτοικοι να βασιστούν αποκλειστικά σε άλλες πηγές νερού, όπως στη βροχή, τα ποτάμια και τις δεξαμενές», καταλήγει με νόημα ο Μπρίνκμαν.