1135
| CreativeProtagon/Reuters

Ο «εγκέφαλος» πίσω από τον ιταλικό euro-θρίαμβο

Sportscaster Sportscaster 12 Ιουλίου 2021, 21:20
|CreativeProtagon/Reuters

Ο «εγκέφαλος» πίσω από τον ιταλικό euro-θρίαμβο

Sportscaster Sportscaster 12 Ιουλίου 2021, 21:20

Το ημερολόγιο έγραφε 14 Νοεμβρίου 2017, και το κλάμα του Τζιανλουίτζι Μπουφόν έκανε τον διαδικτυακό γύρο του Κόσμου. Η ισοπαλία (0-0) με τη Σουηδία στο «Σαν Σίρο» άφηνε την Ιταλία εκτός Παγκοσμίου Κυπέλλου (του 2018) για πρώτη φορά μετά το 1958.

Οι Ιταλοί χαρακτήρισαν τον αποκλεισμό ως «εθνική ντροπή» και έπεσαν σε ομαδική κατάθλιψη. Τα πράγματα ήταν ακόμη πιο άσχημα απ’ όσο φαίνονταν, εξηγούσαν τα αθλητικά media στη χώρα. Η αποτυχία αυτή μπορεί να μην ήταν συγκυριακή, αλλά ακόμη ένα σημάδι παρακμής μιας ποδοσφαιρικής αυτοκρατορίας που είχε αναδειχθεί παγκόσμια πρωταθλήτρια τέσσερις φορές. Διότι μετά την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2006 στη Γερμανία, η Ιταλία είχε αποτύχει να προκριθεί από τον όμιλό της στα δύο επόμενα Μουντιάλ. Αναθάρρησε λίγο στο Euro 2012, όμως η ταπεινωτική ήττα (4-0) από την Ισπανία στον τελικό δεν άφησε περιθώρια αισιοδοξίας.

Μετά το «κάζο» του 2017 η ιταλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία αποφάσισε ότι καμία συμβατική θεραπεία δεν θα μπορούσε να γιατρέψει τη «Σκουάντρα Ατζούρα», που υπέφερε από έλλειψη «αστέρων» και έπαιζε με ένα παρωχημένο -και αναποτελεσματικό, πια- στιλ. Ο προπονητής που θα διαδεχόταν τον Τζιαν Πιέρο Βεντούρα έπρεπε να είναι Ιταλός, φιλόδοξος, με ισχυρή προσωπικότητα, να έχει πετύχει και στο εξωτερικό (εκεί που παίζεται το σύγχρονο ποδόσφαιρο), και να έχει τα «κότσια» να τα αλλάξει όλα. Ο 53χρονος -τότε- Ρομπέρτο Μαντσίνι πληρούσε ιδανικά τις προδιαγραφές, όμως είχε, μόλις, υπογράψει συμβόλαιο με τη Ζενίτ, με ετήσιες αποδοχές 12 εκατομμυρίων ευρώ.

Ο Ρομπέρτο Μαντσίνι σε… χορευτική φιγούρα κατά τη διάρκεια του τελικού Pool via REUTERS/John Sibley

Η πρόταση έγινε για να καταγραφεί στα πρακτικά. Διότι κανένας δεν πίστευε πως ο πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής θα θυσίαζε 24 εκατομμύρια ευρώ -τους εγγυημένους μισθούς των δύο επόμενων ετών- και θα εγκατέλειπε την Αγία Πετρούπολη για να αναλάβει μια (σχεδόν) διαλυμένη εθνική Ιταλίας. Εκείνη την εποχή η Ιταλία είχε κατρακυλήσει στην 21η θέση του ranking της FIFA -τη χαμηλότερη στην ιστορία της-, ενώ η δεξαμενή από την οποία ο νέος προπονητής θα μπορούσε να αντλήσει παίκτες, ήταν μικρή. Μόνο το 38% των ποδοσφαιριστών που αγωνίστηκαν στη Serie A της σεζόν 2018-2019 ήταν Ιταλοί.

Ο ίδιος ο Μαντσίνι έχει αφηγηθεί στην Corriere dello Sport: «Οταν έφτασα (στη Ρώμη) κανείς δεν ήθελε να προπονήσει την εθνική μας ομάδα. Με ρώτησαν αν δέχομαι εγώ, και είπα αμέσως “ναι”. Πολλοί διστάζουν να μπλέξουν σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση, αλλά δεν είναι καθόλου τρομακτική για όποιον έχει λίγη εμπιστοσύνη στους νεαρούς παίκτες, και πιστεύει στις δυνατότητές του».

Προσλήφθηκε στις 14 Μαΐου 2018 κι άρχισε το… παιδομάζωμα. Για τους προκριματικούς κάλεσε 35 διαφορετικούς παίκτες, νέους και εξελίξιμους στην πλειονότητά τους. Ανάμεσά τους, έξι από την Ελπίδων του 2017. Από τους 29 παίκτες που κλήθηκαν για τα δύο τελευταία παιχνίδια των προκριματικών του Euro, μόνο 11 είναι μεγαλύτεροι από 25 ετών! Δεν τον ενδιέφερε αν προέρχονταν από μεγάλο ή μικρό σύλλογο, αρκεί να ταίριαζαν στο πλάνο του. Ο Μανουέλ Λοκατέλι και ο Ντομένικο Μπεράρντι, για παράδειγμα, που τους θαυμάσαμε σε αυτό το Euro, παίζουν στη φτωχή Σασουόλο, την ομάδα μιας κωμόπολης 40.000 κατοίκων, που δεν έχει κατακτήσει, ποτέ, τίποτα, και τερμάτισε όγδοη στο εφετινό Καμπιονάτο.

Δεν άλλαξε μόνο το ρόστερ, αλλά και τη μενταλιτέ της εθνικής Ιταλίας, που έγινε κυριαρχική, δημιουργική και γρήγορη. Μια σύγχρονη και ευχάριστη στο μάτι ομάδα, γεμάτη ενέργεια, φρεσκάδα και φαντασία στο παιχνίδι της. Και πολύ αποτελεσματική, όπως αποδείχτηκε. Στον όμιλό της πέτυχε τρία γκολ (3-0) δύο φορές μέσα σε ένα πενθήμερο. Σε κανένα από τα προηγούμενα παιχνίδια της σε Euro δεν είχε σκοράρει περισσότερα από δύο τέρματα. Ούτε όταν είχε στη σύνθεσή της «παικταράδες» όπως ο Μπάτζιο, ο ντελ Πιέρο, ο Τότι, ο Ιντζάγκι, ο Βιέρι, ο Κασάνο, ή ο Μπαλοτέλι.

Ο Ρομπέρτο Μαντσίνι πίστεψε σε ένα μοντέλο και επέλεξε παίκτες που μπορούσαν να το υπηρετήσουν. Ασχέτως βιογραφικού και… συλλογικής προελεύσεως REUTERS/John Sibley

Ο Μαντσίνι είναι ο πρώτος ιταλός τεχνικός που αντιλήφθηκε ότι το αναχρονιστικό αμυντικό παιχνίδι της «Σκουάντρα Ατζούρα» δεν μπορούσε, πια, να της προσφέρει μεγάλες χαρές. Σε αυτό τον βοήθησαν και οι προσωπικές του ποδοσφαιρικές καταβολές. Τον θυμάστε, ως παίκτη;

Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους της γενιάς του, δίπλα στον Μπάτζιο, τον Ντοναντόνι, τον Αντόνιο Κόντε, τον Κοστακούρτα… «Δεκάρι», γρήγορος, με καλή μπροστινή πάσα και φαντεζί ενέργειες. Ηγέτης της Σαμπντόρια που το 1991 «άρπαξε» το Σκουντέτο από τη Νάπολι του Μαραντόνα, τη Γιουβέντους του Ρομπέρτο Μπάτζιο, τη Μίλαν των Ολλανδών (Γκούλιτ, φαν Μπάστεν, Ράικαρντ) και την Ιντερ των Γερμανών (Ματέους, Κλίνσμαν, Μπρέμε). Μάλιστα, την επόμενη χρονιά έπαιξε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, όπου ηττήθηκε από την Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ στην παράταση.

Στην εθνική Ιταλίας αγωνίστηκε ελάχιστα, επειδή ήταν «άτακτος» και αντιδραστικός. Κλήθηκε για πρώτη φορά στα 19 του, για μια περιοδεία στις ΗΠΑ, όμως μια μέρα το έσκασε από το ξενοδοχείο για να θαυμάσει τη Νέα Υόρκη. Τον έδιωξαν, τον τιμώρησαν για δύο χρόνια, και τον κάλεσαν ξανά για το Μουντιάλ του 1994. Αλλά δεν γνώρισε, ποτέ, αυτή την εμπειρία. Τσακώθηκε με τον Αρίγκο Σάκι, που ήθελε να τον κάνει σέντερ-φορ, και αρνήθηκε να ταξιδέψει. Βεβαίως, δεν τον ξανακάλεσαν ποτέ στην εθνική. Επέστρεψε 24 χρόνια αργότερα, ως τεχνικός.

Επειτα από μια σπουδαία καριέρα γεμάτη τίτλους, στην Μπολόνια, τη Σαμπντόρια, τη Λάτσιο και τη Λέστερ, εγκατέλειψε τη δράση το 2001. Και λίγο αργότερα εμφανίστηκε ως προπονητής. Πάλι σάρωσε τρόπαια. Με τη Φιορεντίνα, τη Λάτσιο, την Ιντερ (δύο φορές), τη Μάντσεστερ Σίτι, τη Γαλατάσαραϊ, τη Ζενίτ. Ηταν εκείνος που το 2012 οδήγησε τη Σίτι στο πρώτο της πρωτάθλημα στην εποχή των Αράβων. Εκείνος που κατασκεύασε την τελευταία μεγάλη Ιντερ (πριν από αυτήν του Κόντε). Αλλά καμία από τις επιτυχίες του δεν συγκρίνεται με ετούτη, στην εθνική Ιταλίας.

Ο Ρομπέρτο Μαντσίνι πανηγυρίζει συγκινημένος στην αγκαλιά του Λεονάρντο Μπονούτσι το θρίαμβο του Γουέμπλεϊ. Κέρδισε ως προπονητής όσα στερήθηκε ως παίκτης / REUTERS/Carl Recine

Δύο χρόνια μετά το «σοκ» του αποκλεισμού της στα προκριματικά του Μουντιάλ 2018, η Ιταλία προκρίθηκε στο Euro 2020 μόνο με νίκες. Και προτού συμπληρωθεί τετραετία, στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης για δεύτερη φορά μετά το 1968. Αήττητη για σχεδόν τρία χρόνια, σε 34 διαδοχικά ματς. Καταρρίπτοντας κι ένα σωρό άλλα ρεκόρ. Με κατοχή μπάλας που «άγγιξε» το 71% στον τελικό, στο «Γουέμπλεϊ» απέναντι στους Αγγλους.

Ενας χαρισματικός αλλά «ατίθασος» πρώην παίκτης, αφού… έπνιξε τον παλιό του εαυτό, δημιούργησε «από το πουθενά» μια ομάδα συνόλου, χωρίς πριμαντόνες, που έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης σε χρόνο – ρεκόρ. Μια υπέροχη… συμμορία ποδοσφαιριστών, που ένιωσαν να τους εμπιστεύονται για πρώτη φορά. Ο Λοκατέλι είχε εκδιωχθεί από τη Μίλαν. Ο Σπινατσόλα είχε βρει την πόρτα της Γιουβέντους κλειστή. Ο ντι Λορέντσο, σε προχωρημένη ηλικία, αγωνιζόταν στη Γ’ Κατηγορία, όταν ήρθε ο Μαντσίνι. Ο Ιμόμπιλε περιπλανιόταν από σύλλογο σε σύλλογο. Ο Μπονούτσι με τον Κιελίνι ήταν τα «μαύρα πρόβατα» της αποτυχίας του 2017. Μόνον ο Ζορζίνιο, ο Βεράτι και ο Ντοναρούμα «γέμιζαν το μάτι» για πρωταθλητές Ευρώπης.

«Ελπίζω αύριο να απολαύσω τις χαρές που δεν γεύτηκα ως παίκτης», είχε τονίσει ο Μαντσίνι την προηγουμένη του τελικού. Μαζί με τις ευχές όλων των Ιταλών, πραγματοποιήθηκε και η δική του.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News