Επικαιρότητα

Μίμης Παπαϊωάννου: Αποχαιρετώντας έναν λαϊκό ήρωα των γηπέδων

Ενα μαγικό αριστερό πόδι, ένα άλμα που αμφισβητούσε τους νόμους της Φυσικής, ευστροφία, επαγγελματισμός και ήθος. Αυτά ήταν ο «Παπαγιάννης» που λάτρευαν οι ΑΕΚτζήδες και σέβονταν οι αντίπαλοι. Ο παίκτης που επιχείρησε να αποκτήσει η Ρεάλ ήταν ένας σεμνός, σχεδόν ντροπαλός άνθρωπος
Sportscaster

Είναι η εικόνα του Μίμη Παπαϊωάννου που έχει εντυπωθεί στη μνήμη μου περισσότερο από κάθε άλλη. Το τρίτο γκολ της ΑΕΚ στον ιστορικό αγώνα με την Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς, στις 16 Μαρτίου 1977 στη Νέα Φιλαδέλφεια. Τότε που, στα 35 του, περπάτησε στον αέρα, σαν άλλος Γκάλης πριν τον Γκάλη, για να πάρει τη «χρυσή» κεφαλιά, περικυκλωμένος από τον πανύψηλο (1,93) γκολκίπερ των Αγγλων Φιλ Παρκς και δυο θηριώδεις αμυντικούς. Ο Παπαϊωάννου των 168 εκατοστών ως ποδοσφαιριστής ήταν τεράστιος.

Ο κορυφαίος έλληνας ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ιστορίας και Στατιστικής (IFFHS) πέτυχε 289 γκολ σε 566 εμφανίσεις του με την ΑΕΚ, όμως εκείνο εναντίον της ΚΠΡ το είχε επιλέξει και ο ίδιος ως την κορυφαία από τις τόσες και τόσες μεγάλες του στιγμές. Η πιο ανατρεπτική πρόκριση ελληνικής ομάδας στα Κύπελλα Ευρώπης (στους ημιτελικούς του Κυπέλλου UEFA) έφερε την υπογραφή του. Την επόμενη μέρα ο αγγλικός Τύπος έπλεκε το εγκώμιο του αρχηγού της ΑΕΚ – και όχι του Θωμά Μαύρου, που είχε πετύχει δύο γκολ.

Ενα μαγικό αριστερό πόδι, ένα άλμα που αμφισβητούσε τους νόμους της Φυσικής, ευστροφία, επαγγελματισμός (σε εποχές ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου) και ήθος. Αυτά ήταν ο «Παπαγιάννης» που λάτρευαν οι ΑΕΚτζήδες και σέβονταν οι αντίπαλοι οπαδοί. Ηθος, πάνω από όλα. Σπανίως έκανε φάουλ. Σε όλη την καριέρα του είχε δεχθεί μόλις τρεις κίτρινες κάρτες – και ποτέ δεν αποβλήθηκε. Σε όποιο γήπεδο κι αν εμφανιζόταν, οι θεατές φώναζαν το όνομά του. Υποστηρικτές του Ολυμπιακού ή του Παναθηναϊκού πήγαιναν στη Νέα Φιλαδέλφεια για να τον απολαύσουν. Στο σπίτι του, ανάμεσα στα υπόλοιπα ποδοσφαιρικά του κειμήλια (μια φωτογραφία της μαύρης Μερσεντές με το λευκό τιμόνι, που του είχε χαρίσει ο Λουκάς Μπάρλος, τη φανέλα που φορούσε στο «νταμπλ» του 1978 κ.ά.), υπήρχε μια πλακέτα που έγραφε:

«Τιμής ένεκεν στον Δημήτρη Παπαϊωάννου, τον μάγο της μπάλας

5-3-2012

Ενας ανώνυμος Ολυμπιακός».

Ο παίκτης που επιχείρησε να αποκτήσει η Ρεάλ Μαδρίτης –πρωτοφανές για το ελληνικό ποδόσφαιρο εκείνης της εποχής– ήταν ένας σεμνός, σχεδόν ντροπαλός άνθρωπος. Δεν έδινε συνεντεύξεις, άφηνε τους άλλους να εκτελούν τα πέναλτι και απέφευγε να κάνει παρατηρήσεις στους συμπαίκτες του, ακόμη και τα χρόνια που φορούσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Αν και «σημαία» της ομάδας, συμπεριφερόταν σαν απλός στρατιώτης της. Μέχρι και τερματοφύλακας έπαιξε δύο φορές που χρειάστηκε.

Η ιστορία με τον Μίμη Δομάζο είναι χαρακτηριστική. Οταν ο «στρατηγός» τσακώθηκε με τον Παναθηναϊκό και πήγε να παίξει στην ΑΕΚ (1978-1979), ο Παπαϊωάννου όχι μόνο δεν άσκησε βέτο, όπως θα έκαναν οι περισσότερες «ντίβες» στη θέση του, αλλά σε ένδειξη σεβασμού του προσέφερε τη φανέλα με το «10», την οποία για χρόνια φορούσε εκείνος.

Υπηρέτησε την ΑΕΚ επί 17 ολόκληρα χρόνια (1962-1979). Μόνο για δύο μήνες έλλειψε από κοντά της, τη χρονιά που το ποδόσφαιρο κινδύνευσε να τον χάσει για πάντα. Ηταν Οκτώβριος του 1965 όταν η ΑΕΚ αρνήθηκε τη μεταγραφή του στη Ρεάλ, η οποία της είχε προσφέρει 4 εκατ. δραχμές, και 750.000 στον ίδιο τον παίκτη (που τρία χρόνια πριν είχε κοστίσει στην ΑΕΚ 140.000 δραχμές). Το ποσό ήταν αδιανόητο, όμως η «Ενωση» δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ο Παπαϊωάννου, φυσικά, απογοητεύτηκε. Τόσο πολύ ώστε σκέφτηκε να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο και να γίνει τραγουδιστής.

Τα γεγονότα τα αφηγείται ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του, «Ραντεβού στον αέρα», την οποία επιμελήθηκε ο δημοσιογράφος Νίκος Κατσαρός:

«Την άλλη μέρα, να τα πάλι τα “ξύλινα’’ γράμματα στις αθλητικές εφημερίδες: “3.000.000 δίνουν στην ΑΕΚ οι Ισπανοί για τον Παπαϊωάννου, 700.000 προσφέρει η Μαδρίτη στον έλληνα άσο’’. Αλήθεια ήταν! Και τριετές συμβόλαιο, και φαγητό, και σπίτι. Οχι, βέβαια, ότι μου έδιναν βίλα, όπως γίνεται σήμερα με τους ξένους επαγγελματίες που έρχονται να αγωνιστούν στην Ελλάδα, αλλά θα ήταν ένα βήμα μπροστά. Σκέφτηκα: “Μίμη, πρόκειται για την ευκαιρία της ζωής σου. Μπάλα δεν θέλεις να παίξεις; Ιδού η πρόκληση. Γίνε επαγγελματίας σε ηλικία 22 ετών και θα λύσεις το πρόβλημα της ζωής σου’’.

Εκείνη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι και η λαχτάρα μου, αν υπήρχε μετρητής όπως στην πίεση και μου τη μετρούσαν, θα έσπαγε τα κοντέρ… Ηθελα πολύ να πάω στη Ρεάλ, με είχε ξεμυαλίσει η ιδέα να φορέσω τη φανέλα της σπουδαιότερης ευρωπαϊκής ομάδας, ωστόσο στην ΑΕΚ ήταν ανένδοτοι.

Δεν τους κατακρίνω. Φοβούνταν να με δώσουν, γιατί αυτό θα ξεσήκωνε τις διαμαρτυρίες των φίλων της ΑΕΚ. Ο Δημήτρης Σεβαστάκης, που ήταν τότε ο γενικός αρχηγός, μου μίλησε απλά και σταράτα: “Ρε Παπαϊωάννου, αγόρι μου, δεν μπορούμε να σε δώσουμε, επειδή τότε θα πρέπει να φύγουμε από την Αθήνα για να μη μας δείρουν οι οπαδοί…’’. Ενιωθα αδικημένος με την απόφαση της ΑΕΚ να μου κλείσει την πόρτα στην ευρωπαϊκή προοπτική και εξέλιξη, στη δόξα, και φυσικά στην πιθανότητα να κερδίσω περισσότερα χρήματα. Εύλογο ήταν».

Αγαπούσε το λαϊκό τραγούδι από μικρός. Οταν το προσφυγόπουλο από τη Νέα Νικομήδεια Ημαθίας δεν έπαιζε μπάλα στην τοπική ομάδα, στην οποία ήταν έφορος ο πατέρας του Κωνσταντίνος, και δεν εργαζόταν στο κουρείο του χωριού, προσπαθούσε να μάθει μπουζούκι, σιγοτραγουδώντας λαϊκά τραγούδια. Στα πανηγύρια ακολουθούσε τον Χρήστο Νικολόπουλο, άλλον Μακεδόνα. Οταν κατέβηκε στην Αθήνα γνώρισε και τον Στέλιο Καζαντζίδη, που ήταν ΑΕΚτζής (στα νιάτα του πουλούσε σάμαλι στο γήπεδο της ΑΕΚ για να βλέπει τους αγώνες). Την εποχή που οι σχέσεις του Παπαϊωάννου με την ΑΕΚ είχαν ψυχρανθεί, ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα και τον Νικολόπουλο ετοιμάζονταν για μια δίμηνη περιοδεία στη Δυτική Γερμανία. «Αφού η ΑΕΚ δεν σε θέλει, έλα μαζί μας» του είπε ο Στέλιος. Και ανέβηκε στο τρένο.

Εκεί, στη διάρκεια του ταξιδιού, γράφτηκε και ο ύμνος της ΑΕΚ. Ο Καζαντζίδης συνέθεσε τη μουσική, σε στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη, και ο Νικολόπουλος έπαιζε μπουζούκι. Ο Παπαϊωάννου τον τραγούδησε το 1971, τη μέρα (βράδυ για την ακρίβεια) που η ΑΕΚ κατέκτησε τον τίτλο του πρωταθλήματος. Ηχογραφήθηκε στα στούντιο της Polyfon, στην Πατησίων. Στην άλλη πλευρά του δίσκου υπάρχει ένα λαϊκό τραγούδι με τίτλο «Μες στη φωτιά μου». Στο ρεφρέν του ύμνου, η δεύτερη φωνή δεν είναι του Καζαντζίδη, όπως πολλοί πίστευαν, αλλά ενός κιθαρίστα του Νικολόπουλου. Ο Στέλιος δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής επειδή είχε συμβόλαιο με άλλη δισκογραφική εταιρεία.

Ο Παπαϊωάννου ηχογράφησε συνολικά επτά λαϊκά τραγούδια. Η μπάλα, όμως, του έλειπε πολύ. Το ίδιο και η ΑΕΚ. «Τι λες να κάνω;» ρώτησε τον Καζαντζίδη. «Ακου, Μίμη», του είπε εκείνος. «Στο τραγούδι το παλεύεις, θα είσαι βιοπαλαιστής. Εχω την εντύπωση πως πρέπει να γυρίσεις σε αυτό που ξέρεις να κάνεις καλά. Πήγαινε να παίξεις ποδόσφαιρο και κάποια μέρα θα με θυμηθείς». Οπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία του ο Παπαϊωάννου, από τον Στέλιο έμαθε να μετράει την ψυχή περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη ζωή.

Το 1979 έφυγε στη Νέα Υόρκη. Επαιξε στον Παγκύπριο μαζί με τον Δομάζο. Στη συνέχεια ανέλαβε την ομάδα ως προπονητής. Αλλά λίγο μετά τα 40 αποφάσισε να αφοσιωθεί στην αγαπημένη του σύζυγο, Μαίρη. Οταν κατέβηκε στην Αθήνα ήταν δεν ήταν 20 ετών. Ως φίρμα της ΑΕΚ είχε μεγάλο σουξέ στις γυναίκες. Εκείνος, όμως, παρά τους πειρασμούς, ζούσε σαν μοναχός. Δεν έπινε, δεν κάπνιζε, δεν ξενυχτούσε. Παραδόθηκε στον έρωτα όταν γνώρισε τη Μαίρη, κόρη ταξιτζή. Στην αρχή ο πατέρας της δεν τον ήθελε – είχε την εντύπωση ότι οι ποδοσφαιριστές είναι αλήτες. Αλλά με τον καιρό κατάλαβε ότι ο Μίμης ήταν διαφορετικός.

Ανήκει στη γενιά των άτυχων μπαλαδόρων που μεγαλούργησαν όσο το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα ήταν ακόμη ερασιτεχνικό. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή τους ήταν η αγάπη του κόσμου. Ο Παπαϊωάννου την απόλαυσε όσο λίγοι. Η μορφή του θα παραμείνει ζωντανή στον βορειοδυτικό πυλώνα της «Αγια-Σοφιάς».