886
Καρέ από το ντοκιμαντέρ «Woodstock: Three Days That Defined a Generation» του Μπαράκ Γκούντμαν | PBS Distribution

Μια καινούργια ματιά στο Γούντστοκ, μισόν αιώνα μετά

Καρέ από το ντοκιμαντέρ «Woodstock: Three Days That Defined a Generation» του Μπαράκ Γκούντμαν
|PBS Distribution

Μια καινούργια ματιά στο Γούντστοκ, μισόν αιώνα μετά

«Τον Αύγουστο του 1969 και ενώ το έθνος μας [σ.σ: οι ΗΠΑ] βρίσκεται σε αναταραχή γύρω από την πολιτική, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον Πόλεμο του Βιετνάμ, μισό εκατομμύριο άνθρωποι μαζεύτηκαν σε μια μικρή φάρμα γαλακτοκομικών έξω από την Νέα Υόρκη, για να παρακολουθήσουν την μεγαλύτερη συναυλία όλων των εποχών. Αυτό που βίωσαν, ήταν μια στιγμή που θα ξεκινούσε μια πολιτιστική επανάσταση που θα άλλαζε τους ίδιους και την χώρα μας για πάντα».

Με αυτά τα λόγια προλογίζεται το ντοκιμαντέρ «Woodstock: Three Days That Defined A Generation», μια απόπειρα, μισόν αιώνα μετά, να καταγραφούν τα γεγονότα γύρω από την θρυλική συναυλία του Γούντστοκ, που, όπως αναφέρει και ο τίτλος, του «καθόρισε μια ολόκληρη γενιά Αμερικανών» (και μη…).

Το ντοκιμαντέρ διαθέτει μπόλικο ακυκλοφόρητο υλικό, αποτυπώνοντας τόσο την ίδια την συναυλία, όσο και τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν σε αυτές τις τρεις ιστορικές ημέρες που σηματοδότησαν, αλλά και «ξεχείλωσαν» τα όρια της αντικουλτούρας της εποχής εκείνης.

«Ποια ήταν αυτά τα παιδιά; Τι προσωπικές ιστορίες έφεραν μαζί τους στο Μπέθελ της Νέας Υόρκης εκείνο το τριήμερο και πόσο άλλαξε την ζωή τους η εμπειρία τους εκεί;», αναρωτιέται το ντοκιμαντέρ.

Όπως αναφέρει ο Guardian, στη σκηνοθεσία βρίσκεται ο Μπαράκ Γκούντμαν (των ταινιών «Oklahoma City» και «American Experience»).

«Η ταινία ρίχνει φως στο φεστιβάλ αλλά και στην ομώνυμη και βραβευμένη με Όσκαρ το 1970 ταινία που ακολούθησε», τονίζει η εφημερίδα, προσθέτοντας πως για πρώτη φορά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τους επώνυμους καλλιτέχνες στους ανώνυμους θεατές.

Ενα ζευγάρι παρακολουθεί τα επί σκηνής τεκταινόμενα, το απόγευμα της 16ης Αυγούστου 1969… (Bethel Woods Center for the Arts)

«Θέλαμε να διερευνήσουμε τι ήταν αυτό που έκανε το Γούντστοκ να ξεχωρίζει σε σχέση με κάθε άλλο μουσικό φεστιβάλ τα τελευταία 50 χρόνια», λέει ο σκηνοθέτης.

«Σίγουρα δεν ήταν μόνο λόγω της μουσικής της, παρόλο που ήταν υπέροχη. Ήταν και κάτι ακόμη και θέλουμε να το βρούμε», επισημαίνει με νόημα ο Γκούντμαν.

Όπως αναφέρει η βρετανική εφημερίδα, ο Γκούντμαν μίλησε με πάνω από 50 άτομα που βρέθηκαν εκεί, είτε ως διοργανωτές, είτε ως θεατές, τα οποία αποκαλύπτουν άγνωστες μέχρι σήμερα λεπτομέρειες και παραλειπόμενα από το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός της εποχής εκείνης.

Ο Τζο Κόκερ επί σκηνής, μόλις διακρινόμενος στο κέντρο της εξέδρας

«Η ταινία του φεστιβάλ γυρίστηκε από μια ομάδα χίπηδων που χρηματοδότησαν οι ίδιοι το πρότζεκτ», λέει ο σκηνοθέτης, σημειώνοντας ότι υπήρχαν τρεις ομάδες ανθρώπων που δεν έκαναν τίποτα άλλο εκείνες τις ημέρες εκτός από το να κινηματογραφούν, από διάφορες γωνίες λήψης, το πλήθος.

«Εκείνη την εποχή, όλοι [οι σκηνοθέτες] συνήθιζαν να κινηματογραφούν αποκλειστικά ό,τι συνέβαινε στη σκηνή, χωρίς ποτέ να ασχοληθούν με τις αντιδράσεις του κοινού», καταλήγει ο Γκούντμαν.

Το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ έκανε πρεμιέρα στο Tribeca Film Festival, ενώ στις 24 Μαΐου κυκλοφόρησε και στις κινηματογραφικές αίθουσες της Αμερικής.

«Τρεις ημέρες ειρήνης και μουσικής»

Το θρυλικό φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε από τις 15 έως τις 18 Αυγούστου του 1969 στο κτήμα του Μαξ Γιασγκούρ στο Μπέθελ της Νέας Υόρκης.

Οι προετοιμασίες είχαν ξεκινήσει ήδη από τον Μάρτιο του 1967 όταν οι επιχειρηματίες Τζον Ρόμπερτς και Τζόελ Ρόουσμαν δημοσίευσαν μια αγγελία στη «Wall Street Journal» αναζητώντας ιδέες για έξυπνες επενδύσεις.

Δυο νεαροί χίπηδες, ο μουσικός παραγωγός Μάικ Λανγκ και ο Αρτ Κόρνφελντ, στέλεχος της εταιρείας Capitol, τους έπεισαν να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους σε ένα μεγάλο μουσικό φεστιβάλ με αρχικό προϋπολογισμό τα 150.000 δολάρια.

Το εισιτήριο ορίστηκε στα έξι δολάρια για κάθε ημέρα του φεστιβάλ και, αμέσως μετά την ανακοίνωση των καλλιτεχνών που θα εμφανίζονταν, η ανταπόκριση ήταν τόσο μεγάλη, ώστε είχαν ήδη πουληθεί σχεδόν 190.000 εισιτήρια!

Τελικά, λίγες ώρες πριν την έναρξή του, το απόγευμα της 15ης Αυγούστου, έξω από την είσοδο της αχανούς φάρμας είχαν συγκεντρωθεί σχεδόν μισό εκατομμύριο νεαροί από όλα τα μήκη και τα πλάτη των ΗΠΑ, γεγονός που ανάγκασε τους διοργανωτές να ανοίξουν τις πόρτες και να ανακοινώσουν ότι η είσοδος είναι ελεύθερη.

Υπολογίζεται ότι περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι προσπάθησαν να φτάσουν στην περιοχή αλλά δεν τα κατάφεραν εξαιτίας της κυκλοφοριακής συμφόρησης, ενώ το μποτιλιάρισμα στους δρόμους δημιούργησε προβλήματα και στη ροή του προγράμματος καθώς κάποιοι καλλιτέχνες δεν κατάφεραν να φτάσουν στην ώρα τους.

Για την ιστορία, οι καλλιτέχνες που έλαβαν μέρος είναι οι εξής: Ρίτσι Χέιβενς, Sweetwater, The Incredible String Band, Μπερτ Σόμερ, Τιμ Χάρντιν, Ραβί Σανκάρ, Mέλανι, Αρλο Γκάθρι, Τζόαν Μπαέζ, Quill, Keef Hartley Band, Country Joe McDonald, Τζον Σεμπάστιαν, Santana, Canned Heat, Mountain, Grateful Dead, Creedence Clearwater Revival, Janis Joplin και The Kozmic Blues Band, Sly & the Family Stone, The Who, Jefferson Airplane, Τζο Κόκερ, Country Joe and the Fish, Τen Years After, The Band, Blood, Sweat & Tears, Τζόνι και Εντγκαρ Γουίντερ, Crosby, Stills, Nash & Young, Νιλ Γιάνγκ, Paul Butterfield Blues Band, Sha-Na-Na και ο Τζίμι Χέντριξ.

Ωστόσο, υπήρχαν και όλοι αυτοί που για τον έναν ή τον άλλο λόγο, έλειπαν από το Γούντστοκ: στο φεστιβάλ δεν κατάφεραν να παίξουν οι Beatles, οι οποίοι τότε ήταν στα… μαχαίρια μεταξύ τους,  οι Led Zeppelin καθώς είχαν επιλέξει να εμφανιστούν στο φεστιβάλ Rock Pile του Τορόντο με πολύ μεγαλύτερη αμοιβή, ο Μπομπ Ντίλαν και οι Jethro Tull του Ιαν Αντερσον για ιδεολογικούς λόγους (δεν συμφωνούσαν με τις αρχές που πρέσβευε το κίνημα των χίπηδων) καθώς και οι Doors, λόγω της δυσανεξίας του Τζιμ Μόρισον στις μεγάλες συναυλίες εξωτερικού χώρου.