| CreativeProtagon
Επικαιρότητα

Μάριο Ντράγκι, ο άνθρωπος ανάμεσα στην Ευρώπη και την άβυσσο

Τον είπαν «Σούπερ Μάριο» ή «Mr Whatever It Takes» και όχι άδικα. Ο ιταλός τεχνοκράτης πρωθυπουργός που κατά τη θητεία του στην ΕΚΤ έσωσε το ευρώ από την κατάρρευση, καλείται να κάνει το ίδιο και για την υπερχρεωμένη Ιταλία πριν αποχωρήσει από το πολιτικό σκηνικό
Protagon Team

Λέγεται πως «ουδείς αναντικατάστατος», υπενθυμίζει το Politico σε δημοσίευμά του. Ωστόσο είναι αλήθεια πως κάποιοι ηγέτες είναι περισσότεροι αναντικατάστατοι από άλλους και μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται σίγουρα ο Μάριο Ντράγκι. Γιατί, όμως είναι τόσο σημαντικός ο ιταλός πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ);

Γιατί «ακριβώς τη στιγμή που σκεφτόταν πως είχε γλιτώσει από την τυραννία των spreads και τον “βρόχο της καταστροφής”» καλείται για ακόμη μια φορά, όπως πριν από μία δεκαετία, να αναλάβει δράση. Ο Μάριο Ντράγκι, είτε του αρέσει είτε όχι, βρίσκεται και πάλι στο διεθνές προσκήνιο ενώ «ως ηγέτης της πιο ασταθούς οικονομίας της Ευρώπης θεωρείται από πολλούς επενδυτές ως ο τελευταίος άνθρωπος που στέκεται ανάμεσα στην ευρωζώνη και την άβυσσο».

«Ηταν εξαιρετικά σημαντικός γιατί δημιούργησε σταθερότητα», δήλωσε ο Ερικ Φόσινγκ Νίλσεν, επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος στην UniCredit, τη δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Ιταλίας. Δεν παρέλειψε, ωστόσο να επισημάνει πως «οποιαδήποτε χώρα εξαρτάται από έναν άνθρωπο αντιμετωπίζει προβλήματα».

Αυτό εξηγεί γιατί στη Ρώμη, στις Βρυξέλλες και στην Φρανκφούρτη ολοένα περισσότεροι ανησυχούν για το ενδεχόμενο η άβυσσος να μην απέχει πολύ και η καταστροφολογία και η κατήφεια για τα οικονομικά της Ιταλίας να μετατραπούν σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αναφέρουν στο ρεπορτάζ τους δημοσιογράφους του Economist.

Το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας αποτελεί εδώ και καιρό έμμονη ιδέα για τους επενδυτές ενώ για την ιταλική οικονομία διαγράφονται προοπτικές δυσοίωνες με αποτέλεσμα «η παρουσία του Ντράγκι – στον οποίο πολλοί χρεώνουν ότι έσωσε το ευρώ από τη λήθη πριν από μια δεκαετία, δηλώνοντας ότι η ΕΚΤ θα έκανε “ό,τι χρειαστεί” για τη διάσωσή του — να επιδρά καταπραϋντικά στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Προς το παρόν».

Το άλμα των ιταλικών spreads

Ωστόσο η ικανότητα του Ντράγκι να αποτρέπει καταστροφές, κάνοντας ό,τι χρειάζεται, τέθηκε εν αμφιβόλω, τουλάχιστον μερικώς, τον προηγούμενο μήνα, έπειτα από το άλμα διετίας που πραγματοποίησαν τα ιταλικά spreads, μετά το 2020, όταν οι προβλέψεις για τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας, προκαλούσαν έντονη ανησυχία για την οικονομική σταθερότητα της Ιταλίας.

Τότε χρειάστηκε η δέσμευση της ΕΚΤ για ένα τεράστιο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων για να μειωθεί αισθητά το κόστος δανεισμού της Ιταλίας. Και οι ισχυρές δονήσεις των τελευταίων πολλών, πλέον, εβδομάδων, ανάγκασαν την EKT να καταστρώσει ένα παρόμοιο σχέδιο στήριξης των καταχρεωμένων χωρών που ονομάστηκε «anti-fragmentation instrument» (εργαλείο κατά του κατακερματισμού). Παρότι οι λεπτομέρειες του προγράμματος δεν έχουν ακόμη κοινοποιηθεί πλήρως, στόχος του είναι ο περιορισμός της όποιας αύξησης των spreads, σε επίπεδα που θεωρούνται βιώσιμα, σύμφωνα, πάντα, με τους αξιωματούχους της ΕΚΤ.

Οσον αφορά το ιταλικό χρέος και το κατά πόσο είναι βιώσιμο «αυτή η ερώτηση έχει μόνο μία απάντηση: Εάν η ΕΚΤ λέει ότι το χρέος της Ιταλίας είναι βιώσιμο, τότε είναι βιώσιμο», δήλωσε ο Σόνι Καπούρ, επικεφαλής οικονομολόγος του Nordic Institute for Finance, Technology & Sustainability στο Οσλο. «Εάν η ΕΚΤ δεν το πει αυτό, τότε το ερώτημα θα συνεχίσει να τίθεται».

Και στη μέση η Λαγκάρντ…

Οι επιλογές που διαθέτει η διάδοχος του Μάριο Ντράγκι στην ΕΚΤ, η Κριστίν Λαγκάρντ, περιπλέκονται από την πολιτική πραγματικότητα στο βόρειο τμήμα της ευρωζώνης, όπου η αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ και άλλες πολιτικές έκτακτης ανάγκης εξακολουθούν να επικρίνονται από πολλούς. Ωστόσο μέρα με τη μέρα καθίσταται ολοένα πιο ξεκάθαρο πως αναπόφευκτα η ΕΚΤ θα πρέπει να αναλάβει κάποιου είδος δράση. Οπότε το ερώτημα καταλήγει να αφορά το κατά πόσο θα είναι αρκετή για την αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων προκύψουν.

Οι ευρωπαίοι πολιτικοί ανταποκρίθηκαν στην κρίση του ευρώ που άρχισε το 2010, αποτρέποντας, τελικά, την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, «αλλά χρειάστηκε μια επιδείνωση της κρίσης προτού η τότε καγκελάριος της Γερμανίας Ανγκελα Μέρκελ και οι υπόλοιποι ηγέτες αποφασίσουν να δράσουν αποφασιστικά, λαμβάνοντας δύσκολες αποφάσεις», υπενθυμίζουν οι συντάκτες του άρθρου. Σήμερα, όμως, πολλοί επενδυτές διερωτώνται ανήσυχοι εάν τα διασωστικά μέσα που διαθέτει είναι αρκετά ισχυρά, τόσο όσο χρειάζεται για τη διάσωση της Ιταλίας, της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας της ΕΕ.

Το χειρότερο σενάριο αφορά «μια ανεξέλεγκτη διεύρυνση των spreads που θα μειώσει την αξία του τεράστιου αποθέματος ιταλικών κρατικών ομολόγων που κατέχουν οι τράπεζες της χώρας σε τέτοιο βαθμό που δεν θα είναι πλέον σε θέση να δανείζουν, προκαλώντας ευρύτερη κρίση πανικού και χρεοκοπίας σε ολόκληρο τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την ευρύτερη οικονομία της ευρωζώνης που θα μπορούσε να επιταχύνει την κατάρρευση του ευρώ».

Ομως προς το παρόν το εν λόγω σενάριο θεωρείται μάλλον απίθανο καθώς η Ιταλία εξακολουθεί να μπορεί να αναχρηματοδοτεί το τεράστιο χρέος της ύψους περίπου τριών τρισεκατομμυρίων ευρώ. «Τα νούμερα δεν είναι τόσο άσχημα», σημείωσε ο Ερικ Φόσινγκ Νίλσεν της Unicredit, επιμένοντας ότι «το δράμα είναι υπερβολικό». Ο πραγματικός κίνδυνος αφορά την κατάσταση στη χώρα στο απώτερο μέλλον και ειδικά μετά την αποχώρηση του Μάριο Ντράγκι.

Μεταρρυθμίσεις

Κατά τη θητεία του στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ο Ντράγκι, ανησυχώντας ότι οι ηγέτες είχαν καλομάθει στα έκτακτα μέτρα της ΕΚΤ, δεν σταματούσε να πιέζει τις εθνικές κυβερνήσεις να προβαίνουν σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσες, απελευθερώνοντας, για παράδειγμα, την αγορά εργασίας, και πατάσσοντας τη γραφειοκρατία.  Ομως από τις αρχές της προηγούμενης χρονιάς ο Μάριο Ντράγκι βρίσκεται στην άλλη πλευρά.

Αναλαμβάνοντας χρέη πρωθυπουργού της Ιταλίας τον Φεβρουάριο του 2021 ως επικεφαλής μιας «κυβέρνησης εθνικής ενότητας», το πρώτο που κλήθηκε να κάνει ήταν να διαχειριστεί τις συνέπειες της πανδημίας. Προκειμένου να εξασφαλίσει επιχορηγήσεις και δάνεια ύψους 200 δισεκατομμυρίων ευρώ της Ιταλίας από το Ταμείο Ανάκαμψης, έπρεπε να επιταχύνει τον ρυθμό των μεταρρυθμίσεων όσον αφορά σχεδόν τα πάντα, από το δικαστικό σύστημα έως τους κανόνες ανταγωνισμού.

Η κυβέρνηση Ντράγκι διεκδίκησε με ιδιαίτερα επιθετικό τρόπο την έγκριση πολλών μέτρων στο ιταλικό κοινοβούλιο, έχοντας ζητήσει και κερδίσει έως σήμερα 52 ψήφους εμπιστοσύνης. Ωστόσο η τακτική αυτή δείχνει πως δυσκολεύεται ιδιαίτερα να επιτύχει τους υψηλούς μεταρρυθμιστικούς της στόχους, ανάφερε στο Politico ο Λούκα νταλ Προτζέτο, συνεργάτης της οργάνωσης συλλογής δεδομένων OpenPolis.

Παρότι ο αντίκτυπος των όποιων μεταρρυθμίσεων στην πραγματική οικονομία θα αρχίσει να γίνεται αισθητός έπειτα από χρόνια, οι μεταρρυθμίσεις αυτές καθαυτές είναι πολύ σημαντικής για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών στην Ιταλία.

Στο βάθος… κάλπες

Αλλά ο Ντράγκι δεν πρόκειται να κυβερνά εσαεί την Ιταλία. Εκλογές στη χώρα πρόκειται να διεξαχθούν το 2023 και θεωρείται ελάχιστα πιθανό ο 74χρονος ιταλός πρωθυπουργός που ανήλθε στην εξουσία ως τεχνοκράτης με την υποστήριξη όλων σχεδόν των πολιτικών κομμάτων να διεκδικήσει μια δεύτερη θητεία, παρότι είναι ιδιαίτερα δημοφιλής τόσο στο εσωτερικό της Ιταλίας όσο και στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τον Σόνι Καπούρ, τον επικεφαλής οικονομολόγο του Nordic Institute for Finance, Technology & Sustainability ανεξάρτητα από το ποιο θα είναι το εκλογικό αποτέλεσμα, σίγουρα δεν θα είναι αδιαμφισβήτητα θετικό για την πολιτική, τη διακυβέρνηση και την οικονομία. «Υπάρχει το κακό και το λιγότερο κακό αποτέλεσμα», είπε. «Το λιγότερο κακό αποτέλεσμα θα ήταν να αναλάβει ο Ντράγκι εκ νέου την πρωθυπουργία, κάτι που θεωρείται απίθανο αλλά θα μπορούσε να συμβεί». Πάντως ο ίδιος το έχει αποκλείσει, οπότε είναι πολύ πιθανό οι Ιταλοί να διαπιστώσουν σύντομα πως το «ό,τι χρειαστεί» δυστυχώς δεν αποτελεί πλέον επιλογή, προειδοποιούν οι δημοσιογράφοι του Politico, ολοκληρώνοντας την ανάλυσή τους.