763
H Μπάρι Βάις με φόντο τα γραφεία των New York Times | CreativeProtagon/Shutterstock

Μα μπορεί το Twitter να διευθύνει τους New York Times;

Protagon Team Protagon Team 19 Ιουλίου 2020, 11:50
H Μπάρι Βάις με φόντο τα γραφεία των New York Times
|CreativeProtagon/Shutterstock

Μα μπορεί το Twitter να διευθύνει τους New York Times;

Protagon Team Protagon Team 19 Ιουλίου 2020, 11:50

Τα τελευταία χρόνια, επιδιώκοντας να ερμηνεύσουν και να παρουσιάσουν στους αναγνώστες τους όσο το δυνατόν καλύτερα και πληρέστερα την «άλλη» Αμερική, κυρίως εκείνη που εξέλεξε τον Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία, οι New York Times άρχισαν να δίνουν τον λόγο σε νεαρούς ταλαντούχους και οξυδερκείς αρθρογράφους με συντηρητικές έως και επίμαχες, όμως, απόψεις, τουλάχιστον για τα δεδομένα της κατεξοχήν φιλελεύθερης και προοδευτικής εφημερίδας των ΗΠΑ.

Μεταξύ αυτών συγκαταλεγόταν και η 36χρονη, σήμερα, Μπάρι Βάις, μια δημοσιογράφος η οποία αυτοχαρακτηρίζεται φιλελεύθερη και κεντρώα και εντάχθηκε στο δυναμικό της εφημερίδας πριν από μία τριετία. Στις αρχές της εβδομάδας, ωστόσο, παραιτήθηκε και βρόντηξε, μάλιστα, πίσω της την πόρτα, δημοσιεύοντας μια μακροσκελή επιστολή με αποδέκτη τον εκδότη των NYT Αρθουρ Γκρεγκ Σουλτσμπέργκερ, στην οποία κάνοντας λόγο για «ανελεύθερο περιβάλλον» εργασίας, κατηγορεί την εφημερίδα ότι δεν την υπερασπίστηκε από τις συνεχείς επιθέσεις που δεχόταν, ακόμα και από συναδέλφους της με διαφορετικό – ριζοσπαστικό και αριστερόστροφο – προσανατολισμό.

Η νεοϋορκέζικη εφημερίδα αντιμετώπισε το συμβάν ως μεμονωμένο περιστατικό, ευχαριστώντας την Μπάρι Βάις για τη συνεισφορά της και επισημαίνοντας πως θα συνεχίσει να δημοσιεύει απόψεις από το σύνολο του πολιτικού φάσματος.

Αποτελεί, ωστόσο, γεγονός πως στους Times τα πνεύματα είναι οξυμένα, τουλάχιστον τις τελευταίες πέντε- έξι εβδομάδες, από τότε, δηλαδή που ο Τζέιμς Μπένετ, αρχισυντάκτης των άρθρων γνώμης της εφημερίδας έως τις αρχές του προηγούμενου μήνα, αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω της κατακραυγής που προκάλεσε η επιλογή του να επιτρέψει τη δημοσίευση ενός άρθρου του Τομ Κότον, ενός ρεπουμπλικανού γερουσιαστή ο οποίος τασσόταν υπέρ της επέμβασης του στρατού με στόχο την καταστολή των χιλιάδων Αμερικανών που κατέβηκαν στους δρόμους μετά τον φόνο του Τζορτζ Φλόιντ.

Εξίσου τεταμένη φαίνεται πως είναι η ατμόσφαιρα και σε ένα άλλο ιστορικό, φιλελεύθερο και προοδευτικό, έντυπο της Νέας Υόρκης, στο New York Magazine, με τον συντηρητικών πεποιθήσεων Αντριου Σάλιβαν, έναν από τους επιφανείς αρθρογράφους του περιοδικού, να ανακοινώνει επίσης την παραίτησή του.

Αμφότερα τα περιστατικά εντάσσονται στο πλαίσιο της έντονης ιδεολογικής αντιπαράθεσης που έχει ξεσπάσει στις ήδη διχασμένες και πολωμένες ΗΠΑ στον απόηχο των μαζικών και επεισοδιακών διαμαρτυριών κατά της αστυνομικής βίας και του συστημικού ρατσισμού.

Την προηγούμενη εβδομάδα περισσότεροι από 150 ακαδημαϊκοί, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, ακτιβιστές και καλλιτέχνες συνυπέγραψαν ανοιχτή επιστολή μέσω της οποίας επαινούν την κινητοποίηση σημαντικής μερίδας πολιτών υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης, καταγγέλλοντας, ωστόσο, συγχρόνως την «κουλτούρα της ακύρωσης»: στο όνομα δηλαδή μιας άκριτης πολιτικής ορθότητας υπονομεύεται η ανεκτικότητα στη διαφορετικότητα και η ελευθερία του λόγου με αποτέλεσμα «διευθυντές εντύπων να απολύονται επειδή δημοσιεύουν αμφιλεγόμενα άρθρα, βιβλία να αποσύρονται για δήθεν ανακρίβειες, δημοσιογράφοι να μη γράφουν για συγκεκριμένα θέματα, καθηγητές γίνονται στόχοι ερευνών γιατί επικαλέστηκαν συγκεκριμένα λογοτεχνικά έργα στις παραδόσεις τους, ερευνητές να απολύονται για τη δημοσίευση μελετών και επικεφαλής Οργανισμών να απομακρύνονται για απλά σφάλματα». Πέρα από τον Νόαμ Τσόμσκι, τον Σαλμάν Ρούσντι, την Μάργκαρετ Ατγουντ και την Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, μεταξύ όλων όσοι υπέγραψαν την εν λόγω επιστολή περιλαμβανόταν και η Μπάρι Βάις.

Στην επιστολή της η αρθρογράφος δεν περιορίστηκε στο να αναφέρει πως εργαζόταν υπό καθεστώς διαρκούς άγχους και φόβου με κάποιους από τους συναδέλφους της να την αποκαλούν «ρατσίστρια και ναζίστρια».

Υποστήριξε επίσης ότι ο αμερικανικός Τύπος, κυρίως τα προοδευτικά και φιλελεύθερα ΜΜΕ και «ειδικά» οι New York Times, αντί όντως να αποπειραθούν να προσεγγίσουν και να ακούσουν και να κατανοήσουν την «άλλη» Αμερική (των οπαδών του Τραμπ αλλά και των κεντρώων και συντηρητικών Αμερικανών) επιδόθηκαν στη δημιουργία μιας «νέας κρατούσας άποψης» σύμφωνα με την οποία «η αλήθεια δεν αποτελεί προϊόν συλλογικής έρευνας αλλά ορθοδοξία την οποία γνωρίζουν ελάχιστοι πεφωτισμένοι που καλούνται να ενημερώσουν όλους τους υπόλοιπους. Το Twitter δεν περιλαμβάνεται στην ταυτότητα των New York Times. Αλλά το Twitter κατέληξε να είναι ο απόλυτος αρχισυντάκτης του», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Είναι αλήθεια οπότε; Ενας από τους μεγαλύτερους και πιο σεβαστούς δημοσιογραφικούς οργανισμούς των ΗΠΑ και ολόκληρου του κόσμου που δηλώνει πως προασπίζεται την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, κατέληξε να μεροληπτεί υπέρ μιας νέας αριστερόστροφης ορθοδοξίας; Η πρόκειται απλά για το (προσχεδιασμένο) ξέσπασμα μιας φιλόδοξης αρθρογράφου η οποία, αδυνατώντας να ενταχθεί στο μαχητικό προσωπικό της εφημερίδας, έσπευσε να εκμεταλλευτεί το κλίμα αντιπαλότητας που παρατηρείται στις ΗΠΑ, ούτως ώστε αναδειχθεί περαιτέρω;

Πάντως σε κάθε περίπτωση κυριαρχεί η αίσθηση πως ο υιός Σουλτσμπέργκερ, ο οποίος πήρε τα ηνία της εφημερίδας από τον πατέρα του πριν από μία διετία, δυσκολεύεται ιδιαίτερα να συντονίσει τους δημοσιογράφους του. Μετά τη δημοσίευση το επίμαχου και «αντιδραστικού» άρθρου του ρεπουμπλικανού γερουσιαστή, ο 40χρονος εκδότης αρχικά υπερασπίστηκε τον Τζέιμς Μπένετ μόνο και μόνο για να τον αφήσει έκθετο στη συνέχεια. Και τώρα η Μπάρι Βάις τον κατηγορεί ότι δεν την προστάτεψε από τις επιθέσεις των συναδέλφων της, παρότι κατ’ ιδίαν την επαινούσε για το θάρρος της γνώμης της.