925
H Ελίζαμπεθ Γουόρεν σε προεκλογική εκστρατεία στην Αϊόβα | REUTERS/Rachel Mummey

Και ξαφνικά, αρχίζουν να παίρνουν στα σοβαρά την Ελίζαμπεθ Γουόρεν

Protagon Team Protagon Team 1 Ιουλίου 2019, 07:10
H Ελίζαμπεθ Γουόρεν σε προεκλογική εκστρατεία στην Αϊόβα
|REUTERS/Rachel Mummey

Και ξαφνικά, αρχίζουν να παίρνουν στα σοβαρά την Ελίζαμπεθ Γουόρεν

Protagon Team Protagon Team 1 Ιουλίου 2019, 07:10

Νικήτρια της πρώτης τηλεμαχίας των υποψήφιων για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών αναδείχτηκε αναμφίβολα η Ελίζαμπεθ Γουόρεν. Η προοδευτική γερουσιαστής της Μασαχουσέτης ευνοήθηκε και από την τύχη. Δεδομένου ότι οι εν δυνάμει κύριοι αντίπαλοι του Ντόναλντ Τραμπ από τις τάξεις των Δημοκρατικών είναι είκοσι, χωρίστηκαν τυχαία, μέσω κλήρωσης, σε δύο ομάδες.

Η Ελίζαμπεθ Γουόρεν κληρώθηκε στην πρώτη ομάδα υποψηφίων οι οποίοι παρουσίασαν τις θέσεις τους και αντάλλαξαν τις απόψεις τους το βράδυ της Τετάρτης. Και εκμεταλλεύτηκε πλήρως το γεγονός ότι μεταξύ των αντιπάλων της στο στούντιο δεν συγκαταλέγονταν ούτε ο Τζο Μπάιντεν, ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ που προηγείται στις δημοσκοπήσεις, ούτε ο Μπέρνι Σάντερς, ο κύριος εκπρόσωπος της ριζοσπαστικής πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος, οι οποίοι κονταροχτυπήθηκαν το βράδυ της Πέμπτης κατά τον δεύτερο γύρο της τηλεμαχίας που πραγματοποιήθηκε στο Μαϊάμι. Το προηγούμενο βράδυ, ωστόσο, και ο Μπέτο Ο’ Ρουρκ, πρώην βουλευτής από το Τέξας και ανερχόμενο αστέρι των Δημοκρατικών, και η μετριοπαθής γερουσιαστής από τη Μινεσότα Εϊμι Κλόμπουτσαρ απέφυγαν να επιτεθούν ευθέως στην Ελίζαμπεθ Γουόρεν, επειδή τη σέβονται και, συγχρόνως, μάλλον την φοβούνται.

Η 70χρονη πρώην καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Χάρβαρντ με ειδίκευση στο Πτωχευτικό Δίκαιο ανακοίνωσε επίσημα την υποψηφιότητά της τον περασμένο Φεβρουάριο, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης που έλαβε χώρα στο Λόρενς της Μασαχουσέτης, ιστορικό προπύργιο της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ, από τα μέσα του 19ου έως τα μέσα του 20ου αιώνα. Κατά τις πρώτες εβδομάδες που ακολούθησαν, οι πολιτικές συγκεντρώσεις της Γουόρεν δεν ξεπερνούσαν σε όγκο τις συνελεύσεις πολυκατοικιών ενώ στις δημοσκοπήσεις η παρουσία της μόλις που γινόταν αισθητή. Στη συνέχεια, ωστόσο, γύρω στα μέσα Μαρτίου, ξεκίνησε να συμμετέχει στα αποκαλούμενα στις ΗΠΑ «Town Hall Meetings», συγκεντρώσεις κατά τις οποίες οι πολίτες θέτουν απευθείας τα ερωτήματά τους στους πολιτικούς και εκείνοι καλούνται να απαντήσουν. Και η δημοτικότητά της άρχισε να ανεβαίνει αισθητά, καταφέρνοντας να ξεπεράσει πρώτα τον πολλά υποσχόμενο Μπέτο Ο’ Ρουρκ, μετά την Καμάλα Χάρις, γερουσιαστή από την Καλιφόρνια, και, πρόσφατα, τον 37χρονο Πιτ Μπάτιγκιγκ, τον πρώτο δηλωμένο ομοφυλόφιλο που αποφάσισε να διεκδικήσει την προεδρία και έως πριν από μερικές εβδομάδες θεωρούταν από πολλά αμερικανικά Μέσα ως ο επικρατέστερος για να λάβει το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών.

Στο πρώτο debate για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών, ανάμεσα στον Κόρι Μπούκερ και τον Μπέτο Ο’ Ρουρκ (REUTERS/Carlo Allegri)

Σήμερα, ολοένα περισσότεροι αρθρογράφοι και αναλυτές θεωρούν πως η Ελίζαμπεθ Γουόρεν μπορεί να ανέβει ακόμα πιο ψηλά. Ενας από αυτούς είναι ο Νίκολας Κριστόφ των New York Times o οποίος υπέγραψε την περασμένη Τετάρτη ένα άρθρο με τον τίτλο «Γιατί έκανα λάθος για την Ελίζαμπεθ Γουόρεν». Μεταξύ των διάφορων λόγων που απαριθμεί ο αμερικανός δημοσιογράφος (και νικητής δύο Βραβείων Πούλιτζερ) για την αλλαγή της γνώμης του, περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως η Γουόρεν «αποδείχτηκε πως είναι ένας “θερμοπίδακας” έξυπνων προτάσεων. Μου αρέσει ιδιαίτερα η ιδέα περί καθολικής κάλυψης υγείας για τα παιδιά. Αλλά η Γουόρεν έχει μια σειρά από άλλες προτάσεις επί παντός επιστητού – για την εκλογική μεταρρύθμιση, τη στέγαση, την αντιμετώπιση των μονοπωλίων, τη διοίκηση των πολυεθνικών. Προτείνει επίσης τη θέσπιση ενός φόρου πλούτου για τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων».

Κατά τη διάρκεια του ντιμπέιτ η Γουόρεν μπόρεσε μόνον επιγραμματικά να παρουσιάσει το πολιτικό της πρόγραμμα, το οποίο εστιάζει κυρίως στην οικονομία. «Η ανάπτυξη της χώρας ανταμείβει μόνον το πλουσιότερο 1% του συνολικού πληθυσμού, τις μεγάλες βιομηχανίες των φαρμάκων και του πετρελαίου, τους κολοσσούς της ψηφιακής τεχνολογίας». Σύμφωνα με την επίδοξη υποψήφια για την αμερικανική προεδρία, για να αλλάξει αυτή η κατάσταση θα πρέπει να αυξηθούν οι μισθοί και συγχρόνως η φορολογία των πλουσίων, να καταργηθεί η ιδιωτική ασφάλιση υγείας, να δεκαπλασιαστούν οι δημόσιες δαπάνες για την έρευνα, να δοθούν κίνητρα στις επιχειρήσεις ώστε να εισέλθουν στην παγκόσμια αγορά ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Αγκαλιά με υποστηρικτές της στη Νότια Καρολίνα (Team Warren/Facebook)

Ερευνητές του Peterson Institute for International Economics, ενός από τα πιο έγκριτα κέντρα μελετών της Ουάσινγκτον, ανέλυσαν λεπτομερώς αυτό που η Ελίζαμπεθ Γουόρεν αποκαλεί «Σχέδιο για τον Οικονομικό Πατριωτισμό». Αξίωμά του αποτελεί η ιδέα πως οι πολυεθνικές βλάπτουν σοβαρά τους αμερικανούς εργαζόμενους μέσω της μετεγκατάστασης των μονάδων παραγωγής και της μείωσης των μισθών. Η κυβέρνηση πρέπει, οπότε, να αναλάβει εκ νέου τη χάραξη και τον έλεγχο της βιομηχανικής πολιτικής, να προβεί σε στοχευμένες επενδύσεις, να περιορίσει την φυγή των επιχειρήσεων στο εξωτερικό, να προσφέρει κίνητρα για την αύξηση της κατανάλωσης αμερικανικών προϊόντων εντός των ΗΠΑ και να λάβει δραστικά μέτρα για την αύξηση των εξαγωγών. Οι δύο οικονομολόγοι του Ινστιτούτου Πίτερσον, Μόνικα ντε Μπόλε και Τζερόνιμ Ζετελμάγιερ, σημείωσαν στην έκθεση τους πως ο «οικονομικός πατριωτισμός» της Γουόρεν έχει πολλά κοινά στοιχεία με το «Πρώτα η Αμερική» του Ντόναλντ Τραμπ. Με τη διαφορά ότι η Γουόρεν εστιάζει την προσοχή της κυρίως στους εργαζόμενους ενώ ο Τραμπ… «δεν έχουμε ακόμα καταλάβει καλά σε τι», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά σε κείμενό του ο Τζουζέπε Σαρτσίνα, ανταποκριτής της ιταλικής Corriere della Sera στις ΗΠΑ.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως η Ελίζαμπεθ Γουόρεν ερμηνεύει με οικονομικούς όρους και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Σε ένα άρθρο της που δημοσιεύτηκε στο Foreign Affairs (τεύχος Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2019) η αμερικανίδα πολιτικός υποστηρίζει πως όλες οι επιλογές και οι ενέργειες των αμερικανικών κυβερνήσεων, τόσο κατά το πρόσφατο παρελθόν όσο και σήμερα – οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, η κρίση με το Ιράν, ο εμπορικός πόλεμος με την Κίνα – καθορίστηκαν με γνώμονα το συμφέρον των μεγάλων αμερικανικών πολυεθνικών. Η ανάλυσή της, ωστόσο, είναι κάπως αόριστη, σημειώνει ο ιταλός δημοσιογράφος, και αυτό θεωρείται από πολλούς το πιο αδύνατο σημείο της επίδοξης προέδρου της Αμερικής.