924
Το μνημείο το Ολοκαυτώματος μια βροχερή βερολινέζικη μέρα. Σύμβολο της θέλησης των Γερμανών να διδαχθούν από τη μεγαλύτερη ντροπή της Ιστορίας τους | Shutterstock

Η «πιο συνετή χώρα της Δύσης» και τα διδάγματα της φρίκης

Protagon Team Protagon Team 7 Οκτωβρίου 2021, 11:30
Το μνημείο το Ολοκαυτώματος μια βροχερή βερολινέζικη μέρα. Σύμβολο της θέλησης των Γερμανών να διδαχθούν από τη μεγαλύτερη ντροπή της Ιστορίας τους
|Shutterstock

Η «πιο συνετή χώρα της Δύσης» και τα διδάγματα της φρίκης

Protagon Team Protagon Team 7 Οκτωβρίου 2021, 11:30

To 1990, ενόψει της επικείμενης επανένωσης της Γερμανίας, η πρωθυπουργός της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ συγκάλεσε σε συνεδρίαση μια ομάδα βρετανών διανοουμένων, θέλοντας να ακούσει τις απόψεις τους όσον αφορά τον εθνικό χαρακτήρα των Γερμανών. O επικεφαλής σύμβουλός της για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής συνέταξε στη συνέχεια μία λίστα με τα κύρια χαρακτηριστικά του, τα οποία σύμφωνα με τους Βρετανούς ήταν «αγωνία, επιθετικότητα, διεκδικητικότητα, εκφοβιστική συμπεριφορά, σύμπλεγμα κατωτερότητας, συναισθηματισμός».

Ωστόσο σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, αυτές οι στερεοτυπικές αντιλήψεις όσον αφορά τον εθνικό χαρακτήρα των Γερμανών μάλλον έχουν αντιστραφεί. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει ο Γκίντεον Ράχμαν των Financial Times, σημειώνοντας, μάλιστα, πως όλα αυτά τα κάθε άλλο παρά ελκυστικά υποτιθέμενα «τευτονικά χαρακτηριστικά» περιγράφουν καλύτερα την κατάσταση που επικρατεί στην πολιτική ζωή όχι της Γερμανίας, αλλά της Βρετανίας και των ΗΠΑ.

«Αυτήν την περίοδο είναι ο δημόσιος βίος της Γερμανίας αυτός που χαρακτηρίζεται από αρετές που οι Βρετανοί συχνά αποδίδουν στον εαυτό τους, όπως η ψυχραιμία, η αυτοσυγκράτηση, ο ορθολογισμός, η διαλλακτικότητα», αναφέρει ο οξυδερκής βρετανός δημοσιογράφος και πολιτικός αναλυτής.

Προς επίρρωση των λεγομένων του, υπενθυμίζει καταρχάς πως παρότι η εκλογική αναμέτρηση της 26ης Σεπτεμβρίου στη Γερμανία ανέδειξε με μικρή διαφορά νικητές τον Ολαφ Σολτς και τους Σοσιαλδημοκράτες, οι Χριστιανοδημοκράτες αποδέχτηκαν αξιοπρεπώς την ήττα τους, δίχως κανένας να υποστηρίξει ούτε ότι έγινε νοθεία στις εκλογές, όπως έκαναν στις ΗΠΑ οι οπαδοί του Ντόναλντ Τραμπ, ούτε ότι οι αντίπαλοί τους είναι «αποβράσματα», όπως έκανε πρόσφατα στη Βρετανία η αντιπρόεδρος των Εργατικών Αντζελα Ράινερ, αναφερόμενη, φυσικά, στους Συντηρητικούς.

Οι Σοσιαλδημοκράτες έχουν τον πρώτο λόγο όσον αφορά τον σχηματισμό κυβέρνησης για πρώτη φορά από το 2005. Ωστόσο στη Γερμανία είναι δεδομένο ότι η μετάβαση της εξουσίας θα πραγματοποιηθεί με τον πλέον ομαλό τρόπο, δίχως να επέλθει καμιά απότομη ρήξη στην άσκηση πολιτικής και στη διακυβέρνηση της χώρας. Ούτε στη συνέχεια υπάρχει περίπτωση η αντιπολίτευση να κάνει ό,τι μπορεί ούτως ώστε να παραλύσει τη νέα κυβέρνηση.

Το πιο δύσκολο μάθημα

Πώς, όμως, κατέληξε η Γερμανία να είναι «η πιο συνετή χώρα της Δύσης», όπως διατείνεται ο Γκίντεον Ράχμαν; Πώς εξηγείται αυτή η αξιοσημείωτη μετάλλαξή της; Σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο παρελθόν της, στην Ιστορία της. «Σε αντίθεση με κάθε άλλη χώρα που γνωρίζω, η Γερμανία ανήγειρε ένα μνημείο για τη μεγαλύτερη εθνική ντροπή της στην καρδιά της πρωτεύουσας. Το μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο βρίσκεται κοντά στην Πύλη του Βρανδεμβούργου, στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Αποτελεί σύμβολο της αποφασιστικότητας της σύγχρονης Γερμανίας να αναγνωρίσει τη φρίκη του ναζισμού – και να διδαχτεί από αυτήν», εξηγεί ο Ράχμαν.

Επειδή γνωρίζουν πολύ καλά ποια μπορεί να είναι η κατάληξη της δημαγωγίας, οι πιο επιφανείς από τους γερμανούς πολιτικούς απεχθάνονται την προσωπολατρία. «Κανένας υποψήφιος για την καγκελαρία δεν θα καυχιόταν ποτέ, όπως καυχιόταν ο Τραμπ, ότι “μόνος μου μπορώ να διορθώσω την κατάσταση” ή θα ενίσχυε φωνές που απαιτούσαν τη “φυλάκιση” της αντιπάλου του. Στα πρόσφατα προεκλογικά ντιμπέιτ οι πολιτικοί ηγέτες αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλο με σεβασμό και αυτοσυγκράτηση. Γνωρίζουν ότι η πολιτική είναι σοβαρή υπόθεση», γράφει ο Ράχμαν, πληροφορώντας το βρετανικό αναγνωστικό κοινό ότι Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, ο πρόεδρος της Γερμανίας, φέρεται να περιφρονεί ιδιαίτερα τον Μπόρις Τζόνσον, γιατί θεωρεί πως ο βρετανός πρωθυπουργός «αντιμετωπίζει την πολιτική ως παιχνίδι».

Το ψαλίδισμα του AfD

Ομως ούτε η Γερμανία είναι απρόσβλητη από τους κινδύνους του πολιτικού εξτρεμισμού. Πριν καταλάβουν το Καπιτώλιο τον περασμένο Ιανουάριο οι οπαδοί του Ντόναλντ Τραμπ, τέσσερις μήνες νωρίτερα στη Γερμανία (τον Αύγουστο του 2020) ένα πλήθος αποτελούμενο από αρνητές της πανδημίας και πάσης φύσεως ακροδεξιά στοιχεία αποπειράθηκε να εισέλθει στο γερμανικό κοινοβούλιο. Και μετά την υποδοχή περισσότερων από ένα εκατομμύριο προσφύγων από τη Συρία, κατάφερε να αναδειχθεί στη γερμανική πολιτική σκηνή και να εδραιώσει τη θέση της η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), κερδίζοντας, τελικά, το 2017 σημαντικό αριθμό εδρών. Ωστόσο στην εκλογική αναμέτρηση της 26ης Σεπτεμβρίου η Ακροδεξιά απώλεσε ψήφους (όπως και η Ακροαριστερά) ενώ ενισχύθηκε σημαντικά το Κέντρο.

Ολοκληρώνοντας τον συλλογισμό του, ο Γκίντεον Ράχμαν επισημαίνει πως μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στη Γερμανία και στις υπόλοιπες μεγάλες δημοκρατίες της Δύσης έγκειται στο γεγονός ότι οι προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές δεν οδήγησαν στη «ριζοσπαστικοποίηση της επικρατούσας Δεξιάς». Αντιθέτως στις ΗΠΑ ο Τραμπ εκλέχτηκε στην εξουσία, υποσχόμενος να χτίσει ένα ένα τείχος στα σύνορα ΗΠΑ – Μεξικό, ενώ στη Βρετανία ο Μπόρις Τζόνσον κέρδισε το δημοψήφισμα για το Brexit και την ηγεσία των Τόρις και την πρωθυπουργία, δεσμευόμενος να καταστήσει την πατρίδα του ανεξάρτητη από τις Βρυξέλλες. Και σήμερα στη Γαλλία, στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας για τις προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Απριλίου, o Ερίκ Ζεμούρ, «το ανερχόμενο αστέρι» της γαλλικής Ακροδεξιάς, απειλεί να διώξει από τη χώρα δύο εκατομμύρια ανθρώπους, αλλά και ο Μισέλ Μπαρνιέ, ο πρώην επίτροπος της Κομισιόν και υποψήφιος για το προεδρικό χρίσμα της κεντροδεξιάς στη Γαλλία, δήλωσε ότι επιθυμεί να αναστείλει την είσοδο μεταναστών στη χώρα του για διάστημα από τρία έως πέντε έτη.

Ανάγκη από μετανάστες

Αντιθέτως, η γερμανική κυβέρνηση γνωρίζει ότι η Γερμανία έχει και θα συνεχίσει να έχει ανάγκη από μετανάστες, 400.000 ανθρώπους τον χρόνο, κυρίως λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της υπογεννητικότητας. Δίχως αυτούς τους μετανάστες, προειδοποίησε τον περασμένο Αύγουστο η ομοσπονδιακή επιτροπή απασχόλησης της Γερμανίας, «θα σημειωθούν παντού ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού».

Το ότι στη γερμανική πολιτική κυριαρχούν οι κεντρώες πολιτικές παρατάξεις δεν σημαίνει ότι δεν διεξάγεται κανένας διάλογος. Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης ενδέχεται να διαρκέσουν έως και μήνες, ενώ οι πιο σημαντικές από τις διαφορές που χωρίζουν τους Σοσιαλδημοκράτες, τους Πράσινους και τους φιλελεύθερους Ελεύθερους Δημοκράτες δεν θα ξεπεραστούν εύκολα. «Αλλά η ανάγκη για τον σχηματισμό ενός συνασπισμού αντιβαίνει στην πολιτική πόλωση και τη δαιμονοποίηση της αντιπολίτευσης που έχουν καταστεί κανόνας στο αγγλοσαξονικό κόσμο. Κατά τον 21ο αιώνα η γερμανική πολιτική είναι εκ νέου ξεχωριστή. Αλλά αυτή την φορά για καλό λόγο», καταλήγει ο Ράχμαν.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News