Ελλη Σουγιουλτζόγλου - Σεραϊδάρη (Nelly ’s): Μέλη του χορού των Ωκεανίδων ποζάρουν στο αρχαίο θέατρο των Δελφών (1927) και η Λόρι Αμος (1955) | Μουσείο Μπενάκη/Φωτογραφικά Αρχεία
Επικαιρότητα

Η Nelly’s πέρα από τα γυμνά του Παρθενώνα

Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατο της θρυλικής φωτογράφου, η τέταρτη αναδρομική έκθεση του έργου της –καρπός κοπιώδους έρευνας δεκαετιών– είναι η ακριβέστερη και η πλουσιότερη σε περιεχόμενο που έχει οργανωθεί μέχρι σήμερα
Ράνια Ζώκου

Στη συλλογική συνείδηση, το φωτογραφικό έργο της Nelly’s (1899-1998) παραπέμπει στη δημιουργία της αισθητικής της ελληνικότητας κατά τον Μεσοπόλεμο. Στο μυαλό πολλών, η Νέλλη, ή αλλιώς Ελλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη, ταυτίζεται με τις εικονογραφήσεις των τρίγλωσσων τουριστικών περιοδικών «En Grèce», του υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού του μεταξικού καθεστώτος, και με τα κολλάζ «Παραλληλισμοί», που είχε φιλοτεχνήσει για τη Διεθνή Εκθεση της Νέας Υόρκης· και φυσικά, αποθεώνεται διαχρονικά για τη συγκλονιστική αποτύπωση του ανυψωμένου σώματος της χορεύτριας της όπερα κομίκ Ελιζαβέτα (Λίλα) Νικόλσκα ανάμεσα στους κίονες του Παρθενώνα.

Η αναδρομική έκθεση που «τρέχει» στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς έρχεται να δείξει ότι η Νέλλη ήταν και τα παραπάνω. «Ο στόχος μας ήταν να αποφορτίσουμε τη Nelly’s από τη γνωστή φωτογραφία της Νικόλσκα και να παρουσιάσουμε το σύνολο της δουλειάς της» λέει η Αλίκη Τσίργιαλου, υπεύθυνη των Φωτογραφικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη και επιμελήτρια της έκθεσης. «Γιατί η Νέλλη δεν είναι μόνο η Νικόλσκα. Και δεν είναι μόνο το υφυπουργείο Τουρισμού, ούτε οι “Παραλληλισμοί”. Είναι μια ποικιλία από πράγματα».

Ελλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη (Nelly’s) – Η ρωσίδα χορεύτρια Ελιζαβέτα (Λίλα) Νικόλσκα στην Ακρόπολη, Νοέμβριος 1930 (Μουσείο Μπενάκη/Φωτογραφικά Αρχεία)

Το συνεκτικό στοιχείο όλων των φωτογραφιών της είναι η υψηλή ποιότητα των λήψεων και των εκτυπώσεων, όπως και το γεγονός ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας της προσέγγιζε τη φωτογραφία καθαρά επαγγελματικά, προσπαθώντας να καταξιωθεί για ό,τι έκανε. Τα κατάφερε χωρίς —και ίσως ακριβώς επειδή— οι φωτογραφίες της να χάνουν τη μαγική τους ιδιότητα να εξάπτουν συναισθήματα που δεν μπορούν να αποδοθούν άμεσα σε ό,τι εικονίζεται σε αυτές.

Ο λόγος που η έκθεση ανταποκρίνεται στην υπόσχεση του εμπλουτισμού του φωτογραφικού ψηφιδωτού της Νέλλης είναι η σχολαστική και πολύχρονη τεκμηρίωση που έχει γίνει στο ογκώδες αρχείο της, το οποίο η ίδια παρέδωσε στο Μουσείο το 1984. Μπορεί δηλαδή το στήσιμο της συγκεκριμένης έκθεσης (τον σχεδιασμό της οποίας ανέλαβε η Ναταλία Μπούρα) να είναι προϊόν δουλειάς των τελευταίων δύο χρόνων, όμως αυτό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου.

«Τη δουλειά που κάνουμε στο αρχείο της, θα έλεγα ότι την κάνουμε από την ημέρα που το παραλάβαμε», εξηγεί η κυρία Τσίργιαλου. «Σταδιακά, όλοι οι συνάδελφοι, παλαιοί και σημερινοί, έχουν ασχοληθεί με αυτό το αρχείο. Τα τελευταία επτά με δέκα χρόνια, όμως, ασχολούμαστε εντατικά με αυτό, προσπαθώντας να το επαναφέρουμε στην αρχική του δομή, ώστε να μπορέσουμε να χρονολογήσουμε με ακρίβεια τις λήψεις και να τις τοποθετήσουμε στο πλαίσιο στο οποίο αποτυπώθηκαν».

Δεσποινίς Χαραλαμπίδου, 1932-33

Οι κύριες αισθητικές τάσεις και θεματικές που ανέπτυξε η φωτογράφος στα 45 χρόνια που εργάστηκε αποτυπώνονται σε 350 τυπώματα της ίδιας της Νέλλης και συμπληρώνονται από περίπου 150 σύγχρονες ψηφιακές εκτυπώσεις, από τα αρνητικά που η ίδια, όσο εργαζόταν, δεν εκτυπώσει ποτέ, θεωρώντας τα κατά κάποιον τρόπο «b-roll».

Στην έκθεση, η παρουσίαση των τάσεων αυτών οργανώνεται γεωγραφικά και χρονικά, με σημεία αναφοράς τις πόλεις στις οποίες φωτογράφισε η Νέλλη: Δρέσδη (1920-1923), Αθήνα (1924-1939), Νέα Υόρκη (1939-1966).

Γεννημένη σε μια αστική οικογένια στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, η Νέλλη πηγαίνει στη Δρέσδη για να σπουδάσει Καλές Τέχνες και ασχολείται με τη φωτογραφία, καταρχάς βιοποριστικά. Δίπλα στους σπουδαίους δασκάλους της, τον Ούγκο Ερφουρτ και τον Φραντς Φίντλερ, δοκιμάζεται στα πορτρέτα, τη φωτογραφία χορού και γυμνού, δείγματα των οποίων εκτίθενται στον δεύτερο όροφο της Πειραιώς 138. Εκεί, μαθαίνει επίσης να επεξεργάζεται καλλιτεχνικά τις φωτογραφίες της, με τεχνικές όπως η βρωμιελεοτυπία και ο επιχρωματισμός, τις οποίες θα χρησιμοποιήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της ενασχόλησής της. Αλλά, κυρίως στη Δρέσδη αρχίζει να αγαπά τη φωτογραφία.

«Την αγάπησε πολύ τη φωτογραφία, αυτό είναι δεδομένο», τονίζει η κυρία Τσίργιαλου, «και την υπηρέτησε όσο καλύτερα μπορούσε. Ηταν ένας άνθρωπος που έβαζε στόχους, έφτιαχνε εικόνες στο μυαλό της και τις έκανε όσο πιο τέλειες για το δικό της μέτρο, συνδυάζοντας πολλές φορές άλλα στοιχεία: επεμβατικές τεχνικές του bromoil, θερμά χαρτιά, κροπαρίσματα…»

Ελλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη (Nelly’s) – Η χορεύτρια Μάινα Κλες στο στούντιο του Φραντς Φίντλερ, 1922-23 (Μουσείο Μπενάκη/Φωτογραφικά Αρχεία)

Το 1924, στα 25 της, εγκαθίσταται στην Αθήνα και ανοίγει το περίφημο φωτογραφικό της στούντιο. Μέσα σε αυτό φωτογραφίζεται η αφρόκρεμα της αστικής κοινωνίας και του καλλιτεχνικού κόσμου, από την Πηνελόπη Δέλτα και την Κατίνα Παξινού έως τον βασιλιά Γεώργιο Β’ και τον Ελευθέριο Βενιζέλο – ανάμεσα σε πολλά άλλα πορτραίτα που εκτίθενται.

«Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί πώς ένα κορίτσι 25 χρόνων έκανε αυτά που έκανε σε μια πόλη όπου έρχεται για πρώτη φορά», υπογραμμίζει η κυρία Τσίργιαλου. «Μπορεί, δηλαδή, να έχει βιώματα από τις ιστορίες του πατέρα της, ο οποίος ταξιδεύει συχνά στην Αθήνα και της περιγράφει την πόλη και μπορεί να έχει τη στήριξη της οικογένειάς της, αλλά οπωσδήποτε βρίσκεται μόνη της. Δεν ξέρω πόσο ώριμη ήταν τότε να αντιληφθεί αυτό που έκανε».

Με ορμητήριο το στούντιο της οδού Ερμού, απαθανατίζει γυμνή τη χορεύτρια Μόνα Παΐβα και αργότερα τη Νικόλσκα στον Παρθενώνα. Και δημιουργεί, μέσα από τους διάφορους τρόπους που φωτογραφίζει την πραγματικότητά της, τη βάση για την ελληνική μεταπολεμική φωτογραφία: συσχετίζει οπτικά τις φτωχικές συνοικίες της Αθήνας με τα αρχαία μνημεία, τεκμηριώνει το έργο της «Near East Relief» φωτογραφίζοντας τους καταυλισμούς των μικρασιατών προσφύγων στην Αττική, καλύπτει τις Δελφικές Εορτές, προσπαθεί να «δει» τα αρχαία μνημεία μέσα από το βλέμμα των αρχαίων προσκυνητών, περιοδεύει και σκηνοθετεί την επίσημη «ειδυλλιακή» τουριστική εικόνα των τοπίων και των κατοίκων της ελληνικής υπαίθρου. Ταυτόχρονα, δεν σταματάει να εξελίσσεται, τόσο ως προς τις τεχνικές, αλλά και ως προς τα μέσα: στη διάρκεια της παραμονής της στην Αθήνα μαθαίνει να κινηματογραφεί και να φωτογραφίζει έγχρωμα.

Ελλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη (Nelly’s) – Ηπειρώτισσες στις θημωνιές κοντά στα Ιωάννινα, 1937/38 (Μουσείο Μπενάκη/Φωτογραφικά Αρχεία)

Γι’ αυτό, στις περισσότερες από τις ενότητες, παράλληλα με το φωτογραφικό υλικό και τα συνοδευτικά κείμενα, βλέπουμε την εξέλιξη του φωτογραφικού εξοπλισμού της. «Προσπαθήσαμε να εντάξουμε τη Νέλλη στην εποχή της», εξηγεί η κυρία Τσίργιαλου, «ώστε όταν μπαίνει ο θεατής, να ταξιδεύει εκεί. Γιατί σήμερα, με την τεχνολογία, τα νέα παιδιά δεν ξέρουν τι σημαίνει ένα φωτογραφικό αρνητικό ή τη δυσκολία που μπορεί να είχε η Νέλλη και όποιος φωτογράφος ταξίδεψε στον Μεσοπόλεμο στη χώρα μας, σε χωματόδρομους με πολύ βαρύ εξοπλισμό, με γυάλινες πλάκες».

Ακόμη, οι περισσότερες ενότητες συνοδεύονται από προσωπικό τεκμηριωτικό υλικό, όπως αλληλογραφία, αποκόμματα άρθρων, εξώφυλλα περιοδικών, αλλά και τεκμηριωτικά αντικείμενα σχετικά με όσα φωτογράφιζε. Ξεχωρίζουν τα κοστούμια της Εύας Πάλμερ-Σικελιανού για τον χορό των Ωκεανίδων από τις πρώτες Δελφικές Εορτές, και τα γυάλινα αντικείμενα από το Εργοστάσιο Λιπασμάτων Δραπετσώνας, τα οποία συνοδεύουν τις φωτογραφίες της από εκεί.

Μέχρι αυτό το σημείο, το αρχείο της Nelly’s παρουσιάζεται στην έκθεση με χρονολογική ακρίβεια. Είναι εμπλουτισμένο, αλλά παραμένει κατά μεγάλο του μέρος γνωστό. Το λιγότερο γνωστό κομμάτι της δουλειάς της αφορά όσα είδε και φωτογράφισε όταν έζησε και εργάστηκε στη Νέα Υόρκη μαζί με τον σύζυγό της, τον πιανίστα Αγγελο Σεραϊδάρη, σε ηλικία 40 ετών, πλέον.

Από το φωτογραφικό της στούντιο στη Νέα Υόρκη (Μενέλαος Μυρίλλας/Μουσείο Μπενάκη)

«Τη θαυμάζω που αποφασίζει να μείνει στη Νέα Υόρκη», σχολιάζει η κυρία Τσίργιαλου. «Εγώ αυτό που βλέπω είναι ότι θέλει να πάει στην Αμερική πολύ καιρό. Θέλει να εκπαιδευτεί, να πάρει πράγματα από την αμερικανική φωτογραφία· αλλά ουσιαστικά δεν έχει λόγο να αφήσει το φωτογραφείο της, το οποίο ειδικά εκείνη την περίοδο πάει πάρα πολύ καλά. Και τη σκέφτομαι μερικές φορές στη Νέα Υόρκη, σε ένα πάλι άγνωστο μέρος και με πολύ λίγα χρήματα, να παρακαλάει δεξιά και αριστερά ανθρώπους της ελληνικής παροικίας να τη βοηθήσουν. Ξαναμπαίνει σε έναν αγώνα να δομήσει μια νέα εργασία, και δεν μπορώ να μην το αναφέρω αυτό όταν μιλάμε για έναν άνθρωπο που έχει ήδη δουλέψει πολύ σκληρά».\Εκεί, καταπιάνεται με πορτρέτα Νεοϋορκέζων –είτε της ελληνικής παροικίας είτε όχι–, ακόμα και με πορτρέτα κατοικίδιων ζώων. Αναλαμβάνει τη δημιουργία πορτφόλιο μοντέλων που θέλουν να εργαστούν στη διαφήμιση και ασχολείται ευρύτερα με τη διαφημιστική φωτογραφία και τη φωτογραφία μόδας. Δημιουργεί το πορτφόλιο «New York Easter Parade» στο πλαίσιο των μαθημάτων της με τον Αλεξέι Μπρόντοβιτς, τον φωτογράφο και καλλιτεχνικό διευθυντή του Harper’s Bazaar, ο οποίος εντυπωσιάζεται με τη δουλειά της.

Προσεγγίζει και φωτογραφίζει με δέος τους ουρανοξύστες του Μεγάλου Μήλου. Κυρίως, όμως, βιοπορίζεται από την κοινωνική ζωή της ομογένειας, καλύπτοντας θρησκευτικές τελετές και δεξιώσεις στα πλοία του Αριστοτέλη Ωνάση, οκτώ από τα οποία διακοσμούνταν με φωτογραφίες και κεραμικά που είχε φιλοτεχνήσει η ίδια.

Ελλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη (Nelly’s) – Από τη σειρά «Constructions and Buildings in New York», Απρίλιος 1956 (Μουσείο Μπενάκη/Φωτογραφικά Αρχεία)

Επιστρέφει στην Αθήνα το 1966 και εγκαθίσταται στη Νέα Σμύρνη. Αφήνοντας, όμως, τη Νέα Υόρκη, αφήνει οριστικά και τη φωτογραφία. «Είναι ένα μυστήριο για μένα, πώς γυρνάει πίσω στην Αθήνα και αποσύρεται», σχολιάζει η κυρία Τσίργιαλου. Εννέα χρόνια αργότερα την αναζητά η δημοσιογράφος Μαρία Καραβία, με προτροπή της εκδότριας της «Καθημερινής», Ελένης Βλάχου, μέσα από τη στήλη της «Ιχνη της παλιάς γνωστής φωτογράφου κ. Νέλλυς». Η Νέλλη ανταποκρίνεται και το έργο της έρχεται ξανά στο προσκήνιο, όπου και διατηρείται μέχρι σήμερα, 25 χρόνια μετά τον θανατό της.

Η πρώτη αναδρομική έκθεση του έργου της γίνεται το 1990, όσο η ίδια ακόμη ζει. Παρά το γεγονός ότι είχε ήδη δωρίσει το αρχείο της στο μουσείο, πρακτικά «ήταν εκείνη η οποία παρέδωσε το υλικό στους επιμελητές και κατά κάποιον τρόπο βλέπουμε τη δική της τοποθέτηση απέναντι στο έργο της», εξηγεί η κυρία Τσίργιαλου. «Εχει όμως κάποιες ανακολουθίες σε σχέση με την ημερομηνία και τον τόπο λήψης των φωτογραφιών της. Εμείς αυτά όλα τα έχουμε ξεκαθαρίσει».

Αυτός ήταν και ο προσωπικός στόχος της κυρίας Τσίργιαλου, η οποία ασχολείται επί μία δεκαετία με το αρχείο της Nelly’s: «Ο στόχος μου ήταν να μπει το αρχείο σε μια τάξη. Αυτό ίσως μου έγινε και λίγο εμμονή, το να σταματήσει, αν μπορεί να σταματήσει –γιατί τα λάθη επαναλαμβάνονται πολύ εύκολα–, αυτή η επανάληψη θέσεων και τοποθετήσεων γύρω από το έργο της που δεν είναι σωστή, που δεν υπάρχει από πίσω η τεκμηρίωση».

Με αυτόν τον τρόπο, το οπτικό αφήγημα της Νέλλης μπορεί να ξεφύγει από τον τρόπο που η ίδια το αφηγούνταν όλα αυτά τα χρόνια. «Αυτό δεν θεωρώ ότι τη μειώνει, ούτε πιστεύω προφανώς ότι η τοποθέτησή της δεν έχει αξία», λέει χαρακτηριστικά η κυρία Τσίργιαλου. «Ελπίζω ότι έτσι δείχνει πιο αληθινή».


«Nelly’s», στο Μουσείο Μπενάκη, οδός Πειραιώς 138, μέχρι τις 23/7. Η διοργάνωση της αναδρομικής έκθεσης της Νέλλης και η συνοδευτική έκδοση συμπίπτουν χρονικά με τα 50 χρόνια λειτουργίας των Φωτογραφικών Αρχείων του Μπενάκη και αφιερώνονται στην Αιμιλία Γερουλάνου και στον αείμνηστο Αγγελο Δεληβορριά. Για ωράριο, εισιτήρια και ξεναγήσεις επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του Μουσείου Μπενάκη. Δείτε περισσότερες φωτογραφίες της Νέλλης εδώ.