Ελάχιστοι είναι οι κάτοικοι της Αντιόχειας που παραμένουν στα ερείπια της κατεστραμμένης πόλης | Reuters
Επικαιρότητα

Η Αντιόχεια είναι πια μια πόλη φαντασμάτων

Η αρχαία μητρόπολη του ελληνικού πολιτισμού ισοπεδώθηκε από τα δύο χτυπήματα του Εγκέλαδου και εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της
Protagon Team

Ευρισκόμενη στην ανατολική πλευρά του ποταμού Ορόντη, στην επαρχία Χατάι, η Αντιόχεια αποτελεί τμήμα της κληρονομιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ιδρύθηκε τον 4ο π.Χ. αιώνα από τον στρατηγό του Σέλευκο Α’ τον Νικάτορα και υπήρξε το λίκνο του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Υπήρξε σταυροδρόμι μεγάλων φιλοσοφικών ρευμάτων, με τεράστια ανάπτυξη των γραμμάτων και των επιστημών.

Λίγα δευτερόλεπτα αρκούσαν για να καταστραφεί η πρωτεύουσα της αρχαίας Συρίας με τους 24 αιώνες ιστορίας. Το βράδυ, η θέα από ψηλά αποκαλύπτει το απόλυτο σκοτάδι μιας πόλης που οι Τούρκοι ισχυρίζονται ότι ήταν η πρώτη στον κόσμο που απέκτησε νυχτερινό φωτισμό. Αλλά και στη διάρκεια της ημέρας η εγκατάλειψη της Αντιόχειας είναι εντυπωσιακή, καθώς οι επιζώντες έφυγαν παίρνοντας μαζί τους ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν.

Η κεντρική οδός Κούρτουλους, μια εμπορική περιοχή, κάποτε διάσπαρτη με καταστήματα με αντίκες, εστιατόρια και σπίτια, είναι πλέον ένας δρόμος φαντασμάτων, στο έλεος των πουλιών και των μηχανημάτων που εγκατέλειψαν τα σωστικά συνεργεία. Στη μία άκρη του δρόμου βρίσκεται το «Habib-i Neccar», ένα από τα παλαιότερα τζαμιά της Ανατολίας, εντελώς ερειπωμένο πλέον.

Κρανίου τόπος ολόκληρη η Αντιόχεια μετά το καταστροφικό χτύπημα των δύο σεισμών (REUTERS/Clodagh Kilcoyne/)

Στην άλλη άκρη βρίσκεται η εκκλησία του St. Pierre, που μετρούσε ήδη εκατοντάδες χρόνια όταν χριστιανοί σταυροφόροι επέβλεψαν μια επέκτασή της, στις αρχές του 12ου αιώνα. Από τους σεισμούς υπέστη ζημιές μια σκάλα, αλλά η μπροστινή πέτρινη όψη της εκκλησίας παρέμεινε άθικτη. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες κάτοικοι που ζουν στα συντρίμμια μαζεύονται τα πρωινά εκεί και αρχίζουν το μοιρολόι, αναφέρει η Washington Post.

Στο έδαφος έξω από ένα boutique ξενοδοχείο, τα δωμάτια του οποίου πήραν τα ονόματά τους από χετταίους βασιλείς και ελληνίδες θεές, βρίσκει κανείς απομεινάρια της προ σεισμών ζωής: φωτοτυπημένες ιατρικές σημειώσεις για όγκους αδένων, ένα σκισμένο τζιν μπουφάν, ένα δοχείο με παιδικές τροφές.

Ακόμη και τα κτίρια που παραμένουν όρθια στην Αντιόχεια έχουν φιδίσιες ρωγμές στα υπνοδωμάτια και στις κουζίνες. Οι κουρτίνες ταλαντεύονται από το αεράκι που περνά μέσα από σπασμένα παράθυρα και τρύπες στον τοίχο. Πολυκατοικίες που δείχνουν αλώβητες στέκονται λίγα μέτρα μακριά από άλλες που έχουν καταρρεύσει σε λόφους από σκόνη και παραμορφωμένα μέταλλα.

Σε κάποιες περιπτώσεις, τα προσωπικά αντικείμενα ήταν τα μόνα που επιβίωσαν. Μια συλλογή από σάλτσες και ξύδια πετάχτηκε έξω από ένα ψυγείο. Ληγμένα ελληνικά διαβατήρια και μια συλλογή από κοκαλάκια για τα μαλλιά «επιβίωσαν» σε ένα συρτάρι. Από ένα βάζο χωρίς καπάκι, άθικτο ακόμα, χύθηκε μια λεπτή πράσινη σκόνη – μια χειρόγραφη σημείωση κολλημένη πάνω του: «Νανέ», «μέντα» στα τουρκικά.

Ελάχιστα τα κτίρια που ακόμα στέκουν όρθια μετά το φονικό χτύπημα του Εγκέλαδου (REUTERS/Clodagh Kilcoyne)

Σε κάποιους δρόμους, στρατιώτες είναι τοποθετημένοι έξω από κτίρια και καταστήματα για να αποτρέψουν τη λεηλασία τους. Μαζεύονται γύρω από αυτοσχέδιες φωτιές τρέμοντας από το κρύο. Τα ερειπωμένα διαμερίσματα τούς κοιτάζουν από ψηλά.

Πολύχρωμα ρούχα είναι σκορπισμένα στις γωνιές των δρόμων σε όλη την πόλη, καλυμμένα από μια λεπτή στρώση σκόνης. Είχαν δοθεί σε σεισμόπληκτους, αλλά ελάχιστοι κάτοικοι έχουν απομείνει πια για να τα διεκδικήσουν. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που παραμένουν εδώ είναι μέλη συνεργείων έρευνας και διάσωσης.

Ο Βέλι και η Γεσίμ Μπάγκι είναι ένα παντρεμένο ζευγάρι που αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα της κατεστραμμένης πόλης. Ο καναπές τους δείχνει παράταιρος, τα καθαρά, σκόπιμα τακτοποιημένα υπάρχοντά τους κείτονται σχεδόν προκλητικά πάνω στα ερείπια. Οι δυο τους στέκονται στον μακρύ, ήσυχο δρόμο, με το μαγαζί ειδών μουσικής τους πίσω τους, απέναντι σε ένα κάποτε παρθένο πάρκο.

«Αυτό το μέρος ήταν πολύ όμορφο» λέει ο Βέλι, που είναι καθηγητής μουσικής. «Ηταν μια νέα γειτονιά, τα περισσότερα κτίρια ήταν καινούργια. Ολα θα ήταν τέλεια, όλα υποτίθεται ότι θα ήταν όμορφα». Κάνει μια χειρονομία προς την ξεθωριασμένη πρασινάδα απέναντί του. «Τα παιδιά έπαιζαν σε αυτό το πάρκο. Οι γονείς των μαθητών μου συνήθιζαν να κάνουν διάλειμμα σε αυτό το πάρκο όταν δίδασκα μαθήματα» λέει, με τη θλίψη να τον πλημμυρίζει.

Ανοίγει το πιάνο του και χαϊδεύει τα πλήκτρα. «Τα δακτυλικά αποτυπώματα των μαθητών μου βρίσκονται ακόμα πάνω στα ελεφάντινα πλήκτρα» λέει με δάκρυα στα μάτια. «Τώρα θα έχω νέους μαθητές, θα διδάξω άλλα παιδιά». Εγκαταλείπει και αυτός, μαζί με την σύζυγό του, την πόλη, με προορισμό τα Αδανα, όπου τους περιμένει ένα σπίτι κοντά στους γονείς του. Αλλά πρώτα, ο Βέλι θα πάει τη γυναίκα του για διακοπές. «Της το είχα υποσχεθεί» λέει με ένα ξεθωριασμένο χαμόγελο στα χείλη.