715
|

Γιατί οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν βρίσκουν τους εργαζομένους που θέλουν

Ελευθερία Αρλαπάνου Ελευθερία Αρλαπάνου 17 Δεκεμβρίου 2020, 15:21

Γιατί οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν βρίσκουν τους εργαζομένους που θέλουν

Ελευθερία Αρλαπάνου Ελευθερία Αρλαπάνου 17 Δεκεμβρίου 2020, 15:21

Ο πόλεμος για αναζήτηση ταλαντούχου και καταρτισμένου εργατικού δυναμικού είναι τάση που ενισχύεται τα τελευταία χρόνια όσο αναπτύσσεται η ψηφιακή οικονομία. Οι νέες τεχνολογίες που διεισδύουν μαζικά σε νέους και παλαιότερους, τα νέα καταναλωτικά πρότυπα των γενεών Χ, Ζ, Υ και πάει λέγοντας, προκαλούν μια ιδιαίτερη κρίση παγκοσμίως: Την έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων στο υφιστάμενο εργατικό δυναμικό, την οποία εάν την νοιώθουν μια φορά στο πετσί τους επιχειρηματικοί γίγαντες παγκοσμίου βεληνεκούς, είναι βέβαιο πως οι μικρότερες επιχειρήσεις την νοιώθουν δέκα.

Η πανδημία, όπως είναι λογικό και αναμενόμενο εντείνει αυτή την τάση. Τέσσερις στις δέκα ελληνικές επιχειρήσεις δηλώνουν πως τους προκαλεί πολύ μεγάλη δυσκολία η έλλειψη κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού το 2020, ικανού να παρακολουθήσει την εντεινόμενη ψηφιοποίηση και τις μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές σύμφωνα με έρευνα της MRB για τον ΣΕΒ. Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι δεν μιλάμε για 4 στις 10 επιχειρήσεις αλλά το ότι μόλις έναν χρόνο πριν, προτού ξεσπάσει η πανδημία, αντίστοιχο πρόβλημα αντιμετώπιζαν 2 στις 10 επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα όπως αναφέρεται στην έρευνα το 2020 καταγράφεται μεγάλη αύξηση του ποσοστού των επιχειρήσεων που εκτιμά ότι η έλλειψη κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού προκαλεί πολύ μεγάλη δυσκολία (από 21% αυξήθηκε σε 38,3%).

Η εκρηκτική άνοδος στην χρήση των νέων τεχνολογιών για να ανταπεξέλθει η οικονομία και η κοινωνία στις ιδιαίτερες συνθήκες της πανδημίας, φέρνει κατά κάποιο τρόπο το μέλλον στο παρόν και για την ελληνική οικονομία, καθώς επισπεύδεται ο ψηφιακός μετασχηματισμός για λόγους επιβίωσης. Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος είναι εγχείρημα αυξημένης δυσκολίας για μια οικονομία όπως είναι η ελληνική που ούτως ή άλλως είχε και έχει χαμηλές επιδόσεις στην ψηφιακή ανταγωνιστικότητα.

Εκπαίδευση και αγορά εργασίας

Ταυτόχρονα όμως πρόκειται για μια οικονομία που χαρακτηρίζεται από μια επίσης μεγάλη έλλειψη: Την αδυναμία σύνδεσης της αγοράς με το εκπαιδευτικό σύστημα καθώς και τις περιορισμένες δυνατότητες και την χαμηλή ποιότητα επανακατάρτισης του εργατικού δυναμικού.

Την ίδια στιγμή ένα επίσης εντυπωσιακό στοιχείο από την ίδια έρευνα είναι πως σχεδόν μία στις 2 επιχειρήσεις (το 48%) δηλώνει πως δεν έχει σχέδιο εκτάκτου ανάγκης για την αντιμετώπιση της πανδημίας αλλά και πως δεν σκοπεύει και να αποκτήσει, αποδεικνύοντας πως πολλές επιχειρήσεις δεν έχουν προχωρήσει στην οχύρωση τους απέναντι στις συνέπειες της πανδημίας παρά το ότι οι ίδιες τις αναγνωρίζουν.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, σχεδιασμού, φυσικά μπορούν να εντάσσονται και ζητήματα που σχετίζονται με τις ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό, με τις κατάλληλες δεξιότητες ή ακόμη και με τον επαρκή αριθμό προκειμένου να καλυφθούν οι διαφοροποιημένες ανάγκες της πανδημίας.

Εάν κάποιος μεταφέρει την εικόνα αυτή στο κοντινό μέλλον, στην διετία 2021 – 2022 για παράδειγμα, όπου καλώς εχόντων των πραγμάτων (και των εμβολίων) όλα θα είναι όπως πριν αλλά και τίποτα δεν θα ‘ναι όπως παλιά,  η ελληνική οικονομία διατρέχει έναν ακόμη μεγάλο κίνδυνο: Να μην καταφέρει να εκσυγχρονίσει και να καταστήσει ανταγωνιστικό το εργατικό δυναμικό της, καταδικάζοντας ένα μεγάλο κομμάτι των ελληνικών επιχειρήσεων σε χαμηλή ανταγωνιστικότητα και σε ακόμη πιο περιορισμένες ελπίδες βιωσιμότητας.

Προγράμματα επανακατάρτισης

Υπό αυτό το πρίσμα η αξιοποίηση των κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης και προς την κατεύθυνση του «re – skill / up skill» δηλαδή της επανακατάρτισης και της αναβάθμισης δεξιοτήτων είναι εξίσου κρίσιμη με πολλές άλλες πτυχές του Ταμείου. Δεν είναι τυχαίο, κάθε άλλο, πως ο πυλώνας αυτός αναδεικνύεται ως προτεραιότητα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται σε παλαιότερη έρευνα επίσης του ΣΕΒ, στην Ευρώπη, σχεδόν 20 εκατομμύρια εργαζόμενοι, οι οποίοι απασχολούνται σε φθίνοντα επαγγέλματα, θα χρειαστεί μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια να συμμετέχουν σε προγράμματα επανακατάρτισης προκειμένου να μεταπηδήσουν σε διαφορετική επαγγελματική κατηγορία. Επιπλέον, 94 εκατομμύρια εργαζόμενοι, που αντιστοιχεί σχεδόν στο μισό σημερινό εργατικό δυναμικό, πρέπει να αναβαθμίσουν τις δεξιότητές τους, καθώς το 20% περίπου των καθηκόντων που ασκούν κατά την εργασία τους εκτιμάται ότι θα αυτοματοποιηθεί μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια. Μόνο τυχαίο δεν θα πρέπει, επομένως, να θεωρείται το γεγονός ότι το 85% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν σε πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Στρογγυλής Τράπεζας για τη Βιομηχανία, θεωρεί ότι η ανάπτυξη ενός σύγχρονου οικοσυστήματος επανακατάρτισης και αναβάθμισης δεξιοτήτων πρέπει να αναχθεί σε άμεση προτεραιότητα.

Το σύνολο σχεδόν των επιχειρήσεων της ευρωπαϊκής βιομηχανίας που είχε λάβει μέρος στην έρευνα είχε αναφέρει ότι εφαρμόζει ήδη πολιτικές στρατηγικού σχεδιασμού για το ανθρώπινο δυναμικό του. Ωστόσο, για το σύνολο της οικονομίας, η έρευνα δείχνει ότι μόλις το 16% των επιχειρήσεων εφαρμόζει πολιτικές ανάπτυξης δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού του και, επιπλέον, το 64% δηλώνει πως δεν διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό με τις κατάλληλες δεξιότητες, προκειμένου να επιτύχει τον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News