Μερικοί από τους πιο αυταρχικούς ηγέτες: Λουκασένκο, Πούτιν, Σι Τζινπίνγκ, Ερντογάν, Κιμ Γιονγκ Ουν | CreativeProtagon
Επικαιρότητα

Γιατί οι αυταρχικοί ηγέτες μισούν τις γυναίκες

«Οταν οι γυναίκες συμμετέχουν σε μαζικά κινήματα, αυτά έχουν περισσότερες πιθανότητες και να πετύχουν και να οδηγήσουν προς μια πιο ισότιμη δημοκρατία» είναι το συμπέρασμα μελέτης για την αντιφεμινιστική έως σεξιστική συμπεριφορά των αυταρχικών καθεστώτων
Protagon Team

Φαίνεται ότι οι αυταρχικοί ηγέτες μισούν τις γυναίκες. Μάλλον τις φοβούνται και –κατά πάσα πιθανότητα– καλά κάνουν. Η Ερικα Τσένογουεθ και η Ζόι Μαρκς, αμφότερες καθηγήτριες στο Harvard Kennedy School, μελέτησαν εκτενώς τη μεταχείριση των γυναικών σε διάφορα αυταρχικά καθεστώτα αλλά και τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι γυναίκες στο πλαίσιο εξεγέρσεων που σημειώθηκαν με στόχο την ανατροπή ή, έστω, την αλλαγή των όποιων καθεστώτων. Και κατέληξαν σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα, τα οποία στη συνέχεια συνόψισαν σε άρθρο τους στο Foreign Affairs.

Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι αυταρχισμός και φαλλοκρατία πάνε πακέτο. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης, για παράδειγμα, αποποινικοποίησε τον φόνο των άπιστων συζύγων, ενώ ο Μπενίτο Μουσολίνι είχε δηλώσει ότι οι γυναίκες «δεν δημιούργησαν ποτέ τίποτα».

Ωστόσο, περισσότερη τροφή για σκέψη (πρέπει να) προσφέρουν τα πιο σύγχρονα παραδείγματα κακομεταχείρισης των γυναικών σε αυταρχικά καθεστώτα.

«Στην Κίνα, ο Σι Τζινπίνγκ κατέστειλε όλα τα φεμινιστικά κινήματα, φίμωσε τις γυναίκες που κατηγόρησαν ισχυρούς άνδρες για σεξουαλική βία και τις απέκλεισε από την ισχυρή Μόνιμη Επιτροπή του Πολιτικού Γραφείου.

»Στη Ρωσία, ο Βλαντίμιρ Πούτιν ανακαλεί τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, προωθώντας τους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων που περιορίζουν τη συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια ζωή.

»Στη Βόρεια Κορέα, ο Κιμ Γιονγκ Ουν έχει αναγκάσει τις γυναίκες να αναζητούν καταφύγιο στο εξωτερικό σε ποσοστό τριπλάσιο σε σχέση με τους άνδρες και στην Αίγυπτο ο πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι παρουσίασε πρόσφατα ένα νομοσχέδιο που επιβεβαιώνει τα δικαιώματα πατρότητας και τα δικαιώματα των ανδρών να ασκούν την πολυγαμία και να εκφέρουν γνώμη σχετικά με τους γαμπρούς των γυναικών συγγενών τους.

»Στη Σαουδική Αραβία οι γυναίκες ακόμα δεν μπορούν να παντρευτούν ή να λάβουν ιατρική φροντίδα δίχως την έγκριση ενός άνδρα. Και στο Αφγανιστάν η νίκη των Ταλιμπάν ακύρωσε είκοσι χρόνια προόδου όσον αφορά την πρόσβαση των γυναικών στην εκπαίδευση και τη συμμετοχή τους στα δημόσια αξιώματα και στο εργατικό δυναμικό», αναφέρουν στο κείμενό τους οι δύο επιστήμονες του Χάρβαρντ.

Μεταξύ των αυταρχικών και συνάμα απροκάλυπτα σεξιστών ηγετών περιλαμβάνονται επίσης ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο πρώην αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο Βίκτορ Ορμπαν της Ουγγαρίας, ο ανεκδιήγητος Ζαΐρ Μπολσονάρο της Βραζιλίας, ο ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι αλλά και ο πρόεδρος των Φιλιππίνων Ροντρίγκο Ντουτέρτε.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι αυταρχικοί ηγέτες κακομεταχειρίζονται σχεδόν όλους τους πολίτες τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Ωστόσο, το ότι όταν πλήττεται η ισότητα σε βάρος των γυναικών εντείνεται ο αυταρχισμός, σίγουρα δεν αποτελεί σύμπτωση. «Οι πολιτειολόγοι έχουν εδώ και καιρό παρατηρήσει ότι τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών και η δημοκρατία συμβαδίζουν, αλλά αποδείχτηκαν λιγότεροι έτοιμοι να αναγνωρίσουν ότι τα πρώτα αποτελούν προϋπόθεση της δεύτερης», γράφουν οι Τσένογουεθ και Μαρκς.

Οπότε, οι πάσης φύσεως δικτάτορες έχουν κάθε λόγο να φοβούνται την πολιτική δράση των γυναικών: «Οταν οι γυναίκες συμμετέχουν σε μαζικά κινήματα, αυτά τα κινήματα έχουν περισσότερες πιθανότητες και να πετύχουν και να οδηγήσουν προς μια πιο ισότιμη δημοκρατία. Με άλλα λόγια, οι πλήρως ελεύθερες και πολιτικά δραστήριες γυναίκες αποτελούν απειλή για τους αυταρχικούς ηγέτες, κατ’ επέκταση έχουν στρατηγικό λόγο να είναι σεξιστές», εξηγούν.

Η κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στη φαλλοκρατία και στην αποδυνάμωση της δημοκρατίας είναι πολύ σημαντική για όλους όσοι εναντιώνονται και στον σεξισμό και στον αυταρχισμό. «Τους εδραιωμένους αυταρχικούς ηγέτες και τους δεξιούς εθνικιστές ηγέτες σε δημοκρατίες υπό αμφισβήτηση τους ενώνει η χρήση ιεραρχικών σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων για την υποστήριξη της εθνικιστικής, “εκ των άνω”, ανδροκρατούμενης εξουσίας. Εχοντας πολεμήσει κατά των κοινωνικών ιεραρχιών που εδραιώνουν την εξουσία στα χέρια των λίγων, τα φεμινιστικά κινήματα είναι ένα ισχυρό όπλο κατά του αυταρχισμού», σημειώνουν οι δύο ακαδημαϊκοί.  

Ιδιαίτερο προσόν των γυναικών είναι το ότι τείνουν περισσότερο από τους άνδρες σε μη βίαιες και πιο ευφάνταστες και δημιουργικές μορφές διαμαρτυρίας, που συχνά αποδεικνύονται και πιο αποτελεσματικές, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα.

Από τη Λυσιστράτη, στην Ιρλανδία

Οι δύο καθηγήτριες του Χάρβαρντ υπενθυμίζουν σχετικά πως ο όρος «μποϊκοτάζ» (boycott) προέρχεται από μία διαμαρτυρία γυναικών που έλαβε χώρα στην Ιρλανδία στα τέλη του 19ου αιώνα: μαγείρισσες, υπηρέτριες και πλύστρες της κομητείας Μέιο σταμάτησαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες και την εργασία τους σε έναν βρετανό γαιοκτήμονα ονόματι Τσαρλς Μπόικοτ, ενθαρρύνοντας και άλλα μέλη της κοινότητάς τους να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους, και αναγκάζοντας, τελικά, τον στυγνό εκμεταλλευτή να εγκαταλείψει την Ιρλανδία.

Οσον αφορά τη «Λυσιστράτη» και τη σεξουαλική αποχή των γυναικών της Αθήνας και της Σπάρτης κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, παρότι είναι φανταστική, δεν αποκλείεται ο Αριστοφάνης να είχε κατά νου κάποιο ιστορικό προηγούμενο όταν έγραφε την κωμωδία του. Από τότε έως σήμερα, «γυναίκες της φυλής Ιροκουά χρησιμοποίησαν την ίδια μέθοδο, μεταξύ άλλων, για να έχουν δικαίωμα βέτο στη λήψη αποφάσεων σχετικά με πολέμους στον 17ο αιώνα. Γυναίκες της Λιβερίας τη χρησιμοποίησαν επίσης, απαιτώντας τον τερματισμό ενός εμφύλιου πολέμου στις αρχές του τρέχοντος αιώνα, ενώ γυναίκες στην Κολομβία την εφάρμοσαν, απευθύνοντας έκκληση για τον τερματισμό της βίας μεταξύ συμμοριών».

Παρότι ο αυταρχισμός ενισχύεται και αυξάνονται οι εκπρόσωποί του, οι Ερικα Τσένογουεθ και Ζόι Μαρκς εξακολουθούν να ελπίζουν ότι αργά ή γρήγορα η κατάσταση θα αλλάξει. Ομως αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη για αγώνα.

«Εάν η ιστορία μάς δείχνει κάτι, αυτό είναι ότι οι αυταρχικές στρατηγικές μακροπρόθεσμα θα αποτύχουν. Οι φεμινίστριες ανέκαθεν έβρισκαν τρόπους να διεκδικούν και να διευρύνουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των γυναικών, ενισχύοντας την πρόοδο της δημοκρατίας. Αλλά ανεξέλεγκτοι οι αυταρχικοί ηγέτες, που είναι και θιασώτες της πατριαρχίας, μπορούν βραχυπρόθεσμα να προκαλέσουν μεγάλη ζημιά, διαγράφοντας κεκτημένα για τα οποία χρειάστηκαν γενιές και σκληροί αγώνες για να αποκτηθούν», προειδοποιούν.