1080
|

Όχι άλλη κλάψα!

Αντώνης Φουρλής Αντώνης Φουρλής 18 Αυγούστου 2014, 00:07

Όχι άλλη κλάψα!

Αντώνης Φουρλής Αντώνης Φουρλής 18 Αυγούστου 2014, 00:07

Έγιναν κι αλλού Ολυμπιακοί Αγώνες. Και απέτυχαν. Μερικές φορές, με παταγώδη τρόπο. Με τρομοκρατικές επιθέσεις, που άφησαν πίσω νεκρούς. Αυτή η μιζέρια, όμως, η γκρίνια και η αμφισβήτηση, συνδυασμένη με μικροψυχία, δεν έχει προηγούμενο. Μιλάμε για την απόλυτη δαιμονοποίηση! Δέκα χρόνια μετά, έχεις την εντύπωση ότι στην Αθήνα δεν έγιναν το 2004 Ολυμπιακοί Αγώνες, αλλά κατέρρευσαν οι δίδυμοι πύργοι…

Είναι αυτή η πραγματική εικόνα; Δηλαδή, δεν έγινε τίποτα της προκοπής και δεν έμεινε τίποτα πίσω από όλη αυτή την προσπάθεια κι από όλο αυτό το χρήμα που ξοδεύτηκε; Διαβάζω κάθε τόσο αναλύσεις και αφηγήματα για τα δισεκατομμύρια που χάθηκαν. Δυσκολεύομαι να βρω έστω κι ένα κείμενο, όπου να γίνεται εν πάση περιπτώσει μία στοιχειώδης διάκριση: υπήρξαν χρήματα που έπεσαν στο «πηγάδι», αλλά υπήρξαν και πέντε έργα που έγιναν. Η Αθήνα μέχρι τότε ήταν μία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα χωρίς αεροδρόμιο και λιμάνι της προκοπής, χωρίς περιφερειακό αυτοκινητόδρομο και για να πας βράδυ στον Μαραθώνα έπαιζες κορώνα-γράμματα τη σωματική σου ασφάλεια, σε έναν κακοτράχαλο καρόδρομο, μέσα στη λακκούβα, χωρίς φωτισμό και διαχωριστικό διάζωμα. Προσπερνούσες κι έκανες τον σταυρό σου…

Θα υπήρχε μετρό, χωρίς Ολυμπιακούς; Δώστε μόνοι σας την απάντηση. Και δεν είμαι ούτε κοντόφθαλμος, ούτε θαυμαστής της Γιάννας, ξέρετε. Ήταν από τότε ολοφάνερο, πως υπήρξαν στάδια που περίσσευαν. Υπερβολές έγιναν, κυρίως στο συγκρότημα του Ελληνικού, αλλά και στο Ολυμπιακό Στάδιο, με τις αψίδες του Καλατράβα και – ενδεικτικά – το γήπεδο τένις των 10.000 θέσεων, που δεν φαντάζομαι να γέμισε ούτε μία φορά έκτοτε. Διαβάζω και αμέτρητες θεωρίες για μυθικά ποσά που σπαταλήθηκαν σε δημόσιες σχέσεις, εστιατόρια και πάρτι. Μήπως, όμως, η Αθήνα είχε πράγματι δυσανάλογα μεγαλύτερες ανάγκες επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων, σε σύγκριση με άλλες διοργανώτριες πόλεις στην Ευρώπη και στην Αμερική;

Θα μιλήσω από προσωπική εμπειρία. Δεν έχω και κανέναν λόγο να κρύψω, ότι το 2001 άφησα τη δημοσιογραφία για να δουλέψω στο γραφείο Διεθνών ΜΜΕ της «ΑΘΗΝΑ 2004». Παραιτήθηκα τότε από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», γιατί μέσα μου πίστευα, ότι είχα μία μοναδική ευκαιρία στη ζωή μου να δουλέψω για μία «εθνική υπόθεση». Συνάντησα, ξέρετε, και αρκετούς άλλους, που είχαν τα ίδια μυαλά. Το 2001, λοιπόν, η προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων είχε βαλτώσει κανονικά. Ο Σημίτης είχε καλέσει άρον-άρον την Αγγελοπούλου να πάρει πάνω της τη δουλειά, γιατί ο μισός χρόνος είχε χαθεί και στα διεθνή ΜΜΕ είχε ξεσπάσει τεράστια μουρμούρα και δυσπιστία για την Ελλάδα. Η Γιάννα ανέλαβε με το δικό της «στυλ». Φυσικά, δεν δίστασε να ξοδέψει παραπάνω χρήματα για να αντιστρέψει σταδιακά το κλίμα. Και, ναι, καλέσαμε αρκετούς ξένους δημοσιογράφους να έρθουν στην Ελλάδα για να τους παρουσιάσουμε τα έργα, που στο μεταξύ έπαιρναν μπρος. Με μεγάλη καθυστέρηση και σε οριακές προθεσμίες για να προλάβουμε τους Αγώνες. Κοίταζαν με μισό μάτι τα εργοτάξια που μόλις είχαν ανοίξει, ενώ εμείς «φορούσαμε» το καλύτερο χαμόγελο και απαντούσαμε με όλη την αυτοπεποίθηση του κόσμου, ότι «εμείς οι Έλληνες μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα»!

Ταυτόχρονα, ένα μεγάλο μέρος της επικοινωνιακής καμπάνιας αναλώθηκε στο να δοθούν πειστικές απαντήσεις στο κεφάλαιο «τρομοκρατία». Η Ελλάδα ήταν στοχοποιημένη – κυρίως λόγω «17 Νοέμβρη» – και απαιτήθηκαν αμέτρητες συνεντεύξεις για να γυρίσει το πράγμα. Σε πολλές (αν όχι στις περισσότερες) ήμουν κοντά στην Αγγελοπούλου, από την προετοιμασία για κάθε ραντεβού, μέχρι να ξεπροβοδίσουμε τους ξένους δημοσιογράφους, από τη Herald Tribune, το CNN, τους New York Times, τη Le Monde, τη FAZ και πάει λέγοντας… Αμερικανούς «αγριεμένους» με την τρομοκρατία, Βρετανούς δύσπιστους, Γερμανούς που τα είχαν πάντοτε με την ελληνική απειθαρχία και δεν καταλάβαιναν τι σημαίνει αυτοσχεδιασμός, Γάλλους και Ιταλούς που μας έβλεπαν ανταγωνιστικά, καθότι Μεσογειακοί, Γιαπωνέζους που μας πρωτογνώριζαν κ.λπ.

Επιδίωξε η Γιάννα και την προσωπική της προβολή, μέσα από το project των Αγώνων; Φυσικά και το έκανε, όσο την έπαιρνε. Όμως, έπαιξε τα ρέστα της και αν οι Ολυμπιακοί κατέληγαν σε φιάσκο, τότε για ποια προβολή θα συζητούσαμε;

Δεν το λέω για να «αθωώσω» την Αγγελοπούλου, άλλωστε δε νομίζω ότι χρειάζεται κάποια «αθώωση» από εμένα… Αλλά οφείλουμε να είμαστε δίκαιοι με τους ανθρώπους και γι' αυτό εγώ καταθέτω την προσωπική μου εμπειρία: η Γιάννα ήταν εξαιρετική «εργοδότης» και γενναιόδωρη με τους συνεργάτες της. Τους διάλεγε πολύ προσεκτικά και φρόντιζε να αμείβονται αναλόγως. Έζησα στο επιτελείο της και στιγμές πανικού, «νευρικής κρίσης», ακόμα και υστερίας. (για να το πω ευγενικά…), αλλά δεν μπορώ να μην της αναγνωρίσω εργατικότητα και τελειομανία… Τη βοήθησα να προετοιμαστεί για μερικές εκατοντάδες συνεντεύξεις ή δημόσιες δηλώσεις. Προετοιμαζόταν με επιμέλεια και μεθοδικότητα, για κάθε πιθανή ερώτηση που μπορεί να δεχόταν στα αγγλικά, στα γαλλικά και κάποτε στα γερμανικά. Συχνότατα γκρίνιαζε, γιατί η ομάδα στην οποία κι εγώ συμμετείχα, δεν ήταν σε θέση να προβλέψει και την τελευταία απίθανη ερώτηση… Κι επειδή έχω ζήσει ως πολιτικός συντάκτης μερικούς πρωθυπουργούς και υπουργούς, σας βεβαιώνω, ότι ουδείς έκανε τέτοια προετοιμασία – ακόμη και σε συνόδους κορυφής.

Κάποτε, τέλος, πρέπει να πούμε κι αυτό: όποιος πήγε να δουλέψει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, πήγε με ένα συμβόλαιο ορισμένου χρόνου. Τρία, τέσσερα, άντε πέντε χρόνια. Δεν είναι εύλογο, ότι θα έπαιρνε κάτι παραπάνω από τον μισθό που του αναλογούσε στην αγορά, αφού ήξερε εκ των προτέρων πως θα πρέπει να αναζητήσει την τύχη του μετά τους Αγώνες, βγαίνοντας στην πιάτσα μαζί με άλλα 3.000 στελέχη της «ΑΘΗΝΑ 2004», με παρόμοια προσόντα; Αλήθεια, εκ των υστέρων, ξέρουμε πως οι Αγώνες πήγαν πολύ καλά. Αν είχαμε, όμως, μία αποτυχία, όπως πολλοί προέβλεπαν, με ποια ακριβώς προσόντα θα έβγαινε να βρει δουλειά αλλού ο μέσος εργαζόμενος της Οργανωτικής Επιτροπής;

Αντί επιλόγου, θα ήθελα κλείνοντας αυτό το κείμενο-εξομολόγηση, να ευχαριστήσω με 10 χρόνια καθυστέρηση, όσους ανθρώπους συνεργάστηκαν μαζί μου, στην ομάδα που είχα την ευτυχία να διοικήσω εκείνη την περίοδο, αλλά και μερικούς που γνώρισα και εκτίμησα βαθιά στην πορεία. Κάποιοι από αυτή την ομάδα εργάζονται ήδη σε μεγάλους διεθνείς οργανισμούς στο εξωτερικό, σε θέσεις ευθύνης στην Ελλάδα, ή διαπρέπουν στον ιδιωτικό τομέα.

Κυρίως, όμως, θέλω να πω ότι αισθάνομαι δικαιωμένος και δεν κλονίζει σε τίποτα τις απόψεις μου η ανεξάντλητη κλάψα και αμφισβήτηση – συχνά από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν για ποιο πράγμα μιλούν. Σε ένα τέτοιο τεράστιο εγχείρημα, είναι αυτονόητο πως υπήρξαν ικανοί και ανίκανοι, ρομαντικοί και λαμόγια, εργατικοί και φιγουρατζήδες. Η Ιστορία, όμως, έγραψε ήδη, ότι η Ελλάδα οργάνωσε εξαιρετικούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Και αν, αντί των κυβερνήσεων που ακολούθησαν είχε ανατεθεί η εκπόνηση ενός σχεδιασμού για τη μετα-ολυμπιακή αξιοποίηση στους ανθρώπους που οργάνωσαν την ολυμπιακή προετοιμασία, ίσως σήμερα να μην είχαμε τόσες ερειπωμένες εγκαταστάσεις δεξιά κι αριστερά. Δυστυχώς, αντί να δουν τη συγκλονιστική ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας (που κέρδισε σε κάποιο βαθμό το στοίχημα, αλλά και το έχασε εν μέρει σε βάθος χρόνου) αυτοί που πήραν τις μεγάλες αποφάσεις μετά το 2004, έβλεπαν μόνο τους «Αγώνες της Γιάννας»…