«Δεν είμαι πια τόσο νέος για να τα ξέρω όλα!» έλεγε ο φιλόσοφος Ralph Waldo Emerson στα μέσα του 19ου αιώνα, συνοψίζοντας, σε μία φράση, όλη τη σημερινή αβεβαιότητα. Οι Έλληνες ξέρουμε γιατί υποφέρουμε. Δεν ξέρουμε όμως πότε θα πάψουμε να υποφέρουμε. Και αυτό είναι αβάσταχτο.
Αυτή την αβεβαιότητα κατέγραψε και η πρόσφατη έρευνα του ΙΟΒΕ. Ο οικονομικός δείκτης – στον οποίο είναι ενσωματωμένες οι προσδοκίες των επιχειρηματιών και των καταναλωτών για τη βιομηχανία, τις κατασκευές, τις υπηρεσίες και το λιανικό εμπόριο –έχει πέσει σε ένα από τα χαμηλότερα ιστορικά επίπεδα. Ο οικονομικός δείκτης αντανακλά την βαθιά εδραιωμένη ανασφάλεια που βιώνουμε όλοι μας. Σε όποιο στρατόπεδο και εάν ανήκουμε. Είναι αυτό που μας ενώνει, μέσα από τη διαδικασία του φόβου.
Εκείνο που μας χωρίζει είναι ο κοινωνικός δείκτης. Η συλλογική οργή. Όμως, οργή εναντίον αλλήλων. Ιδιωτικοί υπάλληλοι εναντίον δημοσίων υπαλλήλων, οι λιγότερο προνομιούχοι απέναντι σε όσους φαίνεται να υποφέρουν λιγότερο. Οι μη έχοντες εργασία σε αντιδιαστολή με όσους ακόμη εργάζονται. Όλα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως και όλα τα ανάποδα τους. Ο άνεργος πρώην επιχειρηματίας, με σκασμένη τη φούσκα της επιχειρηματικότητας στα μούτρα του, μισεί τον δημόσιο υπάλληλο ο οποίος, με τη σειρά του, αντιμετωπίζει το φάσμα της εφεδρείας. Και τούμπαλιν.
Λες και, για να ξεφύγουμε από την κρίση, θα πρέπει ο ένας να κρεμαστεί από το λαρύγγι του αλλουνού. Για αυτό ο Emerson είχε δίκιο. Γιατί πίσω από τα υψωμένα δάκτυλα που δείχνουν το ένα το άλλο κρύβεται η πεποίθηση ότι κατέχεται η απόλυτη αλήθεια. Αλλά, φευ, δεν είμαστε πια τόσο νέοι.