986
| Shutterstock

Εμπορικά κέντρα: ένδοξο παρελθόν, αβέβαιο μέλλον

Protagon Team Protagon Team 27 Νοεμβρίου 2020, 13:10
|Shutterstock

Εμπορικά κέντρα: ένδοξο παρελθόν, αβέβαιο μέλλον

Protagon Team Protagon Team 27 Νοεμβρίου 2020, 13:10

Η περίφημη Galleria Vittorio Emanuele του Μιλάνου, αυτή αποτέλεσε το πρότυπο του κτιριακού μοντέλου του εμπορικού κέντρου. Είναι αλήθεια ότι το θαυμάσιο σκεπαστό εμπορικό πέρασμα στην καρδιά της πρωτεύουσας της Λομβαρδίας, που συνδέει την Piazza della Scala με την Piazza del Duomo, έχει ελάχιστα κοινά στοιχεία με τα τεράστια συγκροτήματα καταστημάτων που ορθώνονται στις περιφέρειες των μεγαλουπόλεων όλου του κόσμου. Ωστόσο, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο πατέρας των εμπορικών κέντρων όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, εμπνεύστηκε από το αρχιτεκτονικό κόσμημα του Μιλάνου που άνοιξε τις πύλες του το μακρινό 1877.

Τα εμπορικά κέντρα οφείλουν την ύπαρξή τους στον Βίκτορ Ντάβιντ Γκρουνμπάουμ, έναν εβραϊκής καταγωγής αρχιτέκτονα από τη Βιέννη, με ειδίκευση στην αναμόρφωση καταστημάτων και διαμερισμάτων, ο οποίος ήταν επίσης δεδηλωμένος σοσιαλιστής και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του μετά την προσάρτησή της στη ναζιστική Γερμανία τον Μάρτιο του 1938.

Κατέφυγε τελικά στις ΗΠΑ μέσω Ελβετίας και Αγγλίας, αφότου ένας φίλος του, που είχε μεταμφιεστεί σε ναζί, συνόδευσε τον ίδιο και τη σύζυγό του έως το αεροδρόμιο της Βιέννης, τις ημέρες, μάλιστα, που και ο Ζίγκμουντ Φρόιντ σχεδίαζε τη φυγή του από την πρωτεύουσα της Αυστρίας. Με το που πάτησε το πόδι του στη Νέα Υόρκη, όπου έφτασε με λίγα δολάρια και δίχως να μιλά αγγλικά, ο Γκρουνμπάουμ άλλαξε το όνομά του σε Γκρουν και βάλθηκε να βρει δουλειά. Δεν άργησε πολύ, ωστόσο, να εκφράσει το ταλέντο του και να διακριθεί, σχεδιάζοντας μερικά από πιο καινοτόμα εμπορικά καταστήματα της 5ης Λεωφόρου στην καρδιά του Μανχάταν.

Ομως το σημάδι του στην ιστορία της πολεοδομίας και της αρχιτεκτονικής το άφησε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν μετακόμισε στην Καλιφόρνια. Εκεί, ο αυστριακός αρχιτέκτονας συνέλαβε την ιδέα του εμπορικού κέντρου, την οποία εμπνεύστηκε με καθοδηγητικό κριτήριο όχι το κέρδος, αλλά ανησυχίες αμιγώς αισθητικές και κοινωνικές.

Απέναντι στην εξάρτηση των Αμερικανών από τα αυτοκίνητά τους, εκείνος υπογράμμιζε την ανάγκη προστασίας των αστικών κέντρων από την επέλαση των οχημάτων, τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο έπρεπε να κυκλοφορούν αποκλειστικά στις περιφέρειες των πόλεων, όπου υπήρχε απεριόριστος ελεύθερος χώρος. Ετσι σκαρφίστηκε τη δημιουργία χώρων όπου ο πολίτης – οδηγός – καταναλωτής θα μπορούσε να βρει όλα όσα είχε ανάγκη, όχι μόνον καταναλωτικά αγαθά, αλλά και τη δυνατότητα κοινωνικοποίησης, την οποία δεν προσέφεραν τα προάστια των αμερικανικών μεγαλουπόλεων που αναπτύσσονταν εκείνη την περίοδο.

Ο Γκρουν είχε στο μυαλό του τα μεγάλα πεζοδρόμια και τα καφέ της Βιέννης, όπου οι άνθρωποι συναναστρέφονταν απαλλαγμένοι από την ενοχλητική παρουσία των οχημάτων. Ηθελε να δημιουργήσει νέα αστικά κέντρα, με τα αυτοκίνητα παρκαρισμένα στο εξωτερικό και με χώρους μόνο για πεζούς στο εσωτερικό, χώρους λειτουργικούς και προς όφελος της κοινωνικότητας και της ανταλλαγής απόψεων και ιδεών μεταξύ των πολιτών, ενώ το όλο σκηνικό θα ολοκλήρωναν κομψές μπουτίκ, σαν αυτές που είχε δει ο Αυστριακός στην Galleria Vittorio Emanuele του Μιλάνου.

Οσον αφορά το τελικό αποτέλεσμα, αποτέλεσε αναμφίβολα τεράστια, παγκόσμια επιτυχία σε οικονομικό και εμπορικό επίπεδο, αλλά και απόλυτη αποτυχία σε αισθητικό και κοινωνικό επίπεδο, τουλάχιστον σε σχέση με όλα όσα οραματιζόταν ο αυστριακός αρχιτέκτονας που πολιτογραφήθηκε αναγκαστικά Αμερικανός.

Αρκεί να δει κανείς τα πρώτα εμπορικά κέντρα του Γκρουν που ανεγέρθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 –το Northland Center,  στο Σάουθφιλντ του Μίσιγκαν, κοντά στο Ντιτρόιτ, ή το Southdale Mall στην Εντίνα της Μινεσότα– για να διαπιστώσει πως τα δημιουργήματά του δεν είχαν καμία σχέση με το εξαιρετικό αρχιτεκτόνημα από σίδερο και γυαλί του Μιλάνου, ούτε με την κομψότητα και την κοινωνικότητα της Βιέννης.

Εκείνα τα τεράστια διώροφα οικοδομήματα που αναπτύσσονταν γύρω από μια κεντρική εσωτερική αυλή που λειτουργούσε ως σύγχρονη πλατεία, αποτέλεσαν την απόπειρα αντίδρασης του Γκρουν ενώπιον του ολοένα αυξανόμενου ατομικισμού που αναπτυσσόταν στις περιφέρειες των αμερικανικών μεγαλουπόλεων. Επιδίωξε να δημιουργήσει έναν νέο τρόπο αστικής διαβίωσης, μεταφέροντας στις ΗΠΑ την τυπική κοινωνικότητα που παρατηρείται σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πόλη. Τελικά, όμως, «δημιούργησε το σύμβολο του αμερικανικού προαστιακού καπιταλισμού», όπως επισήμανε κατά το παρελθόν ο Εντγουιν Χιθκόουτ, αρχιτέκτονας και κριτικός αρχιτεκτονικής των Financial Times.

Στο κείμενό του ο Χιθκόουτ εξηγούσε ότι τα εμπορικά κέντρα στις ΗΠΑ, όπως και στη Βρετανία, «λίγο εξαιτίας του κλίματος, λίγο εξαιτίας της απουσίας της κουλτούρας του καφέ», δύσκολα θα μπορούσαν να εξελιχθούν όπως τα είχε οραματιστεί ο δημιουργός τους, γιατί «οι Βρετανοί, όπως και οι Αμερικανοί, αισθάνονται πιο άνετα στους ιδιωτικούς, παρά στους δημόσιους χώρους», στα εμπορικά κέντρα πηγαίνουν για να κάνουν τα ψώνια και τις αγορές τους, όχι για να κοινωνικοποιηθούν, η «joie de vivre» των ευρωπαϊκών καφέ είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Παρά το τεράστιο χάσμα –αισθητικό και λειτουργικό– ανάμεσα στις αρχικές προθέσεις του σοσιαλιστή αρχιτέκτονα από την Αυστρία και το τελικό αποτέλεσμα, αποτελεί γεγονός πως τα εμπορικά κέντρα αποτέλεσαν επί πολλές δεκαετίες το σημείο αναφοράς της ζωής στα προάστια. Στις ΗΠΑ έφτασαν στο απόγειο της ανάπτυξής τους κατά τη δεκαετία του 1990, στη συνέχεια, ωστόσο, απώλεσαν την αίγλη τους, ενώ τώρα κινδυνεύουν και επιχειρηματικά, κυρίως εξαιτίας του Διαδικτύου και της Amazon, η οποία άλλαξε άρδην τον τρόπο με τον οποίο ψωνίζουν οι Αμερικανοί και ολόκληρος ο πλανήτης.

Ο Τζον Γκάπερ των Financial Times αναφέρει ενδεικτικά ότι πριν από λίγες εβδομάδες η αμερικανική αλυσίδα πολυκαταστημάτων JCPenney, με 800 καταστήματα και ιστορία 118 ετών εξαγοράστηκε, κινδυνεύοντας με χρεοκοπία, έναντι 1,7 δισ. δολαρίων, ενώ η Supreme, μια εταιρεία με streetwear προϊόντα και μόλις 12 καταστήματα στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, που δραστηριοποιείται κυρίως στο Διαδίκτυο, πωλήθηκε έναντι 2,1 δισ. δολαρίων.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, κατά τα επόμενα πέντε χρόνια θα βάλουν λουκέτο τουλάχιστον 250 (από τα 1.000 συνολικά) εμπορικά κέντρα που λειτουργούν σήμερα στις ΗΠΑ, ενώ την ίδια μοίρα θα έχουν πολλά malls και στην Ευρώπη. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι είναι καταδικασμένα να αφανιστούν, υπογραμμίζει ο Γκάπερ, υποστηρίζοντας ότι «μακροπρόθεσμα θα μπορούσαν ακόμα και να επωφεληθούν από την πανδημία, εάν περισσότερες οικογένειες εκμεταλλευτούν την εργασία εξ αποστάσεως και μετακομίσουν στα προάστια. Δεν θα θέλουν να ξοδεύουν όλα τα χρήματά τους διαδικτυακά και η συγκέντρωση καταστημάτων σε ένα βολικό σημείο παραμένει μια λογική ιδέα». Για να συμβεί, όμως, αυτό πρέπει πρώτα να εξελιχθούν, να αναμορφωθούν, να καταστούν «πιο δελεαστικά, λιγότερο ομοιόμορφα και πιο μικρά».

Οσον αφορά τα εμπορικά κέντρα των προηγούμενων δεκαετιών, «τα διώροφα κλιματιζόμενα κουτιά με πολυκαταστήματα στις άκρες και φαγάδικα στη μέση», κάποια απλώς θα καταρρεύσουν και κάποια άλλα θα μετατραπούν σε κέντρα διανομής επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται κυρίως στο Διαδίκτυο.