775
Ουάσινγκτον, Κυριακή 31 Μαΐου, η ατμόσφαιρα πνιγηρή από τα χημικά έξω από την επίσημη κατοικία του Τραμπ | REUTERS/Jonathan Ernst

Δακρυγόνα στον Λευκό Οίκο

Protagon Team Protagon Team 1 Ιουνίου 2020, 07:26
Ουάσινγκτον, Κυριακή 31 Μαΐου, η ατμόσφαιρα πνιγηρή από τα χημικά έξω από την επίσημη κατοικία του Τραμπ
|REUTERS/Jonathan Ernst

Δακρυγόνα στον Λευκό Οίκο

Protagon Team Protagon Team 1 Ιουνίου 2020, 07:26

Η Μινεάπολη ήταν μόνο η αρχή. Η φωτιά που ξέσπασε στην εμβληματική αυτή πόλη των μεσοδυτικών ΗΠΑ, μετά τον φόνο του Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ από λευκούς αστυφύλακες, επεκτάθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλη την Αμερική. Και έφτασε ως την πρωτεύουσα Ουάσινγκτον. Ακόμα και εκεί, η Εθνοφρουρά κλήθηκε να επιβάλει την τάξη, καθώς η κατάσταση με τις διαδηλώσεις εξοργισμένων από τον ρατσισμό εν έτει 2020, ξεφεύγει από τον έλεγχο.

Η δήμαρχος της Ουάσινγκτον διέταξε την απαγόρευση της κυκλοφορίας μετά και τις νέες διαδηλώσεις κοντά στον Λευκό Οίκο. Η Μιούριελ Μπάουζερ είπε ότι η απαγόρευση θα ισχύσει από τις «23:00 της Κυριακής ως τις 06:00 της Δευτέρας» (μεσημέρι ώρα Ελλάδος) και διευκρίνισε ότι έδωσε εντολή να αναπτυχθεί η Εθνοφρουρά στην πόλη για να ενισχύσει την αστυνομία.

Ωστόσο, η ένταση δεν αποκλιμακώθηκε.

Η αστυνομία έκανε εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων το βράδυ της Κυριακής (τοπική ώρα· πρωί της Δευτέρας, ώρα Ελλάδας) για να διαλύσει τους συμμετέχοντες σε διαδήλωση εναντίον της αστυνομικής βίας και του ρατσισμού μπροστά στον Λευκό Οίκο, καθώς ξέσπασαν επεισόδια σε διάφορες περιοχές της Ουάσινγκτον.

Πλήθος διαδηλωτών συγκεντρώθηκε μπροστά στην επίσημη κατοικία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, φωνάζοντας συνθήματα, κρατώντας πλακάτ και βάζοντας φωτιές, παρότι στην αμερικανική πρωτεύουσα ήταν σε ισχύ απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τις νυχτερινές ώρες.

Στη Μινεάπολη, η κατάσταση ήταν τεταμένη για μία ακόμη νύχτα. Το Reuters ανέφερε ένα τρομακτικό περιστατικό: Οδηγός δεξαμενοφόρου οδήγησε το όχημα μέσα σε πλήθος διαδηλωτών στον κλειστό διαπολιτειακό αυτοκινητόδρομο 35 West στη Μινεάπολη, χωρίς ευτυχώς να τραυματιστεί κάποιος.

Ο οδηγός του φορτηγού κατέβηκε από το όχημα και υπέστη ξυλοδαρμό από διαδηλωτές, ανέφερε το πρακτορείο.

Στη δυτική ακτή των ΗΠΑ, λεηλασίες καταστημάτων αναφέρθηκαν στη Σάντα Μόνικα, παραθαλάσσια πόλη σε μικρή απόσταση από το Λος Αντζελες. Το απόγευμα της Κυριακής (τοπική ώρα), τοπικά ΜΜΕ μετέδωσαν πλάνα με ανθρώπους να ορμούν σε καταστήματα σε πεζόδρομο στη Σάντα Μόνικα. Αστυνομικοί έφθασαν επιτόπου και το πλήθος φάνηκε να σκορπίζει.

Παράλληλα, στο κέντρο του Λος Αντζελες βρισκόταν σε εξέλιξη μαζική αλλά και ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας εναντίον του ρατσισμού.

Παρά την ανάπτυξη αστυνομικών δυνάμεων και σε ορισμένες περιπτώσεις την επιβολή απαγόρευσης της κυκλοφορίας, η βία εξαπλώθηκε σε πολλές άλλες πόλεις, την Νέα Υόρκη, την Φιλαδέλφεια το Ντάλας το Λας Βέγκας, το Σιάτλ, το Ντε Μόιν, το Μέμφις, την Ατλάντα, το Λος Αντζελες, το Μαϊάμι, το Πόρτλαντ, το Σικάγο, την Ουάσινγκτον.

Δρόμοι αποκλείσθηκαν, αυτοκίνητα και καταστήματα πυρπολήθηκαν και οι δυνάμεις ασφαλείας, ανεπτυγμένες σε μεγάλους αριθμούς, απάντησαν με δακρυγόνα και σε ορισμένες περιπώτσεις με σφαίρες από καουτσούκ.

Οι διαδηλωτές φώναζαν «Black Lives Matter» και «I Can’t Breath» (τις τελευταίες λέξεις του Τζορτζ Φλόιντ πριν ξεψυχήσει κάτω από το γόνατο του αστυνομικού Ντέρεκ Τσόβιν).

«Κανείς δεν ενδιαφέρεται για μας όσο δεν είμαστε νεκροί. Και διαδηλώνουμε και τίποτε δεν γίνεται. Αυτό θέλουμε ν΄αλλάξει», έλεγε μία διαδηλώτρια στο Μαϊάμι.

Περί τους 5.000 στρατιώτες της Εθνοφρουράς αναπτύχθηκαν σε 15 πόλεις, ανάμεσά τους και η Ουάσινγκτον, και 2.000 βρίσκονται σε ετοιμότητα για να επέμβουν εάν είναι αναγκαίο, ανακοίνωσε σήμερα η Εθνοφρουρά.

Στην Νέα Υόρκη, ο δήμαρχος Μπιλ ντε Μπλάζιο παραδέχθηκε ότι ένα βίντεο που δείχνει περιπολικό να ανοίγει δρόμο μέσα από το πλήθος είναι «ενοχλητικό», αλλά δικαιολόγησε την συμπεριφορά των αστυνομικών, που βρέθηκαν αντιμέτωποι με μία «εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση».

Στο Λος Αντζελες, στρατιώτες της Εθνοφρουράς με πολεμική εξάρτυση και οπλισμένοι με τουφέκια άρχισαν να περιπολούν στο κέντρο της πόλης το πρωί.

Δημοσιογράφοι δέχθηκαν σε πολλές πόλεις επίθεση, τόσο από αστυνομικούς όσο και από διαδηλωτές.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχασε την ευκαιρία να επιτεθεί στα μέσα ενημέρωσης σήμερα, κατηγορώντας τα ότι «κάνουν τα πάντα για να τροφοδοτήσουν το μίσος και την αναρχία». Ο Τραμπ, αντιμέτωπος με τις μεγαλύτερες ταραχές της θητείας του, την ώρα που η χώρα βρίσκεται στο έλεος της επιδημίας Covid-19, δεσμεύθηκε να σταματήσει την «συλλογική βία» και κατήγγειλε ενέργειες «ριζοσπαστικών ακροαριστερών» στοιχείων και κυρίως του κινήματος «antifa», το οποίο θέλει να εντάξει στην αμερικανική λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων.

Η δήμαρχος της Ατλάντα Κίσα Λανς Μπότομς παρέβαλε την κατάσταση με τις ταραχές στο Σάρλοτσβιλ, όπου οι συγκρούσεις ανάμεσα σε υποστηρικτές της κυριαρχίας των λευκών και αντιφασιστών προκάλεσαν τον θάνατο ενός ανθρώπου και τον τραυματισμό δεκάδων τον Αύγουστο 2017. Ο Τραμπ είχε τότε δηλώσει ότι υπάρχουν «πολύ εντάξει άνθρωποι και στις δύο πλευρές».

«Ο πρόεδρος Τραμπ επιβαρύνει την κατάσταση», δήλωσε στο δίκτυο CBS. «Εχουμε ξεπεράσει το σημείο καμπής. Η ρητορική του το μόνο που κάνει είναι να πυροδοτεί την κατάσταση και πρέπει να σιωπήσει».

«Θα έπρεπε να ενώσει την χώρα και όχι να συνδαυλίζει τις φλόγες», δήλωσε από την πλευρά της η δημοκρατική πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι στο ABC.

Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου Τζο Μπάιντεν καταδίκασε τις βιαιότητες. «Οι διαδηλώσεις απέναντι σε τέτοια (αστυνομική) αγριότητα αποτελούν δικαίωμα και ανάγκη…Ο εμπρησμός πόλεων και οι καταστροφές δεν είναι», είπε.