828
Ενα από τα καρέ του ντοκιμαντέρ «They Shall Not Grow Old», πριν (δεξιά) και μετά την επεξεργασία | © IWM/Peter Jackson

Πρέπει να χρωματίζουμε την Ιστορία;

Protagon Team Protagon Team 4 Οκτωβρίου 2018, 09:30
Ενα από τα καρέ του ντοκιμαντέρ «They Shall Not Grow Old», πριν (δεξιά) και μετά την επεξεργασία
|© IWM/Peter Jackson

Πρέπει να χρωματίζουμε την Ιστορία;

Protagon Team Protagon Team 4 Οκτωβρίου 2018, 09:30

Το 1988, στην ηλικία των 80 ετών, ο διάσημος αμερικανός ηθοποιός Τζέιμς Στιούαρτ διήνυσε αεροπορικώς περισσότερα από 1.800 χλμ. για να μεταβεί από το σπίτι του στο Μπέβερλι Χιλς, στην πρωτεύουσα Ουάσινγκτον. Στόχος του ήταν, αναφέρει η Λούσι Ντέιβις της Telegraph, να διαμαρτυρηθεί στο Κογκρέσο για την έγχρωμη απόδοση της ταινίας του Φρανκ Κάπρα «Μια Υπέροχη Ζωή», παραγωγής 1946 της οποίας ήταν ο πρωταγωνιστής. Νωρίτερα είχε εκμυστηρευτεί σε έναν φίλο του πως η έγχρωμη βερσιόν «ήταν σαν να είχε ξεράσει πάνω της ο Ντίσνεϊ».

Στο πλευρό του συμπαρατάχθηκαν σημαντικές προσωπικότητες του Χόλιγουντ όπως η Κάθριν Χέπμπορν, ο Κλιντ Ίστγουντ και οι σκηνοθέτες Τζορτζ Λούκας και Μπίλι Γουάιλντερ. Ιδιαίτερα επικριτικός ήταν και ο Ρότζερ Έμπερτ. «Όποιος μπορεί να αποδεχτεί την ιδέα του επιχρωματισμού των ασπρόμαυρων ταινιών είναι κακόγουστος. Εάν σας αρέσουν οι επιχρωματισμένες ταινίες, είναι αμφίβολο εάν γνωρίζετε γιατί γυρίζονται οι ταινίες ή γιατί τις παρακολουθείτε», είχε γράψει τότε ο περίφημος αμερικανός κριτικός κινηματογράφου

Ωστόσο, παρά τις όποιες προσπάθειές τους, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 επιχρωματίστηκαν περί τις 600 ασπρόμαυρες ταινίες και με κραυγαλέο, τις περισσότερες φορές, τρόπο. Από τότε η τεχνολογία επιχρωματισμού σημείωσε εξαιρετική πρόοδο αλλά η πρακτική εξακολουθεί να προκαλεί την οργή των σινεφίλ όλου του κόσμου.

Το ζήτημα άρχισε πρόσφατα να απασχολεί ξανά ειδικούς και μη, όταν αποκαλύφθηκε ότι ο βραβευμένος με Όσκαρ δημιουργός του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» Πίτερ Τζάκσον προέβη στον επιχρωματισμό πρωτότυπων ασπρόμαυρων πλάνων από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλαίσιο της παραγωγής ενός ιστορικού ντοκιμαντέρ διάρκειας 90 λεπτών.

Ασπρόμαυρο καρέ από τα αρχεία του βρετανικού Αυτοκρατορικού Πολεμικού Μουσείου που επιχρωματίστηκε για το ντοκιμαντέρ του Πίτερ Τζάκσον

Η πρεμιέρα του «They Shall Not Grow Old» θα πραγματοποιηθεί στις 16 Οκτωβρίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου ενώ θα προβληθεί και από το BBC την 11η Νοεμβρίου, ημέρα κατά την οποία εορτάζεται η λήξη του Μεγάλου Πολέμου. Η παραγωγή χρηματοδοτήθηκε από το Αυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο του Λονδίνου και τo 1418Now, ένα ημικρατικό πολιτιστικό πρόγραμμα ανάθεσης έργων σε κορυφαίους καλλιτέχνες στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 100 χρόνων από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στόχος των δύο φορέων είναι να προσεγγίσουν τις νεότερες γενιές, παρουσιάζοντας τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της πρώτης παγκόσμιας ένοπλης σύρραξης «όπως ακριβώς τα είδαν οι ίδιοι οι στρατιώτες», σύμφωνα με τον Τζάκσον.

Στα αρχεία του μουσείου υπάρχουν περίπου 2.000 ταινίες από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι περισσότερες είναι επίσημες προπαγανδιστικές παραγωγές της βρετανικής κυβέρνησης, μερικές γνωστές σε ένα σχετικά ευρύ κοινό καθώς λειτουργούν αρχετυπικά για ανάλογες παραγωγές και έχουν ήδη ψηφιοποιηθεί. Αλλά στην ταινία του νεοζηλανδού σκηνοθέτη παρουσιάζεται υλικό που έχουν δει ελάχιστοι από τότε που γυρίστηκε. «Πρόκειται για ασυνήθιστα, κοινότοπα πλάνα, που παραμένουν, ωστόσο, συναρπαστικά και θέλαμε να τα αναζωογονήσει ο Τζάκσον, ελπίζοντας πως θα ταιριάξουν με τη φαντασία του», εξήγησε ο Ματ Λι, εκπρόσωπος του μουσείου και επικεφαλής της παραγωγής.

Ο επιχρωματισμός του αρχειακού κινηματογραφικού υλικού από την Stereo D αποτέλεσε ένα από τα πολλά στάδια της παραγωγής. Οι εργαζόμενοι της εταιρείας κλήθηκαν επίσης να αφαιρέσουν σκόνη και λεκέδες και να αποκαταστήσουν χαρακιές και σχισίματα από τα φιλμ. Για την ολοκλήρωση της ταινίας χρειάστηκαν τρία χρόνια κατά τα οποία εργάζονταν ολημερίς και ολονυχτίς ομάδες στην Καλιφόρνια, τον Καναδά και την Ινδία, δεδομένου ότι για την επεξεργασία ενός αποσπάσματος διάρκειας 30 δευτερολέπτων συνήθως απαιτούνταν έως και τρεις μήνες δουλειάς. Εξαιρετικά δύσκολη αποδείχτηκε η απόδοση των αποχρώσεων του νερού και του δέρματος. Καθε τι οργανικού. Ένα άλογο που καλπάζει μέσα στο νερό είναι ιδιαιτέρα «ζόρικο», σύμφωνα με έναν από τους εργαζόμενους της εταιρείας.

Μια από τις κύριες μομφές κατά της έγχρωμης απόδοσης ασπρόμαυρων ταινιών αφορά την ακρίβεια. Ο Μίλτον Άνταμου, επικεφαλής της ομάδας επιχρωματισμού Stereo D, δήλωσε πως η δουλειά τους είναι «κατά κύριο λόγο επιστημονική αλλά και δημιουργική». Για την όσο το δυνατόν πιο πιστή απόδοση της πραγματικότητας ο Πίτερ Τζάκσον προσέλαβε τον ιστορικό Πιτ Κόνορ ο οποίος εντόπισε και απέστειλε δείγματα από τις στολές των στρατιωτών καθώς και πλήθος άλλων αντικειμένων, ούτως ώστε να εξεταστούν οι αποχρώσεις τους υπό διαφορετικό φωτισμό.

Καλώς ή κακώς, αποτελεί όμως γεγονός πως κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ποιο ήταν το χρώμα ενός απλού πουκάμισου ή μιας πόρτας πριν από 100 χρόνια. Συχνοί είναι επίσης και οι ακούσιοι αλλά συχνά άστοχοι αναχρονισμοί. «Πόσο ανόητος μπορεί να είναι κάποιος που παρουσιάζει τους στρατιώτες του παρελθόντος με τέλεια, αστραφτερά και λευκά χολιγουντιανά δόντια», ήταν το σχόλιο αναγνώστη σε παλαιότερο κείμενο της Telegraph για το ντοκιμαντέρ του Τζάκσον.

«Ανέκαθεν η θέση μας ήταν να ενθαρρύνουμε την όσο το δυνατόν ευρύτερη διάδοση της συλλογής μας. Από τη στιγμή που το πρωτότυπο παραμένει άθικτο και προσδιορίζεται πως δεν ήταν έγχρωμο δεν υπάρχει πρόβλημα. Το χρώμα μπορεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ανθρώπων», υποστήριξε από την πλευρά του ο Ρόμπιν Μπέικερ, επικεφαλής επιμελητής του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου (BFI). Ειδικά εάν αυτοί οι άνθρωποι είναι νεαρής ηλικίας.

Σύμφωνα με τον βρετανό ειδικό ο επιχρωματισμός θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως κάτι «συμπληρωματικό, ως μια εντύπωση. Εκατό τοις εκατό ιστορικά ακριβής δεν πρόκειται να είναι ποτέ, αλλά μια ταινία δεν είναι μια άγια εικόνα – δεν πετάμε ροζ μπογιά πάνω σε ένα μεσαιωνικό γλυπτό. Ο Πίτερ Τζάκσον είναι ένας από τους κορυφαίους κινηματογραφιστές στον κόσμο, γιατί να μην θέλει κάποιος να δει τι μπορεί να κάνει;».