Ενα «κολασμένο» χολιγουντιανό πρόσωπο - το φιλμ «Αποκάλυψη τώρα» συνδέθηκε με την εικόνα του Μάρλον Μπράντο | Zoetrope Studios
Επικαιρότητα

«Αποκάλυψη τώρα»: Οι τρεις ζωές μιας πολυσυζητημένης ταινίας

Το επικό αυτό φιλμ έφθασε να ορίζει την εικόνα που έχουν οι Δυτικοί για τον πόλεμο στον οποίο σκοτώθηκαν πάνω από δύο εκατομμύρια Βιετναμέζοι και 58.000 Αμερικανοί, αλλά δεν έχει μέλλον στη εποχή του Netflix, ισχυρίζεται αρθρογράφος του βρετανικού Independent
Protagon Team

Σαράντα χρόνων έγινε το φιλμ «Αποκάλυψη τώρα» – έτσι δεν είναι;

Αμ δε που είναι! – έτσι τουλάχιστον λέει ο Τζέραρντ Τζίλμπερτ της βρετανικής εφημερίδας Independent λογαριάζοντας ότι από τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών (1979) μέχρι σήμερα η διάσημη ταινία του Φράνσις Φορντ Κόπολα σαραντάρισε στην… παραγωγή, αφού το αρχικό υλικό υπέστη πολλές αλλαγές. (Η τρίτη και κατά τα φαινόμενα τελευταία βερσιόν –καθότι ο σκηνοθέτης είναι μεν πείσμων αλλά έχει πατήσει τα ογδόντα- είναι εμπλουτισμένη σε βία, φέρει τον χαρακτηρισμό «final cut» και προβλήθηκε πρόσφατα σε νεοϋορκέζικο φεστιβάλ.)

Η Ιστορία κατέγραψε ότι οι ΗΠΑ βάλτωσαν στο Βιετνάμ και τελικώς ηττήθηκαν από τους  Βιετκόνγκ οι οποίοι κατέλαβαν τη Σαϊγκόν στις 30 Απριλίου 1975. Σαράντα χρόνια μετά την παραγωγή του φιλμ «Αποκάλυψη τώρα» παραμένει ασαφές αν ο Κόπολα ήθελε να τονίσει το γεγονός της αμερικανικής ήττας με σκηνές όπως αυτή

Το συνεχές νταραβέρι με το περιεχόμενο της ταινίας προβληματίζει τον αρθρογράφο: ο σκηνοθέτης ήξερε άραγε τι ήθελε να πει -τότε, στα γυρίσματα μέσα στη ζούγκλα των Φιλιππίνων- και, εφόσον ήξερε τι ήθελε να πει, ποιος και γιατί  τον εμπόδισε. Αλλιώς γιατί έγιναν ξανά και ξανά τόσες προσθήκες.

Το «Αποκάλυψη τώρα» δεν το δείχνει, αλλά τα αμερικανικά ελικόπτερα είχαν μία τελευταία αποστολή, τη σοβαρότερη από όλες: στις 29 Απριλίου 1975 εκκένωσαν την πρεσβεία των ΗΠΑ στη Σαϊγκόν (Wikipedia)

Πάντως κρίνει το έργο «στο σύνολό του πρωτότυπο και επικό δείγμα φιλμ» και μελαγχολικά αποφαίνεται ότι «στην εποχή των Netflix και CGI μάλλον δεν θα το δούμε ξανά».

Ο επί της ουσίας προβληματισμός του Τζίλμπερτ αφορά το «είναι» του φιλμ. Είναι ουσιαστικά αντιπολεμικό ή απλώς ανήκει στη χολιγουντιανή κατηγορία «πολεμικές ταινίες» – και ακόμη χειρότερα: μήπως είναι φιλμ που προπαγανδίζει τον πόλεμο, όπως λένε κάποιοι; Και οι Βιετναμέζοι; Πού είναι οι Βιετναμέζοι;

«Είναι εντελώς μονόπλευρη ματιά στην αμερικανική εμπειρία του Βιετνάμ» γράφει. «Η ταινία έφθασε να ορίσει την εικόνα μας για τον πόλεμο» στον οποίο «σκοτώθηκαν περισσότεροι από δύο εκατομμύρια Βιετναμέζοι και 58.000 Αμερικανοί». (Ο αναγνώστης θα μπορούσε να προσθέσει στον κατάλογο των ρητορικών ερωτημάτων: «Πού είναι ο Ψυχρός Πόλεμος; Οι Κινέζοι; Οι Σοβιετικοί; Οι Κουβανοί;»)

Ο Κόπολα καθώς δίνει οδηγίες κινηματογραφικής μάχης στο επιτελείο του

Ο αρθρογράφος θυμίζει την ενόχληση που είχε προκαλέσει στις Κάννες μία αποστροφή του λόγου του Κόπολα στη συνέντευξη Τύπου: «Η ταινία μου δεν αφορά το Βιετνάμ, είναι το Βιετνάμ». Θυμίζει επίσης το λίγο-πολύ γνωστό ιστορικό των κακοτυχιών που έπληξαν την παραγωγή στα γυρίσματα, την καταστροφή του εξοπλισμού και του σκηνικού από τροπικό τυφώνα, τις εκκεντρικότητες του υπέρβαρου Μάρλον Μπράντο, τη νευρική κατάρρευση του σκηνοθέτη.

«Τhis is the end» τραγουδάει ο Τζιμ Μόρισον καθώς οι θεατές βλέπουν την επέλαση των πολεμικών ελικοπτέρων των ΗΠΑ – ωστόσο αυτή η επιχείρηση είναι μόνο η αρχή του πολέμου (και της ταινίας), το πραγματικό τέλος του οποίου δεν μπορούσαν να φανταστούν οι Αμερικανοί

Ο Τζίλμπερτ θυμάται και τη δική του εμπειρία, όταν είδε πρώτη φορά το φιλμ στα φοιτητικά του χρόνια αλλά και την επόμενη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια, όταν την παρακολούθησε από ένα DVD – εκείνη ήταν η εκδοχή redux του 2001, στο οποίο ο Coppola είχε προσθέσει ορισμένες κομμένες σκηνές. Θεωρεί πάντως ότι η εισαγωγική σκηνή με τα ελικόπτερα πάντα «προκαλεί δέος ενώ ακούγεται ο Τζιμ Μόρισον να τραγουδάει το τραγούδι ‘The End’».

Η πιο γνωστή σκηνή της ταινίας είναι κατά τον Τζίλμπερτ εκείνη με την ατάκα του συνταγματάρχη του αμερικανικού στρατού τον οποίο υποδύεται ο Ρόμπερτ Ντιβάλ: «Αγαπώ τη μυρωδιά του ναπάλμ το πρωί!» – ο αμερικανός αξιωματικός εκστόμισε αυτήν την πομπώδη φράση μαζί με τη διαταγή να καεί ένα βιετναμέζικο χωριό και το μοντάζ την αποθέωσε βάζοντας μουσική υπόκρουση την «Επέλαση των Βαλκυριών» του Βάγκνερ.

Στον αμερικανό αξιωματικό με το καουμπόικο καπέλο αρέσει η μυρωδιά των πρωινών ναπάλμ και το βροντοφωνάζει – αυτή ήταν μία ατάκα του σεναριογράφου η οποία έμεινε στη χολιγουντιανή ιστορία αλλά ενέπνευσε και τους αμερικανούς πεζοναύτες στον Πόλεμο του Ιράκ το 2004

Ο Τζίλμπερτ στέκεται και στο πολιτικό προφίλ του σεναριογράφου Τζον Μίλιους, του «σούπερ αντιδραστικού που έδωσε στον κόσμο τον Dirty Harry». (Dirty Harry ονομάστηκαν μερικές ταινίες αστυνομικής δράσης, νωρίς στη δεκαετία του ’70,  με πρωταγωνιστή έναν σκληρό έως αιμοβόρο αστυνομικό τον οποίο έπαιξε πειστικά –και πιθανώς με πάθος– ο εξαιρετικός ηθοποιός αλλά και φανατικός Ρεπουμπλικανός Κλιντ Ιστγουντ.)

Αναφορικά με την αντιπολεμική χροιά μιας πολεμικής ταινίας, ο Τζίλμπερτ παρατηρεί ευφυώς ότι η παραπάνω σκηνή της «Αποκάλυψης» χρησιμοποιήθηκε στον Πόλεμο του Ιράκ για να «ντοπάρει» τους πεζοναύτες πριν από τη μάχη της Φαλούτζα το 2004. «Τότε η ζωή μιμήθηκε την τέχνη» γράφει. Κατόπιν ο σκηνοθέτης Σαμ Μέντες, στην ταινία του «Jarhead», ήταν ο καλλιτέχνης ο οποίος «μιμήθηκε τη ζωή που μιμήθηκε την τέχνη».

Οι αναποδιές στα γυρίσματα της ταινίας, που έγιναν στις Φιλιππίνες κατά το διάστημα 1976-1979, έφεραν, λένε, στα όρια της τρέλας (ίσως και του χιούμορ) τον σκηνοθέτη

Κλείνοντας το σημείωμά του, ο αρθρογράφος επικεντρώνεται στο πρόσωπο του σκηνοθέτη αλλά υπονοώντας το έργο του μάλλον: «Μετά τα γυρίσματα στις Φιλιππίνες ο Κόπολα δεν ήταν ο ίδιος»…

(Το πλήρες κείμενο της βρετανικής εφημερίδας εδώ.)