Ο θάνατος του Κόμπι συγκλόνισε τον πλανήτη | REUTERS/Adrien Veczan/File Photo
Επικαιρότητα

Αναμνήσεις από τον Κόμπι Μπράιαντ

Στις 26 Ιανουαρίου 2020, σαν σήμερα, ένας θρύλος του ΝΒΑ «έφυγε» ξαφνικά. Αλλά αυτό που -πάνω απ' όλα- μας λείπει από τον Κόμπι Μπράιαντ ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, είναι το χαμόγελο της παρακίνησης. Εκείνο το «όλα τα μπορείς» που έλεγε σε κάθε έναν από εμάς. Κι ας μην παίξαμε μπάσκετ, ποτέ
Sportscaster

Πέρασε, κιόλας, ένας χρόνος. Ηταν 26 Ιανουαρίου του 2020, βράδυ στην Ελλάδα, μεσημέρι στην Καλιφόρνια, όταν το ελικόπτερο στο οποίο επέβαινε ο θρυλικός «Black Mamba» του ΝΒΑ τυλίχτηκε από ένα πυκνό σύννεφο ομίχλης στο βουνό Καλαμπάσας και, στη συνέχεια, συνετρίβη στο έδαφος. Ο 42χρονος Κόμπι Μπράιαντ έχασε τη ζωή του, μαζί με τη 13χρονη κόρη του, Τζιάνα, κι άλλους επτά ανθρώπους. Και ο Κόσμος, μια τεράστια προσωπικότητα, που υπερέβαινε τα όρια των σπορ.

Στη μνήμη του κυκλοφόρησε χθες (Δευτέρα) στο Διαδίκτυο ένα βίντεο που χώρεσε όλα τα καλάθια της μυθικής του καριέρας: 33.643 πόντους. Αλλά ο Κόμπι δεν ήταν μόνον ο πεντάκις πρωταθλητής, ο τρομερός σκόρερ που σε 122 παιχνίδια του ξεπέρασε τους 40, 50, ή 60 πόντους (με αποκορύφωμα τους 81 που πέτυχε στις 22 Ιανουαρίου 2006, σε μια νίκη των Λέικερς επί των Ράπτορς). Εκτός από «Θεός» του μπάσκετ υπήρξε ένας φιλόσοφος της ζωής, ένας ανοιχτόμυαλος, αλτρουϊστής κοσμοπολίτης, ένας «γήινος» σούπερ-σταρ που, μέσα στο μεθύσι της δόξας του, ποτέ δεν έχασε την επαφή του με τους ανθρώπους. Επίσης, ένα παράδειγμα εργατικότητας και ψυχικής δύναμης.

Οσοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν από κοντά τον Σεπτέμβριο του 2011 στην Αθήνα -τον είχε φέρει ένας από τους χορηγούς του- δεν θα κουραστούν να διηγούνται πόσο προσιτός και ανεπιτήδευτος ήταν στις κουβέντες του με ανθρώπους που δεν είχε συναντήσει ποτέ στη ζωή του. Αυτός ο «ροκ-σταρ» του αθλητισμού, που μετρούσε εκατομμύρια οπαδών και ψηφιζόταν επί 18 συναπτά έτη ως All-Star παίκτης, έδειχνε να απολαμβάνει στ’ αλήθεια τις στιγμές που μοιράστηκε με τους πιτσιρικάδες του καμπ, χαμογελούσε διαρκώς και αγκάλιαζε όσους ενήλικες τον πλησίαζαν δειλά για να φωτογραφηθούν δίπλα του.

Γνώριζε πολλά για την Ελλάδα και για το ευρωπαϊκό μπάσκετ – οι περισσότεροι αμερικανοί «αστέρες» του ΝΒΑ δεν ξέρουν να βρουν την Ευρώπη στον χάρτη. Οχι επειδή μεγάλωσε στην Ιταλία και ταξίδεψε πολύ, αλλά γιατί ενδιαφερόταν για τον κόσμο γύρω του. Και τους σεβόταν όλους. Οταν ακόμη έπαιζε μπάσκετ, προσπάθησε να μάθει Ισπανικά για να απαντά στις ερωτήσεις των λατινογενών ρεπόρτερ στη μητρική τους γλώσσα. Μιλούσε πρόθυμα σε όλους, για το μπάσκετ αλλά και για τη ζωή. Πίστευε πως είχε ανακαλύψει το νόημά της, και ήθελε να το μοιραστεί. Οι συμβουλές του, γεμάτες μεταφορές και συμβολισμούς, με λέξεις προσεκτικά διαλεγμένες, και ο λόγος του που απέπνεε ηρεμία, θύμιζαν θιβετιανό «γκουρού». Είτε συμφωνούσες μαζί του είτε όχι, χαιρόσουν να τον ακούς.

Δίδασκε τους άλλους, όμως δεν δίσταζε να παραδεχτεί τα δικά του λάθη. Η μεγαλύτερη «αμαρτία» του, που έχει εξομολογηθεί δημοσίως, ήταν η απιστία προς τη σύζυγό του, Βανέσα, το 2003 – δύο χρόνια μετά τον γάμο τους. Εκτοτε, υπήρξε πρότυπο συζύγου και πατέρα.

Βοηθούσε, όσο μπορούσε. Οχι μόνο στα λόγια, αλλά και με τις πράξεις του. Μαζί με τη σύζυγό του δημιούργησαν ένα ίδρυμα για την υποστήριξη άπορων οικογενειών. Συμμετείχε σε καμπάνιες φιλανθρωπικού χαρακτήρα, και στις δράσεις του «Make A Wish». Εκανε σημαντικές δωρεές και, όπως μάθαμε μετά τον θάνατό του, ενίσχυε οικονομικά εκατοντάδες αναξιοπαθούντες, χωρίς να το γνωρίζει κανείς.

Στο μπάσκετ, δεν επαναπαύθηκε στο σπάνιο ταλέντο του. Εργάστηκε σκληρά, ήδη από την εποχή που πήγαινε σχολείο. Αργότερα, ως επαγγελματίας πλέον, συνέχιζε να δουλεύει τα σουτ του και μετά τις ομαδικές προπονήσεις. Μόνος, ή με τον γυμναστή του. Το ίδιο και στις διακοπές, όταν οι συνάδελφοί του ξεκουράζονταν σε κάποιο πολυτελές θέρετρο.

Εκτός από την εργατικότητά του, παροιμιώδης ήταν και η δύναμη της ψυχής του. Στις 12 Απριλίου 2013, τρία λεπτά πριν από το τέλος του αγώνα των Λέικερς με τους Ουόριορς, υπέστη ρήξη αχιλλείου τένοντα. Αν και πονούσε αφόρητα, αρνήθηκε να εγκαταλείψει το παρκέ προτού εκτελέσει τις βολές που είχε κερδίσει. Πολλοί είχαν πιστέψει, τότε, οτι ο τραυματισμός αυτός θα σηματοδοτούσε το τέλος της καριέρας του – ήταν 34 ετών. Εκείνος, όμως, επέστρεψε στα παρκέ έπειτα από οκτώ μήνες. «Αυτή είναι η Mamba Mentality», είχε γράψει στον λογαριασμό του στο Facebook. Ηταν μαχητής από τους λίγους. Ακόμη και όταν είχε φορέσει τα γαλόνια του ηγέτη των Λέικερς, «τα έδινε όλα» και στην άμυνα. Και ποτέ δεν φοβήθηκε να αναλάβει την ευθύνη της τελευταίας επίθεσης, καταγράφοντας συνολικά 27 νικητήρια σουτ.

Οι παραστάσεις του θα μείνουν αξέχαστες. Το ίδιο και εκείνο το γράμμα του – ερωτική εξομολόγηση στο μπάσκετ, τον Νοέμβριο του 2015, με το οποίο ανακοίνωνε το «Mamba Out» στο τέλος της σεζόν. Σύντομα θα μπει στο «Hall of Fame», το Πάνθεον των Αθανάτων της πορτοκαλί μπάλας. Αλλά αυτό που -πάνω απ’ όλα- μας λείπει από τον Κόμπι ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, είναι το χαμόγελο της παρακίνησης. Εκείνο το «όλα τα μπορείς» που έλεγε σε κάθε έναν από εμάς. Κι ας μην παίξαμε μπάσκετ, ποτέ.