Επικαιρότητα

Μίκης Θεοδωράκης: «Να σταματήσει αυτός ο εθνικός εξευτελισμός»

Ο μουσικοσυνθέτης καταφέρεται άλλη μία φορά κατά της κυβέρνησης Τσίπρα, αλλά και κατά της συνταγματικής αλλαγής του 1986 που έδωσε στους πρωθυπουργούς υπερεξουσίες
Protagon Team

Επίθεση κατά της κυβέρνησης εξαπέλυσε για άλλη μια φορά ο Μίκης Θεοδωράκης που τονίζει ότι δεσμεύει τη χώρα και κυβερνά έχοντας με το μέρος της ένα μικρότ τμήμα του πληθυσμού.

Στο άρθρο του με τίτλο «Τερατογένεση» αναφέρεται στην αναθεώρηση του Συντάγματος από το ΠΑΣΟΚ το 1986 η οποία έχει ως αποτέλεσμα «μία κυβέρνηση του 20% που αποφασίζει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν».

Διερωτάται ακόμη «πού είναι αυτοί που θέλουν να λέγονται ταγοί του έθνους να κινητοποιηθούν για να σταματήσει αυτός ο εθνικός εξευτελισμός».

Τέλος, απευθύνεται στην κυβέρνηση και «όλο το σύστημα που σιωπά ή τη στηρίζει» λέγοντας: «Μην παίζετε με τον λαό. Μην αφήνετε να σπέρνουν ανέμους με ή χωρίς γραβάτες. Οταν θα ‘ρθει η ώρα να θερίσουμε τις θύελλες, και πάλι θα με θυμηθείτε. Ομως τότε πια θα είναι αργά. Πολύ αργά».

Αναλυτικά το άρθρο του:

Κάτω απ’ το χώμα μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί
Προσμένουνε την ώρα να σημάνουν την Ανάσταση.
Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.
(Γιάννης Ρίτσος)

Στη σημερινή εποχή ο Ελληνας πρωθυπουργός μπορεί να κυβερνά ακόμα και με μία μοναδική ψήφο τη χώρα μας που έχει καταντήσει χειρότερη κι από Μπανανία.

Το κακό που μας έχει γονατίσει ξεκίνησε από το 1986, όταν έγινε η αναθεώρηση του Συντάγματος από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Τότε ήμουν βουλευτής του ΚΚΕ και ήρθα σε ρήξη με την ηγεσία του κόμματος, γιατί πίστευα ότι το πέρασμα των προνομίων του Προέδρου της Δημοκρατίας στον Πρωθυπουργό θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα. Οπως και έγινε! Επομένως δικαιούμαι να έχω όπως και τότε τη δική μου προσωπική άποψη και να θεωρώ ότι οι φόβοι μου αποδείχθηκαν δυστυχώς δικαιολογημένοι και ότι αυτό που ζούμε με μια κυβέρνηση του 20% που αποφασίζει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν για το παρόν και το μέλλον της χώρας δεν είναι απλώς τραγικό ούτε βέβαια και κωμικό αλλά κυρίως είναι εξευτελιστικό.

Ως πολίτης αισθάνομαι εξευτελισμένος και νομίζω ότι το ίδιο αισθάνονται και οι περισσότεροι Ελληνες. Μόνο που αυτοί ίσως να μη γνωρίζουν τους λόγους.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1975, όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έκρινε ότι η κυβέρνηση έχει χάσει πάρα πολύ μεγάλο μέρος από την εκλογική της δύναμη, είχε την ευχέρεια μαζί με ένα ειδικό συμβούλιο να διαλύει τη Βουλή και να οδηγεί τη χώρα σε νέες εκλογές.

Μετά την αναθεώρηση του 1986, ποιος κρίνει εάν ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση έχουν χάσει την εκλογική τους δύναμη; Κανείς. Αυτό και μόνο είναι για γέλια και για κλάματα… Αρκεί πλέον μια κυβέρνηση να έχει την πλειοψηφία στη Βουλή. Η οποία πλειοψηφία δεν έχει κανένα λόγο να εγκαταλείψει τα προνόμιά της. Ετσι, μαζί με τον Πρωθυπουργό, οι 151 της Βουλής αδιαφορούν για την κατρακύλα του κόμματός τους οχυρωμένοι πίσω από τη νομιμοφάνεια που τους προσέφερε η αναθεώρηση του 1986.

Με την αναθεώρηση του 1986 προσεβλήθη η βασική θέση που διέπει όλα τα Δημοκρατικά Συντάγματα του κόσμου. Οτι δηλαδή «ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΠΗΓΑΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΛΗΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ». Και πρώτα και κύρια η σύνθεση της Βουλής που θα πρέπει να παρακολουθεί και να αντανακλά τις αλλαγές που γίνονται στο εκλογικό σώμα.

Αυτή η κατάργηση του Λαού ως κυρίαρχου στοιχείου της διαμόρφωσης της εθνικής ζωής αποτελεί στίγμα αντιδημοκρατικό. Ενα τέτοιο έκτρωμα που καταργεί την ουσία της Δημοκρατίας και δημιουργεί ένα ουσιαστικά δεσποτικό καθεστώς με μανδύα νομιμοφάνειας δεν είναι αντάξιο ενός ελεύθερου Λαού αλλά ενός εξαπατημένου και τελικά ενός προδομένου Λαού και μας πηγαίνει πίσω σε εποχές σκοτεινές που η αμάθεια και ο φόβος είχαν μεταβάλει τους ιθαγενείς σε πειθήνια όργανα των κάθε λογής εξουσιαστών.

Θα περίμενε κανείς από έναν πολιτικό άνδρα να έχει ευαισθησία και τιμιότητα απέναντι στον Λαό που σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή του έδωσε την εμπιστοσύνη του. Ομως αυτά είναι περασμένα ξεχασμένα. Πάνε πια οι ευαισθησίες και οι τιμιότητες. Ξεχαστήκανε τα παλιά «ήθη και έθιμα». Τώρα βρισκόμαστε στην εποχή των μπίζνες. Ετσι, ξεχνούν κάποιοι ότι η Βουλή δεν είναι Ανώνυμη Εταιρία με τζόγο, μισθούς, προνόμια, θέσεις, ρουσφέτια και συναλλαγές με εμπόρους όπλων με ό,τι αυτό το τελευταίο συνεπάγεται.

Αν λοιπόν ο Πρωθυπουργός και οι 151 βουλευτές γίνουν ένα πελώριο στρείδι κολλημένο στα βράχια, τι θα συμβεί με βάση την πλειοψηφία μπετόν αρμέ;

Σήμερα είναι πλέον ηλίου φαεινότερον ότι από το αρχικό ποσοστό μέσα στον Λαό που ανέβασε τη σημερινή κυβέρνηση στην Εξουσία έχει μείνει κάτι λιγότερο από το μισό. Δεν το βλέπουν οι 151; Δεν το βλέπει ο Πρωθυπουργός; Βεβαίως το βλέπουν και στο βάθος χλευάζουν, γιατί οι ίδιοι οι Δεξιοί και οι Κεντρώοι τους χάρισαν τη σημερινή νομιμοφάνεια. Και το ΚΚΕ; Τι να πει, αφού κι αυτοί τότε έπεσαν στην παγίδα του Παπανδρέου.

Ωστε σήμερα έχουμε τον κ. Τσίπρα με τους 151. Αύριο, το 20%  περίπου που τους έχει μείνει σήμερα, μπορεί να γίνει 10%. Και πάλι θα έχουμε τον κ. Τσίπρα, εφ’ όσον οι 151 τηρήσουν την ίδια στάση που τηρούν τώρα. Μεθαύριο μπορεί να έχουν 5% στον Λαό αλλά και πάλι θα έχουμε τον κ. Τσίπρα με τους 151. Και αν φτάσουμε στο σημείο ο κ. Τσίπρας να έχει μόνο την ψήφο της συζύγου του, και πάλι θα είναι πρωθυπουργός, γιατί δυστυχώς το πιθανότερο είναι ότι οι 151 θα μείνουν ακλόνητοι στην ίδια στάση…

Αλλά ας γυρίσω στο σήμερα, όπου παίρνονται οικονομικές και εθνικές αποφάσεις που θα μας δεσμεύουν για πολλές δεκαετίες. Και διερωτώμαι, πού είναι αλήθεια και τι κάνουν οι Ελληνες που με τον α ή τον β τρόπο είναι είτε θέλουν να είναι οι ταγοί του έθνους; Πολιτικοί, Ακαδημαϊκοί, Επιστήμονες, Δημοσιογράφοι, άνθρωποι του Πνεύματος; Δεν αισθάνονται την ανάγκη να πουν κάτι, να κινητοποιηθούν για να σταματήσει αυτός ο εθνικός εξευτελισμός; Δεν καταλαβαίνουν τάχα όλοι ότι η οργή που κλείνει μέσα του ο Λαός μας είναι επικίνδυνη;

Απευθυνόμενος προς την Κυβέρνηση και το όλο Σύστημα που σιωπά ή την στηρίζει θα ήθελα να πω: Μην παίζετε με τον Λαό. Μην αφήνετε να σπέρνουν ανέμους με η χωρίς γραβάτες. Όταν θα ρθει η ώρα να θερίσουμε τις θύελλες και πάλι θα με θυμηθείτε. Όμως τότε πια θα είναι αργά. Πολύ αργά.

Αθήνα, 25.6.2018

Μίκης Θεοδωράκης