1426
Το Ergon Ensemble στη σκηνή, μπροστά από το αστυνομικό τμήμα που αγνόησε τις απειλές για τη ζωή του Λαμπράκη | © Σταύρος Χαμπάκης

H δολοφονία του Λαμπράκη και η δίκη έγιναν όπερα!

Το Ergon Ensemble στη σκηνή, μπροστά από το αστυνομικό τμήμα που αγνόησε τις απειλές για τη ζωή του Λαμπράκη
|© Σταύρος Χαμπάκης

H δολοφονία του Λαμπράκη και η δίκη έγιναν όπερα!

Ηταν μια από τις πιο αναμενόμενες παραγωγές της Λυρικής και δη της Εναλλακτικής Σκηνής: το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού για τον Γρηγόρη Λαμπράκη έγινε όπερα, σε σύνθεση του Μηνά Μπορμπουδάκη, λιμπρέτο Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, σκηνικά Εύας Μανιδάκη. Και η στιγμή της αποκάλυψης στην πρεμιέρα το βράδυ της Παρασκευής έφερε στην επιφάνεια συναισθήματα, σκέψεις, ριπές εικόνων και εντάσεων που δεν ήταν προετοιμασμένος να δει όποιος έχει συνδεθεί με το «Ζ» μέσω του βιβλίου, της ταινίας του Γαβρά, των αστικών μύθων γύρω από αυτό.

Οι συντελεστές, χωρίς να χάσουν τίποτα από τον πυρήνα της πολιτικής ουσίας, οδήγησαν το κοινό σε ένα roller coaster συναισθημάτων: από το γέλιο, στην οργή, στην συγκίνηση, στην γλυκιά θύμηση, στην προσωπική αναρώτηση για τη στάση ζωής σου.

Αφού, όπως ο Ζήτα λέει δευτερόλεπτα πριν το τέλος: «Ο φόβος για τη ζωή, αυτό είναι σκλαβιά. Οι αγώνες για την ελευθερία μοσχοβολάνε θάνατο. Οι δειλοί δεν μιλούν. Δεν έχουν ψυχή». Και αυτό μέσα σε ένα περιβάλλον που συνδέει το παρακράτος και τους εθνικιστικές που εξόντωσαν τον Λαμπράκη με σημερινές αντίστοιχες καταστάσεις. Χωρίς φόβο.

Κάθε Μάης πια θυμίζει εσένα

Χωρίς φόβο. Αλλά και χωρίς επιτήδευση ή άγχος για να φέρει μια στομφώδη επίγευση που θα καθηλώσει από την πρώτη στιγμή άρχισε η παράσταση. Με τον Χρήστο Σαρτζετάκη, σε μια από τις σπάνιες εμφανίσεις του, να κάθεται στην πρώτη σειρά για να δει τον εαυτό του να ανακρίνει και να αποδίδει δικαιοσύνη (από τον βαρύτονο Βαγγέλη Μανιάτη).

Ανάμεσα στο κοινό ο γγ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας και οι τρεις γιοι του Γρηγόρη Λαμπράκη, ένας εκ των οποίων, φανερά συγκινημένος, με μια ήρεμη ικανοποίηση έλεγε στο τέλος «έγινε βιβλίο. Ταινία από τον Γαβρά, ταινία στην Ινδία, τώρα όπερα. Ναι, δεν απομένει τίποτα άλλο». Η υπόθεση του Λαμπράκη είναι ζωντανή, μας αφορά και μας κινητοποιεί πάντα, ήταν προφανές το βράδυ της Παρασκευής. «Κάθε Μάης πια θα θυμίζει εσένα», όπως ακούγεται κάποια στιγμή στην σκηνή, από το εξαιρετικό λιμπρέτο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη που μας ένιψε με ποίηση, χιούμορ, ρεαλισμό, καθαρή πολιτική ματιά. Και κυρίως με μια ελπίδα που έμεινε ως τελική γεύση φεύγοντας από την Εναλλακτική Σκηνή.

Προς τον θάνατο
Ο Ζήτα αντιμέτωπος με τους εθνικιστές. «Σαν αρνί προς σφαγή. Που βαδίζει αργά» λέει στη συνέχεια ο Τίγρης στον ανακριτή (© Σταύρος Χαμπάκης)

Πίσω στο έργο όμως, σε αυτή την όπερα που έγραψε ο Μηνάς Μπορμπουδάκης κατόπιν παραγγελίας του καλλιτεχνικού διευθυντή της Λυρικής Γιώργου Κουμεντάκη και που ακούσαμε από το πάντα εξαιρετικό Ergon Ensemble. Ο ίδιος ο Μπορμπουδάκης στο σημείωμα του προγράμματος τοποθετεί το έργο περισσότερο στο σύνορο της σύγχρονης όπερας με το μουσικό θέατρο. Συνέθεσε ένα έργο εξαιρετικής συγκρότησης, αφήνοντας χώρο στο τραγούδι αλλά και στην πρόζα να αναδυθούν, κρατώντας πίσω κάθε πιθανή μεγαλομανία επιβολής της μουσικής του, όπως έχουμε συνηθίσει να ακούμε σε έργα και τραγούδια πολιτικού περιεχομένου. Αποτραβιόταν η μουσική, γινόταν υπόκωφη σχεδόν σε κάποια σημεία, υπογράμμιζε το γελοίο ή την τραγικότητα σε άλλα σημεία, σε μια κυκλωτική τελική αίσθηση. Δεν αποσπούσε ποτέ, δεν κάλυπτε, ωθούσε όμως διαρκώς, απαλά, όλο και πιο βαθιά την ιστορία και το συναίσθημα με τελικό σκοπό να αναδυθεί η ανθρωπιά σε αντιδιαστολή με την απανθρωπιά, η πίστη στον άνθρωπο απέναντι στην καταστροφή. Δεν έγινε δεκανίκι, δεν κάλυψε, υπέβαλλε και οδήγησε μεστά χωρίς όμως να μπορείς να ξεχωρίσεις κάποια κορύφωση της σε κάποια στιγμή. Σαν να έκανε υπόκλιση στο λιμπρέτο.

καφενείο
Το καφενείο όπου δόθηκε η εντολή για τη δολοφονία Λαμπράκη
γρυλλος
Ο Γρύλλος (τενόρος Χρήστος Κεχρής) που με το καμικάζι του δολοφόνησε τον Λαμπράκη

Οσο για το κείμενο, το «Ζ» του Βασιλικού ήταν εκεί, όμως ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, με έναν τρόπο χειροποίητο, προφανώς εντατικής εργασίας, χωρίς να φοβηθεί εντέλει, έφτασε στα ψυχικά βάθη, στις ιστορικές προεκτάσεις, στα ανθρώπινα χαρακτηριστικά των ηρώων. Δεν ήταν ένας μύθος, μια ιστορία απλώς. Υπήρξαν στιγμές που ως θεατής ένιωθα ότι είμαι μέσα στο σκηνικό, με περιτριγυρίζουν οι τραγουδιστές, οι μουσικοί, ο Λαμπράκης ψηλά στον εξώστη με το στενό σκούρο μπλε κοστούμι και την λεπτή γραβάτα (έξοχος ο Δημήτρης Παπανικολάου στον ρόλο), οι εξαγριωμένοι εθνικιστές που τον λοιδωρούσαν. Η απόσταση από τις θέσεις των θεατών ως την σκηνή μηδενίζονταν.

Εγέρθητος και ψιθυριστά «ζει»

Με τον ψίθυρο «ζει» να ακούγεται κάθε τόσο, σαν μικρή σεισμική δόνηση, κάνοντας την αίθουσα να ριγεί ξετυλίχθηκε η ιστορία που η Κατερίνα Ευαγγελάτου σκηνοθέτησε σχεδόν με σοφία. Χωρίς να βιαστεί, χωρίς να θελήσει να κατακτήσει εύκολες, προφανείς κορυφές. Με μια κλιμάκωση εντυπωσιακή, σταθερή, βήμα βήμα, ώσπου όταν μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη έγινε το πρώτο διάλλειμα να νιώσω ότι δεν ήθελα αυτή τη διακοπή. Ηταν επείγουσα ανάγκη μου να μείνω συνδεδεμένη με τη δράση.

Δεν φοβήθηκε το «Ζ» η Κατερίνα Ευαγγελάτου, δεν έμεινε στο δέος. Και έφερε μέσα του χιούμορ, έβαλε τους δολοφόνους και τους υποστηρικτές αυτού του συστήματος να αυτογελοιοποιούνται κάθε τόσο, με έναν τρόπο υποδόριο, καθόλου επιδεικτικό ή επιθεωρησιακό. Τους ξεγύμνωσε. Η διάθεση να μην αγκυλωθεί στα «πρέπει» μιας υπόθεσης βαριάς πολιτικής σημασίας που σημάδεψε την χώρα, ήταν προφανής από την αρχή. Για παράδειγμα, όταν μπαίνει στον χώρο ο Αρχιδεινόσαυρος (ο αρχηγός της αστυνομίας και υποκινητής της δολοφονίας Λαμπράκη που υποδύθηκε ο μπασοβαρύτονος Γιάννης Γιαννίσης) και ο υποτακτικός του φωνάζει στους θαμώνες του καφενείου «Εγέρθητος». Σαφής η αναφορά στη Χρυσή Αυγή από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Μόνο «οι δειλοί δεν μιλούν» εξάλλου.

Το καφενείο στη Θεσσαλονίκη έχει το κλασικό μωσαϊκό της εποχής και ονομάζεται «Τα 6 γουρουνάκια», και φυσικά υπήρξε στην πραγματικότητα αφού η Εύα Μανιδάκη που σχεδίασε τα σκηνικά έκανε εξαντλητική έρευνα πριν δημιουργήσει πάνω στη σκηνή της Εναλλακτικής έναν ολόκληρο κόσμο που ένωσε την ιστορία. Από το καφενείο, στο φέρετρο παραδίπλα, στο αστυνομικό τμήμα, το ανακριτικό γραφείο, τον εξώστη όπου ανέβαινε ο Λαμπράκης για να μιλήσει, τη δολοφονία πάνω στις εκατοντάδες χάρτινες, κατακόκκινες παπαρούνες. Η χρήση του εξώστη υποδειγματική, σε υπέβαλλε στο κλίμα και στην συγκίνηση. Όταν από κάτω το πλήθος των εθνικιστών κραύγαζε εναντίον του Λαμπράκη αποκαλώντας τον προδότη, εμείς βλέπαμε στον εξώστη το λευκό σκληρό γιακά του πουκαμίσου του να φωτίζει ελαφρά δημιουργώντας αδρά με το μυαλό μας τη φιγούρα του. Στιγμή ρίγους. Και όταν άρχισε να περπατά πάνω στις παπαρούνες ακολουθώντας ένα φως στο βάθος του διαδρόμου, όταν άπλωσε το χέρι και χάιδεψε το φως πριν πέσει νεκρός ένιωθες τις ανάσες να σταματούν στην αίθουσα.

Και μετά από αυτό η επιστροφή στην πραγματικότητα της επόμενης μέρας και πάλι με χιούμορ ώρες ώρες, και πάλι καθόλου επιδεικτικά αλλά υπόγεια, χωρίς στάση σώματος για να το καταλάβει το κοινό. Και μαζί ο θρήνος να ξεπετιέται, κυρίως από την Ψυχή/Γυναίκα που ενσάρκωσε η υψίφωνος Τζίνα Φωτεινοπούου («καημένε μου Ζήτα δεν άντεξες, πέθανες τη μέρα που έλαμψες»), ο φόβος των εγκληματιών, καθαρή ματιά και η ευφυία του ανακριτή, οι τύψεις, η συνειδητοποίηση της απώλειας. Με τον δημοσιογράφο (ο βαθύφωνος Βασίλης Δημακόπουλος) που αποκαλύπτει τους πρωταγωνιστές του παρακράτους να λέει κάθε τόσο «Καημένη μου Κόντακ δεν άντεξες. Χάλασες την ίδια μέρα που τους τράβηξες. Αηδίασες. Αυτοκτόνησες».

ανακριτής
Ο ανακριτής, παραπέμποντας και ως φιζίκ στον Χρήστο Σαρτζετάκη που βρέθηκε στην πρεμιέρα

Φεύγοντας από την παράσταση, άκουσα τον Βασίλη Βασιλικό να απευθύνεται στον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και κρυφακούγοντας κατάλαβα ότι ήταν συγκινημένος και απόλυτο ικανοποιημένος για την ψυχή του έργου του. Το είδα στα μάτια του γιού του Λαμπράκη και στη μικρή συγκίνηση του Σαρτζετάκη. Αυτοί ήταν εξάλλου οι άνθρωποι που άγγιξαν τον μύθο, που είναι σάρκα του.

Ομως για τον θεατή, για εμάς που μεγαλώσαμε ακούγοντας τις αφηγήσεις, βλέποντας ντοκιμαντέρ, φωτογραφίες αυτού του ανθρώπου που παραμένει σύμβολο, η εμπειρία της όπερας άνοιξε μια ακόμα διάσταση. Σαν να αγγίξαμε, φευγαλέα τον ίδιο τον Λαμπράκη.

Σε μια παράσταση που παρά τον λυρισμό της, την ποίηση, την φόρμα που επιβάλει η όπερα, ας μην γελιόμαστε είναι βαθύτατα πολιτική. Και κοιτά κατάματα αυτό που συμβαίνει σήμερα, έξω από την πόρτα μας. Χωρίς φόβο. Όπως ο ψίθυρος «ζει» στο τέλος του έργου έγινε κραυγή «Ζει». Και αντήχησε το ίδιο δυνατά με τα «γιατί;» που φώναζε στην πρώτη πράξη από τον εξώστη ο Λαμπράκης.

Το χέρι του Ζ
Το χέρι του Ζήτα ακολουθεί το φως λίγο πριν πέσει νεκρός στις παπαρούνες (© Σταύρος Χαμπάκης)

«Οι νεκροί δεν μιλούν. Μόνο δίνουν σήμα. Κάποιοι ζωντανοί μπορούν και το διακρίνουν. Κάποιοι ζωντανοί τολμούν και το ακολουθούν». Από τι πρώτες φράσεις που ακούγονται. Η παρακαταθήκη που φέρεις βγαίνοντας τελικά. Αναζητήστε το «Λιμπρέτο του Ζ» του Χατζηγιαννίδη που κυκλοφορεί σε μια εξαιρετική έκδοση από το Ροδακιό. Με την κατακλείδα «Είναι όμορφη η ζωή όταν κάθε στιγμή είσαι έτοιμος να πεθάνεις».

Info: Οι επόμενες παραστάσεις είναι στις 8,10,11,15,17,18 Μαρτίου και 14,15,17,18 Απριλίου. Στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής, Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος