O Κώστας Μήτρογλου με το Νο11 δέχεται τα συγχαρητήρια των συμπαικτών του. Μία ευκαιρία, ένα γκολ για τον έλληνα στράικερ | Alexandros Michailidis / SOOC
Επικαιρότητα

Δύο μύθοι και μια αλήθεια για την Εθνική

Στις Βρυξέλλες γυρεύαμε μια αξιοπρεπή ήττα. Ενα σημάδι ότι «πάμε καλά». Η ισοπαλία με το φοβερό Βέλγιο μας έδειξε ότι πάμε καλύτερα απ' όσο πιστεύαμε. Είναι ένας αυτοτελής «άθλος», για τον οποίο η νέα Εθνική του Σκίμπε δικαιούται να υπερηφανεύεται. Ο,τι κι αν συμβεί με την πρόκριση
Sportscaster

Εάν οι προκριματικοί του Μουντιάλ 2018 ήταν τηλεπαιχνίδι και μας έλεγαν, «θέλετε έναν βαθμό άνευ αγώνος, ή να πάτε να παίξετε στο Βέλγιο και ό,τι βγει;», εννέα στους δέκα Ελληνες θα απαντούσαν με τη μια: «τον βαθμό, τον βαθμό». Ενδεχομένως, δέκα στους δέκα. Ο ρεαλιστικός στόχος της εθνικής μας ποδοσφαιρικής εκδρομής στις Βρυξέλλες ήταν να χάσουμε αξιοπρεπώς. Με 1-0 ή 2-1 και, πάντως, με καλή εμφάνιση. Ετσι ώστε, στον «τελικό» της Ζένιτσα στις 9 Ιουνίου, να σταθούμε με ηθικό και αυτοπεποίθηση απέναντι στον πραγματικό μας αντίπαλο, τη Βοσνία, που στον αντίστοιχο αγώνα με τους Βέλγους είχε διασυρθεί (4-0). Στο «Ρουά Μποντουέν» γυρεύαμε ένα (ακόμα) ενθαρρυντικό σημάδι ότι «πάμε καλά». Τίποτ’ άλλο. Η χθεσινή ισοπαλία (1-1) μας… πίκρανε, επειδή η Εθνική μας έχει προοδεύσει όσο κανένας δεν περίμενε.

Στις 13 Νοεμβρίου 2015 μας είχε νικήσει (και) το Λουξεμβούργο. Οπως αποδείχτηκε, εκείνη ήταν η τελευταία θλιβερή παράσταση του περιοδεύοντος ποδοσφαιρικού θιάσου που επί σχεδόν δύο χρόνια έχανε απ’ όλους όσοι κλωτσούσαν μπάλα. Ούτε ο πιο αισιόδοξος οπαδός της δεν μπορούσε να φανταστεί -τότε- ότι δεκάξι μήνες και 13 αγώνες μετά, η Εθνική θα «κοίταζε στα μάτια» το Βέλγιο, Νο5 στην παγκόσμια κατάταξη (της FIFA) και Νο2 στην ευρωπαϊκή (της UEFA), και θα απείχε μόλις έξι λεπτά από την… άλωση των Βρυξελλών, παίζοντας επί μισή ώρα με παίκτη λιγότερο. Οι Βέλγοι δεν έχουν χάσει επίσημο ματς στο γήπεδό τους από τον Σεπτέμβριο του 2010 (0-1 από τη Γερμανία), και η τελευταία ομάδα που έφυγε από εκεί αήττητη ήταν η Ουαλία (0-0, τον Νοέμβριο του 2014).

Στη διάρκεια του τελευταίου εννεαμήνου, δηλαδή από τότε που ο Μίχαελ Σκίμπε άρχισε -στην Αυστραλία- την επιχείριση ανασυγκρότησης, η Εθνική πέρασε με καλό βαθμό σχεδόν όλες τις δοκιμασίες. Στο διάστημα αυτό πέτυχε τέσσερις σερί εκτός έδρας νίκες: στα φιλικά με την Αυστραλία και την Ολλανδία, κι έπειτα στα επίσημα ματς με το Γιβραλτάρ και την Εσθονία. Κανένας από αυτούς τους αγώνες, όμως, δεν είχε τον βαθμό δυσκολίας του χθεσινού. Ο πολύς κόσμος έχει μείνει με την εντύπωση του μεγάλου ποδοσφαιρικού χωριού που ήταν, κάποτε, το Βέλγιο. Αλλά, τα τελευταία χρόνια, η «χρυσή γενιά» των παικτών του, όπως την αποκαλούν, έχει απογειώσει την εθνική του ομάδα. Η χρηματιστηριακή αξία των ποδοσφαιριστών της, σύμφωνα με τον εξειδικευμένο ιστότοπο transfermarkt, είναι περίπου πενταπλάσια από εκείνη των ελλήνων διεθνών (478,1 εκατ. ευρώ, έναντι 93,3 εκατ. ευρώ).

O Μίχαελ Σκίμπε, στον πάγκο της Εθνικής στο «Ρουά Μποντουέν» των Βρυξελλών (Reuters)

Απέναντι στην πιο παραγωγική ομάδα και των εννέα ομίλων της προκριματικής φάσης του Μουντιάλ (μέχρι την έναρξη του χθεσινού αγώνα είχε σκοράρει 21 γκολ σε τέσσερα παιχνίδια και είχε δεχθεί μόνον ένα), ο Σκίμπε παρέταξε την Εθνική αριστοτεχνικά. Είχε προβλέψει, πολύ σωστά, ότι το ματς θα παιχτεί κυρίως στο ελληνικό αμυντικό τρίτο του τερέν, και πόνταρε στην αποτελεσματική ανασταλτική λειτουργία της ομάδας, στη ρέντα του Κώστα Μήτρογλου και στην εξαιρετικά καλή «χημεία» του με τον Φορτούνη για να βρει γκολ. Προτίμησε τον Ταχτσίδη (αντί του Μανιάτη) ως δεύτερο αμυντικό μέσο, λόγω της ικανότητάς του να πασάρει την μπάλα στην επίθεση. Πράγματι, ο Ταχτσίδης έδωσε την ασίστ στον Μήτρογλου, κι εκείνος δικαίωσε τη φήμη του σέντερ φορ που σκοράρει με… μισή ευκαιρία. Κι όταν ο Κώστας βάζει γκολ, η Ελλάδα δεν χάνει.

Αλλά, στο ποδόσφαιρο, υπάρχουν και οι αστάθμητοι παράγοντες – ο τρόμος κάθε προπονητή. Αυτοί ήταν, χθες, η πολύ κακή βραδιά στην οποία βρέθηκε ο Κώστας Φορτούνης, και η αποβολή του Ταχτσίδη για ένα αχρείαστο σκληρό φάουλ στη μεσαία γραμμή, που έδωσε την ευκαιρία στον γερμανό διαιτητή να εξαντλήσει την αυστηρότητά του, δείχνοντας στον έλληνα μέσο δεύτερη κίτρινη κάρτα. Μετά, το γήπεδο… έγειρε. Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο η ασφυκτική πίεση των Βέλγων (17-2 τελικές προσπάθειες και 69%-31% κατοχή μπάλας) δεν μεταφράστηκε σε νίκη τους, ήταν ο Στέφανος Καπίνο. Στο ντεμπούτο του με την Εθνική (που έπαιξε χωρίς τον Καρνέζη κάτω από τα δοκάρια της για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν τρία χρόνια), θύμισε -σε τρεις τέσσερις περιπτώσεις- τις μεγάλες στιγμές του Αντώνη Νικοπολίδη. Ο Καπίνο νικήθηκε μόνον από τον φοβερό Ρομελού Λουκάκου, που στη φάση της ισοφάρισης (89′) στριφογύρισε το θηριώδες κορμί του σαν φουνταριστός του πόλο. Για να αποφύγουμε το δεύτερο γκολ, εκτός από τον τερματοφύλακά μας, μας βοήθησε λίγο και η τύχη. Μακάρι, ο Σκίμπε να έχει κληρονομήσει από τον Οτο Ρεχάγκελ και το «άστρο» του.

Ο Στέφανος Καπίνο ήταν συγκλονιστικός στις Βρυξέλλες (Reuters / Yves Herman)

Είτε μας πάει στη Ρωσία είτε όχι, το αποτέλεσμα είναι ιστορικό. Γύρω από την Εθνική μας υπάρχει ένας μύθος: ότι, όσο πιο δύσκολος είναι ο αντίπαλος, τόσο καλύτερα τα καταφέρνει. Είναι μια θεωρία που υποστηρίζουν -κατά καιρούς- και οι διεθνείς μας, δηλώνοντας πως απέναντι σε πολύ δυνατές ομάδες μπορούν να εφαρμόσουν πιο εύκολα τον κλεφτοπόλεμο που τους ταιριάζει: λυσσαλέα άμυνα και αντεπιθέσεις. Μόνο που, με αυτή τη θεωρία, δεν συμφωνεί η πραγματικότητα. Με εξαίρεση το Euro του 2004, όπου νικήσαμε τους Πορτογάλους (δυο φορές), τους Ισπανούς, τους Τσέχους και τους Γάλλους, με τα «θηρία» της Ευρώπης δεν τα βγάζαμε πέρα ούτε στις καλύτερές μας μέρες.

Στο Euro του 2008 χάσαμε από την Ισπανία, τη Σουηδία και τη Ρωσία. Το 2012, στην Πολωνία, από τη Γερμανία – με άνεση. Σε φιλικά ματς, μετρήσαμε πολλά γκολ από την Ολλανδία, την Αγγλία, τη Γαλλία. Ποιούς νικούσαμε, όλα αυτά τα ένδοξα χρόνια; Τη Νιγηρία στο Μουντιάλ του 2010, την Ακτή Ελεφαντοστού το 2014. Την Ουκρανία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία, τη Βοσνία και την Κροατία στις μεγάλες μας προκρίσεις. Καλές ομάδες -αλοίμονο- όμως καμία από όλες αυτές που «φέραμε βόλτα» δεν πλησιάζει, καν, τη δυναμική των χθεσινών μας αντιπάλων. Η ισοπαλία στις Βρυξέλλες είναι ένας αυτοτελής «άθλος», για τον οποίο η νέα Εθνική του Σκίμπε δικαιούται να υπερηφανεύεται. Ό,τι κι αν συμβεί προσεχώς.

Το ματς στο Βέλγιο θυμίζει αρκετά εκείνο στη Σαραγόσα, πριν από 14 χρόνια. Τότε, η Εθνική (του Οτο Ρεχάγκελ) είχε μπει στον προκριματικό όμιλο του Euro 2004 με δύο ήττες και δυο νίκες, και πήγαινε στην Ισπανία για μια… τιμητική ήττα. Εν τέλει, εκείνο το βράδυ της 7ης Ιουνίου 2003 αποδείχθηκε ιστορικό, καθώς υπήρξε η αφετηρία του «έπους» της Πορτογαλίας. Εκείνη η ανέλπιστη νίκη (1-0 με γκολ του Γιαννακόπουλου) άνοιξε ένα κεφάλαιο απίθανων θριάμβων για την Εθνική μας. Κάποιοι θα πουν ότι, τότε, είχαμε «παιχταράδες», ενώ τώρα… Κι άλλος μύθος. Τότε είχαμε «δεκάρι» τον Τσάρτα. Είναι λίγος, ο Φορτούνης ή ο Μάνταλος; Είχαμε κεντρικούς αμυντικούς τον Δέλλα, τον Νταμπίζα και τον Καψή. Οι σημερινοί μας -ο Μανωλάς, ο Παπασταθόπουλος και ο Κυριάκος Παπαδόπουλος- θεωρούνται top στην Ευρώπη. Είχαμε για φορ τον Βρύζα και τον Χαριστέα. Με όλο τον σεβασμό, δεν είναι ανώτερος ο Μήτρογλου; Είχαμε τερματοφύλακα τον Νικοπολίδη. Υστέρησε, χθες, ο Καπίνο; Είχαμε πλάγιους μπακ τον Σεϊταρίδη και τον Βενετίδη. Είναι χειρότεροι, ο Τοροσίδης ή ο Σταφυλίδης;

Χιλιάδες Ελληνες του Βελγίου και της Γερμανίας στήριξαν την Εθνική μας στο «Ρουά Μποντουέν» (Alexandros Michailidis / SOOC)

Ποια είναι η αλήθεια; Πως, αν σήμερα μας λείπει κάτι από εκείνη την ομάδα, αυτό είναι οι προσωπικότητες: του Ζαγοράκη, του Καραγκούνη, αργότερα του Κατσουράνη… Δεν θα τις βρούμε εύκολα. Φαίνεται, όμως, πως η Εθνική βρίσκει ξανά τον «χαρακτήρα» της. Γίνεται, πάλι, μια παρέα παικτών που «γουστάρουν». Με σύμπνοια, «τσαγανό» και -κυρίως- φιλοδοξίες. Τον Ιούνιο, μετά τον αγώνα στην «καυτή» Ζένιτσα (όπου τον Μάρτιο του 2013, επί Σάντος, η Βοσνία μας είχε… τσαλακώσει με 3-1) θα μπορούμε να μιλήσουμε με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Στη Βοσνία θα μας λείψουν, δυστυχώς, ο Σάμαρης, ο Ταχτσίδης και ο Τζαβέλλας. Ο οποίος, επίσης, αποβλήθηκε χθες -στις καθυστερήσεις- για μια… κοκορομαχία με αντίπαλό του. Το αυτοτρολάρισμά του γι’ αυτή την άτυχη στιγμή ήταν, ομολογουμένως, ευρηματικό: «Τζαβέλλας χωρίς κόκκινη κάρτα είναι σαν μπακαλιάρος χωρίς σκορδαλιά».