Οριάνα Φαλάτσι, Αλέκος Παναγούλης ένα ζευγάρι-σύμβολο | Wikipedia/CreativeProtagon
Επικαιρότητα

Η Οριάνα γράφει για… Φαλάτσι – Παναγούλη

Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό της, η ιταλίδα δημοσιογράφος-θρύλος αυτοβιογραφείται. Το πολυαναμενόμενο βιβλίο κυκλοφορεί την Πέμπτη στην Ιταλία και φέρνει στο φως άγνωστες πτυχές της ζωής της με τον Αλέκο Παναγούλη, τον ήρωα που αποπειράθηκε να σκοτώσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο
Protagon Team

Το λουλούδι στον τάφο του Αλέκου Παναγούλη που δεν άφησε ποτέ, η ζωή που μοιράστηκαν στην Τοσκάνη, η απέχθειά του προς τον Ανδρέα Παπανδρέου, η κατάθεσή της στον εισαγγελέα για τον θάνατό του, η εχθρικότητα της οικογένειάς του απέναντί της. Η Οριάνα Φαλάτσι αυτοβιογραφείται δέκα χρόνια από τον θάνατό της με ένα βιβλίο που πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 13 Οκτωβρίου στην Ιταλία. Ο τίτλος του; «Μόνο εγώ μπορώ να γράψω την ιστορία μου. Αυτοπροσωπογραφία μιας άβολης γυναίκας». Κι αυτό που ακολουθεί είναι το απόσπασμα που προδημοσίευσε η Corriere della Sera.

Στην κηδεία του Αλέξανδρου Παναγούλη, το 1976. Η σχέση τους ποτέ δεν άρεσε στην οικογένειά του (Keystone/Hulton Archive/Getty Images/Ideal Images)
«Δεν αγάπησα κανέναν όπως τον Αλέκο»

Γράφει η Φαλάτσι: «Στον τάφο του Αλέκου δεν άφησα ποτέ ούτε λουλουδάκι. Κάθε 1η Μαΐου, δηλαδή σε κάθε επέτειο του θανάτου του, του έστελνα 37 κόκκινα τριαντάφυλλα: ναι. (Ηταν 37 χρόνων όταν τον σκότωσαν). Αλλά εκείνο το λουλουδάκι δεν του το άφησα ποτέ. Στο κοιμητήριο της οικογένειάς μου, στη Φλωρεντία, έχω βάλει μια επιτύμβια στήλη στη μνήμη του: ναι. Την έχω βάλει στη γωνιά που θα θαφτώ. Αλλά τον δικό του τάφο δεν τον έχω δει ποτέ και ποτέ δεν θα τον δω. Δεν θέλω να τον δω. Επειτα, τι νόημα θα είχε να τον δω; Εκεί υπάρχουν μόνο τα κόκαλά του ξεκοκαλισμένα από τους κανίβαλους (…) και από τα όρνια που πουλάνε μπλουζάκια με τη στάμπα του ήρωα-που-πέθανε-στη-Γλυφάδα. Η ψυχή του βρίσκεται στην καρδιά μου».

«Επέστρεψα στην Ελλάδα όταν μπόρεσα: η μητέρα μου πέθαινε. Χειροτέρεψε ξαφνικά την ημέρα που πέθανε ο Αλέκος. Πόνεσε γιατί τον αγαπούσε πολύ: όσο αγαπούσε κι αυτός εκείνη. Πράγματι τη φώναζε Μαμά ή Μαμά Τόσκα: ήξερε πόσο πολύ την ευχαριστούσε αυτό. Εκείνη την ημέρα η μαμά έπεσε στο κρεβάτι και ουσιαστικά δεν ξανασηκώθηκε μέχρι την ημέρα που πέθανε. Λίγο πριν πεθάνει, την προηγούμενη ημέρα, μου είπε: “Πάω στον Αλέκο”.

» Κι έπειτα τι είχα πια να κάνω στην Ελλάδα; Τίποτε εκτός από το πάω κάποιο λουλούδι στον τάφο του και να κλάψω βλέποντάς τον τόσο άσχημο, ανολοκλήρωτο.

(Στην αρχή μού είχαν ζητήσει να τον φτιάξω εγώ και είχα παραγγείλει ακόμα και την πέτρα για τον φτιάξω όπως θα ήθελε ο Αλέκος: παρόμοιο με τον τάφο τού Γκαριμπάλντι, χωρίς σταυρούς. Αλλά μετά, όταν η πλάκα ήταν έτοιμη, μου είπαν να την κρατήσω για μένα… Πιστεύω εξαιτίας του σταυρού, δηλαδή του γεγονότος ότι δεν ήθελα να βάλω σταυρούς. Ο Αλέκος μισούσε πολύ τους σταυρούς).

Μαζί με την Τόσκα, τη μητέρα της Φαλάτσι, έναν χρόνο πριν από τον θάνατο του Αλέκου

«Σε αντιστάθμισμα, είχα να κάνω κάτι σημαντικό: να σταθώ στη μητέρα μου στη διάρκεια της αγωνίας της. Κι έτσι, όταν η κατάστασή της χειροτέρευσε ακόμη περισσότερο και ο καρκίνος εισέβαλε σε όλο το σώμα της, δεν έφυγα ούτε στιγμή από το πλευρό της. Τους πρώτους οκτώ μήνες του πένθους για τον Αλέκο, τα πέρασα ουσιαστικά στο δωμάτιο της μητέρας μου, περιμένοντας τον θάνατό της. Ηταν τρομερό για μένα όταν πέθανε η μαμά. Επρεπε να επαναλάβω τα ίδια πράγματα: να ντύσω το σώμα, να το βάλω στο φέρετρο, να συνοδεύσω το φέρετρο στο κοιμητήριο, να το δω να κατεβαίνει σε μια μαύρη τρύπα… Και πρέπει να γίνει αντιληπτό ένα πράγμα: ο Αλέκος και η μητέρα μου ήταν τα δυο πλάσματα της ζωής μου. Οσο περισσότερο κοιτάζω πίσω, τόσο καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν αγάπησα τίποτε και κανέναν όπως τον Αλέκο και τη μαμά μου. Και τώρα έχουν φύγει και οι δυο τους. Ο ένας μετά τον άλλον, μέσα σε οκτώ μήνες. Αλλά έχω να πω και κάτι άλλο: όταν πέθανε η μαμά, κανένας δεν μου έστειλε μια λέξη παρηγοριάς από την Αθήνα. Κανένας. Κανένας δεν έστειλε ένα λουλούδι. Κι όμως, ο αδελφός και η μητέρα του Αλέκου γνώριζαν τη μαμά μου. Είχαν έρθει στο εξοχικό μας το 1975 και η οικογένειά μου τους είχε δεχτεί με πολλή αγάπη».

«Θεωρούσε τον Παπανδρέου επικίνδυνο»

«Σκεπτόμουν φυσικά να επιστρέψω στην Ελλάδα την 1η Μαΐου. Αλλά μετά έμαθα ότι την τελετή θα διαχειρίζονταν η Ενωση Κέντρου και το κόμμα του Παπανδρέου. Για μένα ήταν σκάνδαλο. Ο Αλέκος είχε αποχωρήσει από την Ενωση Κέντρου γεμάτος απογοήτευση και δυσαρέσκεια: στη βουλή είχε παραμείνει ως ανεξάρτητος της Αριστεράς. Προς τον Παπανδρέου φερόταν πάντα απαξιωτικά: τον θεωρούσε έναν από τους πιο επικίνδυνους ανθρώπους στην Ελλάδα. Δεν τον εκτιμούσε. Δεν τον είχε εκτιμήσει ποτέ. Ξέρω ότι τώρα κάποιοι προσπαθούν να ανακατέψουν την τράπουλα στο τραπέζι και να πουν το αντίθετο. Είναι ανέντιμο προς τον Αλέκο, από τον τάφο δεν μπορεί να απαντήσει. Η απέχθειά του προς τον Παπανδρέου ήταν τέτοια που ούτε στη Βουλή δεν του απηύθυνε τον λόγο όταν περνούσε από μπροστά του. Και αυτή η απέχθεια κρατούσε από την ημέρα που είχε βγει από τη φυλακή. (…)

» Θα μπορούσε να γραφτεί ένα πολύ μεγάλο άρθρο μόνο γι’ αυτό. Εγώ τα ξέρω όλα γιατί τα είδα όλα και γιατί στο παρελθόν ο Αλέκος μού τα είχε διηγηθεί όλα.

Το εξώφυλλο της «Αθηναϊκής» την ημέρα της κηδείας τού Παναγούλη

» Θα έπρεπε λοιπόν να αφήσω να εκμεταλλευτούν το όνομά μου η Ενωση Κέντρου και το κόμμα του Παπανδρέου; Θα έπρεπε να τους αφήσω να με χρησιμοποιήσουν συμμετέχοντας στις νεκρώσιμες εκλογικές τους τελετές; Οχι, ευχαριστώ. Δεν θα το κάνω. Για την αξιοπρέπειά μου και την αξιοπρέπεια του Αλέκου. Θα μου φαινόταν σαν να τον προδίδω. Οταν θα θελήσω να πάω ένα λουλούδι στον τάφο του Αλέκου, θα το κάνω σιωπηλά όπως το έκανα πάντοτε: χωρίς να το ξέρει κανένας. Οχι την 1η Μαΐου. Την 1η Μαΐου θα θυμηθώ τον Αλέκο με τον τρόπο μου. Και τα λουλούδια θα του τα πάω στο εκκλησάκι του εξοχικού μου. Ή στο δωμάτιό μας, στο εξοχικό μου, όπου κοιμάμαι ακόμη και όπου όλα είναι όπως την ημέρα που εκείνος έφυγε. Οι παντόφλες του, τα εσώρουχά του. Τα ποιήματα που έγραφε για μένα όταν έρχονταν τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα ή τα γενέθλιά μου. Ολα τα Χριστούγεννα και τις γιορτές ο Αλέκος τα πέρναγε εδώ στην εξοχή μαζί με μένα και την οικογένειά μου. Ολα από το 1973. Εδώ έχει ζήσει ολόκληρους μήνες. Είναι περισσότερο παρών εδώ παρά στο νεκροταφείο της Αθήνας. Στο νεκροταφείο της Αθήνας υπάρχουν μόνο τα οστά του, με το δαχτυλίδι μου στο αριστερό του δαχτυλάκι. Στην Αθήνα δεν υπάρχει πια ούτε καν το δωμάτιό μας στην οδό Κολοκοτρώνη. Το άδειασαν χωρίς να μου πούνε τίποτα. Τώρα δεν ξέρω ποιος μένει σ’ εκείνο το διαμέρισμα. Καλύτερα έτσι.

» Κι έπειτα οι τελετές δεν χρειάζονται στους νεκρούς: χρειάζονται στους ζωντανούς. Ή μάλλον στα τσακάλια. Δεν δείχνεις στον κόσμο ποιος ήταν ο Αλέκος και γιατί πέθανε κάνοντας μια τελετή εκμεταλλεύσιμη πολιτικά. Το δείχνεις κάνοντας αυτό που κάνω εγώ. Τι κάνω; Θα δείτε».

«Η κατάθεσή μου για τον θάνατό του»

«Επί μήνες ζητούσα από τους δικηγόρους να καταθέσω στον δικαστή που διεξήγαγε την έρευνα. Αλλά μόνο προς τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο κλήθηκα. Μίλαγα στον Γαβουνέλη επί εντεκάμιση ώρες χωρίς διακοπή. Στο τέλος εκείνος εξανέστη: “Μα γιατί δεν ήρθατε νωρίτερα σε μένα;”. Απάντησα: “Μα εσείς γιατί δεν με φωνάξατε νωρίτερα; Επί μήνες ολόκληρους περίμενα να με καλέσετε και το έλεγα στους δικηγόρους της οικογένειας”. Απάντησε ο Γαβουνέλης: “Μόλις εχθές με ενημέρωσαν οι δικηγόροι ότι θα ερχόσασταν στην Αθήνα και ότι, σε αυτήν την περίπτωση, θα ήσασταν στη διάθεσή μου εάν ήθελα την κατάθεσή σας”. Εμεινα άναυδη. “Μα γιατί δεν το σκεφτήκατε από μόνο σας από πριν;” τον ρώτησα. “Εγώ ήθελα από την αρχή. Αλλά οι οικείοι του μου είπαν ότι δεν έπρεπε να σας καλέσω επειδή δεν ξέρατε τίποτα. Δεν γνωρίζατε τον Αλέκο, ή τον γνωρίζατε ελάχιστα”, απάντησε ο Γαβουνέλης. “Ολη η Ελλάδα ξέρει ότι εγώ ήμουν η γυναίκα του Αλέκου. Φύγαμε μαζί τον Οκτώβριο του 1973, ζούσαμε μαζί στη διάρκεια της εξορίας του. Ημασταν πάντα μαζί μετά. Το έγραφαν όλες οι εφημερίδες. Δεν διαβάζετε εφημερίδες;” του απάντησα. Κι ο Γαβουνέλης: “Η οικογένεια μου είπε ότι δεν ξέρατε τίποτε επειδή τον Αλέκο τον γνωρίζατε ελάχιστα”.

Σχεδόν μισή ημέρα κατέθετε η Φαλάτσι για τον θάνατο του Παναγούλη

» Οσο για την κατάθεσή μου, πιστεύω ότι την έδωσαν στις εφημερίδες μισή. Γιατί δεν πιστεύω ότι οι εφημερίδες την έκοψαν μόνες τους. Αφαιρέθηκαν τα πιο σημαντικά στοιχεία της κατάθεσής μου. Εάν τα είχαν οι εφημερίδες δεν θα άφηναν να τους ξεφύγουν. Πρέπει επίσης να πω ότι στο τέλος της κατάθεσής μου ο Γαβουνέλης μου είπε: “Η μαρτυρία σας είναι η πιο σημαντική που άκουσα. Εσείς ξέρετε περισσότερα, πολλά περισσότερα, απ’ όσα ξέρει η οικογένεια. Και τώρα είναι πεπεισμένος ότι ο Αλέκος δεν πέθανε από ένα οποιοδήποτε τροχαίο ατύχημα. Είμαι πεπεισμένος ότι τον σκότωσαν. Μα γιατί κυκλοφορούσε μόνος του το βράδυ χωρίς έναν σωματοφύλακα;”.

» Με εκείνη την ευκαιρία είδα ξανά τον αδελφό του Αλέκου. Είχε έρθει να με πάρει από το αεροδρόμιο και ήταν συνέχεια μαζί μου. Οι φωτογράφοι το ξέρουν καλά. Οταν επέστρεψα στην Αθήνα τον συνάντησα στο στάδιο όπου πραγματοποιούνταν μια τελετή μνήμης για την αντίσταση στον ναζιφασισμό. Είχα πάει για να συναντήσω έναν παλιό φίλο του Αλέκου. Αλλά εκείνος άρχισε να εκτοξεύει προσβολές εναντίον εκείνου του κυρίου, δεν ξέρω γιατί, και να λέει επίσης ότι εγώ ήμουν φίλη του Αβέρωφ και του Αντρεότι. Ας πούμε ότι δεν μου φάνηκε πολύ φυσιολογικός. Στενοχωρήθηκα πάρα πολύ. Ετσι, σηκώθηκα και πήγα και κάθισα δίπλα στον Ηλία Ηλιού που είναι ένας καλός άνθρωπος.

«Επειτα από εκείνη την ημέρα δεν θέλησα, πια, να δω κανέναν».