Ο Φρανσουά Ολάντ ανάμεσα στον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας Ενρίκο Λέτα (αριστερά) και τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ στο ινστιτούτο Ζακ Ντελόρ στο Παρίσι | REUTERS/Michel Euler/Pool
Επικαιρότητα

O Φρανσουά Ολάντ είναι ο «σκληρός» του αντι-Brexit

Με σκληρά λόγια κατά του Λονδίνου για τις διαδικασίες της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ μίλησε ο γάλλος πρόεδρος. Ποια είναι τα οφέλη που προσδοκά το Παρίσι το οποίο φαίνεται να ακολουθεί το Βερολίνο στη ρητορική μάχη κατά της Βρετανίας
Protagon Team

Μέχρι τώρα το Brexit είχε περάσει χωρίς πολλά δράματα. Αλλαξε μεν ο ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ -έφυγε ο «φιλεοευρωπαίος» Ντέιβιντ Κάμερον, ήρθε η Τερέζα Μέι– αλλά το κλίμα ως τώρα παρέμενε σχετικά χαλαρό.  Ως τώρα. Φαίνεται όμως πως η ανακοίνωση από τη βρετανή πρωθυπουργό την περασμένη Κυριακή ότι ως το τέλος Μαρτίου 2017 θα έχει προσφύγει στο άρθρο 50, όχι μόνο επιταχύνει τις εξελίξεις αλλά οξύνει και τη ρητορική. Η ίδια η Μέι άφησε να εννοηθεί ότι το Λονδίνο θα επιδιώξει ένα «σκληρό Brexit», προεξοφλώντας δύσκολες και επώδυνες διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες. Και η απάντηση της Ευρώπης ήταν άμεση.

«Η Βρετανία πρέπει να πληρώσει το τίμημα της απόφασής της να εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ενωση προκειμένου το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να προστατεύσει τις θεμελιώδεις αξίες του», ήταν τα λόγια του Φρανσουά Ολάντ, το βράδυ της Πέμπτης. «Σήμερα, η Μεγάλη Βρετανία θέλει να φύγει, αλλά δεν θέλει να πληρώσει τίποτα. Αυτό δεν είναι δυνατό», τόνισε ο πρόεδρος της Γαλλίας, σε ομιλία του στο φιλοευρωπαϊκό ινστιτούτο που έχει ιδρύσει ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ.

Ο Ολάντ υπογράμμισε ότι στις διαπραγματεύσεις με τη Βρετανία η Ευρωπαϊκή Ενωση θα πρέπει να επιδείξει «σθένος», καθώς διαφορετικά θα τεθούν σε κίνδυνο οι αρχές και οι αξίες που αποτελούν τη βάση της ενωμένης Ευρώπης.

«Το σθένος είναι η εγγύηση ότι η Ευρώπη θα μπορέσει να διατηρήσει τις θεμελιώσεις αξίες της», είπε χαρακτηριστικά, προειδοποιώντας ότι εάν η Βρετανία δεν υποστεί συνέπειες τότε μπορεί να γίνει παράδειγμα προς μίμηση για άλλες χώρες που θα θέλουν να απολαμβάνουν «προνομιακή σχέση» με την Ενωση, αλλά χωρίς να επωμίζονται τις επακόλουθες υποχρεώσεις.

«Πρέπει να υπάρξει μία απειλή, πρέπει να υπάρξει ένα ρίσκο, πρέπει να υπάρξει ένα τίμημα. Αλλιώς, θα είμαστε σε μία διαπραγμάτευση που δεν μπορεί να τελειώσει καλά», σημείωσε ο Ολάντ.

Η γραμμή του Σοσιαλιστή προέδρου ακολουθεί την όλο και πιο σκληρή στάση που φαίνεται να υιοθετεί η γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ απέναντι στη Βρετανία. Προ ημερών η Μέρκελ προειδοποίησε τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να μη ζητήσουν χαλαρή μεταχείριση της Βρετανίας. «Αν δεν ξεκαθαρίσουμε ότι η πλήρης πρόσβαση στην ενιαία αγορά συνδέεται με την πλήρη αποδοχή της ελευθερίας μετακίνησης, τότε το κάθε μέλος της ΕΕ θα αρχίσει να κάνει ό,τι θέλει» είπε η Μέρκελ σε συνέδριο της Ενωσης Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI).

Η οικονομία και ο κόσμος των επιχειρήσεων θα είναι και το μεγάλο ζητούμενο των διαπραγματεύσεων που θα διαρκέσουν το πολύ δύο χρόνια αφότου η  Βρετανία ενεργοποιήσει το άρθρο 50 της Λισαβώνας. Δεν είναι μυστικό ότι ο Ολάντ ελπίζει πως το Brexit θα οδηγήσει μια σειρά από επιχειρήσεις που εδρεύουν αυτή τη στιγμή στη Βρετανία να αναζητήσουν στη Γαλλία ένα ευρωπαϊκό καταφύγιο, τονώνοντας την ασθμαίνουσα γαλλική οικονομία. Υπολογίζεται ότι 5.500 βρετανικές εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα εξαρτώνται από το λεγόμενο «ευρωπαϊκό διαβατήριο», ώστε να προσφέρουν υπηρεσίες στις υπόλοιπες 27 χώρες της ΕΕ. Και αν δεν το βρουν θα χρειαστεί να μεταναστεύσουν είτε στην Ιρλανδία είτε στη Γαλλία.

Την Πέμπτη στο Ελιζέ ήχησαν σαν μελωδία τα νέα από το ΔΝΤ ότι εξαιτίας ακριβώς της ψήφου του Brexit, της κατάρρευσης της στερλίνας και της ανησυχίας των επενδυτών, η Βρετανία έπεσε ήδη στην έκτη θέση με τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, πίσω πια από τη Γαλλία που είναι πλέον πέμπτη – τέταρτη είναι η Γερμανία.

Υπό αυτές τις συνθήκες οικονομικής πίεσης οι Βρετανοί επιθυμούν να συνεχίσουν να έχουν μια πρόσβαση στην κοινή αγορά. «Οι βρετανικές επιχειρήσεις πρέπει να έχουν τη ευκαιρία για τη μέγιστη δυνατή δραστηριοποίηση εντός της ενιαίας αγοράς» είπε η Τερέζα Μέι την Τετάρτη, σε μια προσπάθεια να δείξει ότι την απασχολεί και η οικονομία πέρα από την εθνική ακεραιότητα της Γηραιάς Αλβιώνος.

Είναι όμως πολύ νωπές ακόμα οι αναφορές της, στο συνέδριο των Τόρις την περασμένη Κυριακή, όταν φάνηκε να προτάσσει τους ελέγχους στη μετανάστευση έναντι της διατήρησης της πλήρους πρόσβασης της Βρετανίας στην ενιαία αγορά. Διόλου τυχαίο δε το γεγονός ότι το βρετανικό υπουργείο Εσωτερικών σχεδιάζει την καταγραφή και ταξινόμηση των μη βρετανών εργαζομένων στο Ηνωμένο Βασίλειο – ένα πρόγραμμα που έχει προκαλέσει μεν αντιδράσεις αλλά είναι και ενδεικτικό της σκληρής γραμμής που υιοθετεί η κυβέρνηση Μέι. Αυτή η σκληρή γραμμή της Μέι προκάλεσε την πτώση της στερλίνας και ανησυχίες στους επενδυτές. Το ΔΝΤ εξάλλου έχει αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις του για ανάπτυξη στη Βρετανία: μόνο 1,1% για το 2017, σε σχέση με την πρόβλεψη 2,2% πριν από την ψήφο υπέρ του Brexit.

Τα όπλα του Λονδίνου σε αυτήν την επώδυνη όπως διαφαίνεται διαδικασία διαπραγμάτευσης με την ΕΕ είναι δεδομένα. Κατ’ αρχάς η ασφάλεια. Είναι γνωστό ότι οι βρετανικές υπηρεσίας ασφαλείας έχουν αναλάβει τα τελευταία χρόνια τον μεγάλο όγκο της αντιτρομοκρατίας στην Ευρώπη, με τη συλλογή και διαχείριση των σχετικών πληροφοριών. Αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει η Ευρώπη κάποιον άλλον να το κάνει. Κατά δεύτερον η συμβατότητα της Βρετανίας με την ευρωπαϊκή νομοθεσία που της δίνει ένα σαφές προβάδισμα σε σχέση με άλλες (τρίτες) χώρες όπως η Νορβηγία. Και κατά τρίτον η παραμονή και εργασία πολλών πολιτών της ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο – ένα θέμα για το οποίο το Λονδίνο επιμένει στην αρχή της «αμοιβαιότητας».