Ο Ανταμ Ντράιβερ ως Κάιλο Ρεν, με τη συνοδεία των στρατιωτών της Γαλαξιακής Αυτοκρατορίας | (Allstar/Disney/Lucasfilm)
Επικαιρότητα

Οι κριτικοί λάτρεψαν το «Star Wars»

Οι ειδικοί του κινηματογράφου ανέμεναν τη «Δύναμη Ξυπνά» με ενδιαφέρον και καχυποψία.Τώρα όλοι τους δηλώνουν μαγεμένοι από το έβδομο επεισόδιο του «Πολέμου των Αστρων», τους νέους ηθοποιούς και τη μαεστρία του σκηνοθέτη Τζέι Τζέι Αμπραμς
Μαρίσσα Δημοπούλου

Η ευθύνη της παραγωγής ενός νέου επεισοδίου του «Πολέμου των Αστρων» είναι αναμφίβολα μεγάλη. Οι σεναριογράφοι, Λόρενς Κάσνταν, Μάικλ Αρντ και Τζέι Τζέι Αμπραμς ανέλαβαν να επαναφέρουν την ιστορία -και κάποιους ήρωες- του μακρινού γαλαξία στη μεγάλη οθόνη, δέκα χρόνια μετά την τελευταία παραγωγή, «Η εκδίκηση των Σιθ» (2005). Ο ιδρυτής και σκηνοθέτης των «Star Wars», Τζορτζ Λούκας, παρατηρούσε, συμβούλευε και βοηθούσε την ομάδα κατά τη διάρκεια της παραγωγής. Αλλά η ευθύνη της επιτυχίας ή της αποτυχίας της νέας ταινίας, «Η Δύναμη Ξυπνά», βάρυνε εξ αρχής, σχεδόν αποκλειστικά, τον νέο σκηνοθέτη Τζ. Τζ. Αμπραμς.

Αυτός ή θα κατεδάφιζε μία προσπάθεια -και τεράστια επένδυση- της Disney να δώσει ζωή σε δύο τριλογίες που έχουν αγαπήσει δύο διαφορετικές γενιές, απογοητεύοντας χιλιάδες ήδη καχύποπτους οπαδούς, ή θα έκανε την έκπληξη. Στην Ελλάδα η «Δύναμη» φτάνει την Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου, αλλά έχει κάνει το γύρω του κόσμου -με εξαίρεση την Κίνα, που την υποδέχεται τον Ιανουάριο. Και οι θεατές αποφάσισαν ότι, τελικά, ο Αμπραμς έκανε την έκπληξη. Οι εισπράξεις εισιτηρίων, διεθνώς, πέρα από τις ΗΠΑ, απέφεραν κέρδος που εκτιμάται στα 279 εκατ. δολάρια, κάτι που δίνει στο νέο «Star Wars» την τρίτη θέση στο καλύτερο άνοιγμα κινηματογραφικής παραγωγής, μετά το «Τζουράσικ Γουορλντ» (316 εκατ. δολάρια) που κυκλοφόρησε φέτος, το 2015, και το «Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου» (314 εκατ. δολάρια), που είχε πιάσει την πρωτιά, το 2011. 

Φυσικά, άλλο οι πωλήσεις εισιτηρίων και άλλο η κριτική από τους ειδικούς. Αλλά και αυτοί, μαζί με τους εκατοντάδες χιλίάδες πιστούς του μακρινού γαλαξία, αποθεώνουν τη νέα ταινία και συμφωνούν ότι, πράγματι, ο Αμπραμς έκανε την έκπληξη.

The New Yorker

Ο δημοσιογράφος του New Yorker, Αντονι Λέιν, είναι δύσκολος κριτής. «Το να πληρώσεις ένα εισιτήριο για να παρακολουθήσεις μία νέα ταινία “Star Wars”, στον απόηχο των τριών τελευταίων που κυκλοφόρησαν, είναι σαν να επιστρέφεις σε ένα εστιατόριο που σου προκάλεσε τροφική δηλητηρίαση τις τρεις τελευταίες φορές που το επισκέφθηκες», γράφει. Είναι εμφανές ότι ο κ. Λέιν είναι από τους πιστούς οπαδούς των τριών πρώτων παραγωγών, από τις δεκαετίες του 1970 και 1980. Και σε αυτή την ομάδα απευθύνεται όταν σημειώνει στο άρθρο του ότι η νέα ταινία του Τζέι Τζέι Αμπραμς δεν έχει καμία σχέση με τις τελευταίες «επισκέψεις».

«”Η Δύναμη ξυπνά”, ή μάλλον, ήταν πάντα εκεί, διαπερνά τα πάντα και», όπως σημειώνει ο κ. Λέιν με μία δόση χιούμορ, «είναι λειτουργική για την πλοκή -οι θεατές θα καταλάβουν γιατί όταν παρακολουθήσουν την ταινία ή αν θυμηθούν σκηνές από τις περιπέτειες του Λουκ. Οι στρατιώτες της Γαλαξιακής Αυτοκρατορίας (Stormtroopers) αποκτούν την τρομακτική διάσταση που τους έλειπε όταν, στις προηγούμενες ταινίες, θύμιζαν περισσότερο υπερμεγέθη παιχνίδια και λιγότερο μέλη του Αυτοκρατορικού στρατού, ενώ η νέα ηρωίδα, Ρέι (Ντέιζι Ρίντλεϊ) είναι ο “άνδρας” που δεν κατάφερε ποτέ να γίνει ο Λουκ Σκάιγουοκερ».

Η κεντρική ηρωίδα, Ρέι, που έχει μαγέψει τους κριτικούς (Walt Disney Studios Motion Pictures/ David James)

Ο δημοσιογράφος του New Yorker συμπεραίνει ότι η νέα παραγωγή της LucasFilms είναι μια «φρέσκια, χειροπιαστή ταινία» που επιστρέφει στο ύφος των πρώτων παραγωγών. Οι φράσεις «θα χρειαστεί ένα θαύμα για να σωθούμε!» ή «ας χτυπήσουμε τον ταλαντωτή με ό, τι έχουμε!» τον συγκίνησαν και θα ευαισθητοποιήσουν κι άλλους νοσταλγικούς οπαδούς. Υπάρχει, όμως, και κάτι καινούργιο, που κάνει τον σημερινό σκηνοθέτη να ξεχωρίζει από τον πρώτο σκηνοθέτη και ιδρυτή του «Πολέμου των Αστρων». «Ο Αμπραμς δεν συνεπαίρνεται από τον τεχνολογικό ζήλο του Τζορτζ Λούκας», αλλά σκηνοθετεί μία ταινία που «κυλά με άνεση και σε αυθεντικό κινηματογραφικό ύφος, το οποίο, την ίδια ώρα, επιτρέπει στον θεατή, έστω και για λίγο, να αισθανθεί την ταινία και όχι μόνο να την απολαύσει. Ή να την ανεχτεί».

Observer, The Guardian

Τέσσερα, από τα πέντε, αστέρια δίνει στο έβδομο επεισόδιο του «Πολέμου των Αστρων» ο Μαρκ Κερμόντε, κριτικός κινηματογράφου της κυριακάτικης εφημερίδας του Guardian, Observer. Όχι μόνο γιατί θεωρεί ότι ήταν μία ταινία με «επικές σκηνές μάχης» και με μαγευτικές σκηνές της ερήμου που «αποπνέουν τη μαεστρία του ‘Λόρενς της Αραβίας’ και επιβραβεύουν τον σκηνοθέτη στην απόφασή του να σκηνοθετεί παραδοσιακά, σε φιλμ, και όχι ψηφιακά. Ούτε τόσο λόγω του δυναμισμού της ηθοποιού, Ρίντλεϊ, που, σύμφωνα με τον ίδιο, έρχεται να καλύψει το κενό που άφησε πίσω της η Τζένιφερ Λόρενς μετά την ολοκλήρωση των «Αγώνων Πείνας» αποδεικνύοντας με την υποκριτική της περφόρμανς ότι η «Δύναμη» βρίσκεται κατ’ εξοχήν στη Ρέι. Καλές είναι και οι εντυπώσεις που αποτυπώθηκαν στον κριτικό από τον συμπρωταγωνιστή της Ρίντλεϊ, Τζον Μπογιέγκα, «ο οποίος αποδίδει αξιοπιστία και χιούμορ στον, μάλλον κατά λάθος, ηρωικό ρόλο του Φιν».

Το δίδυμο Ρέι και Φιν σε δράση (Walt Disney Studios Motion Pictures/ David James)

Αλλά η ουσία της ταινίας βρίσκεται στο συγκινησιακό κομμάτι. Είναι μία παραγωγή με «καρδιά και ψυχή», γράφει ο βρετανός δημοσιογράφος.  Εξηγεί: «Αισθάνθηκα σαν 12χρονος που διαβάζει για πρώτη φορά τα λόγια ‘Κάποτε, σε έναν γαλαξία πολύ, πολύ μακριά’, που ακούει για πρώτη φορά τη μουσική του Τζον Ουίλιαμς και, επιτέλους, ανακαλύπτει γιατί γίνεται όλος αυτός ο ντόρος». Αυτό κατόρθωσε να κάνει ο σκηνοθέτης της ταινίας, που παρέλαβε τη σκυτάλη από τον Τζορτζ Λούκας.

Ο Αμπραμς «είναι πάντοτε, πάνω απ’ όλα, οπαδός του ‘Star Wars’», γράφει ο Κερμόντε. Και ως τέτοιος χειρίστηκε την σκηνοθεσία της ταινίας, συγκινώντας τους υπόλοιπους πιστούς του μακρινού αυτού γαλαξία. Ενας από αυτούς, ο Κερμόντε, παρακολουθώντας μια στρατιά από X-wings να έρχεται κατά πάνω του αισθάνθηκε έναν κόμπο στο λαιμό και ένα δάκρυ στο μάτι, «μόνο μία από αρκετές στιγμές που αισθάνθηκα απρόσμενα συγκινημένος».

New York Times

Η ιδιοφυία στον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε το νέο «Star Wars» ο Τζ. Τζ. Αμπραμς, σύμφωνα με τη δημοσιογράφο των New York Times, Μανόλα Ντάργκις, βρίσκεται στην απόφασή του «να επιστρέψει στα βασικά» και «να αφήσει τα πολλά μπερδέματα». Κάτι πολύ σημαντικό για μια υπόθεση που εξελίσσεται σε έναν άλλο γαλαξία, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και πλανήτες, με τη συμμετοχή διαφορετικών ειδών, καθώς και σε μία διαφορετική χρονολογική και εκδοτική σειρά ταινιών που σου προκαλούν πονοκέφαλο. Και το μυστικό της επιτυχίας της ταινίας είναι το χαρακτηριστικό του «ανθρώπινου».

Η Κάρι Φίσερ (Λέια) και ο Χάρισον Φορντ (Χαν Σολο) σε τρυφερή στιγμή (MAID/VP/LMKMEDIA /MAID/VP/LMKMEDIA)

Οι «θεοί» των πρώτων «Star Wars» -η πριγκίπισσα Λέια (Κάρι Φίσερ) και ο Χαν Σόλο (Χάρισον Φορντ)- επιστρέφουν αλλά μόνο ως υποστηρικτικοί παίκτες στην υπόθεση. Οι σημερινοί πρωταγωνιστές είναι πιο ανθρώπινοι. «Είναι μη τέλειοι άνδρες και γυναίκες, των οποίων οι νίκες και οι γκάφες, η αξιοπρέπεια και η ελαφρότητα σου υπενθυμίζουν ότι μία ποπ μυθολογία, όπως είναι το ‘Star Wars’ δεν μπορεί να επιβιώσει αποκλειστικά βασισμένη θεούς», γράφει η κ. Ντάργκις. Ο Πόου Ντάμερον είναι ένας λατίνος που ενσαρκώνει τον Οσκαρ Αιζαακ, τον επόμενο «Χαν Σόλο», ενώ στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και ο ρόλος που έχει αναλάβει ο μαύρος ηθοποιός, Τζον Μπογιέγκα, που δίνει ζωή στον Φιν, τον Stormtrooper. Η Ρέι είναι η νέα γυναίκα που θα πάρει τη θέση του Λουκ Σκάιγουοκερ, με τις ίδιες ικανότητες, και το αντίθετο φύλο. Και οι τρεις τους, σημειώνει η δημοσιογράφος, «εκτελούν τους ρόλους τους με μία παιχνιδιάρικη διάθεση».

Κάτι που παραμένει σταθερό στο νέο επεισόδιο, το πρώτο της υπόλοιπης τριλογίας που έπεται, είναι το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, καθώς, για ακόμα μία φορα, επανέρχεται στην επιφάνεια το σχίσμα ανάμεσα στον Νταρθ Βέιντερ και τον γιο του, Λουκ. Ωστόσο, η αμερικανίδα δημοσιογράφος διακρίνει ένα ακόμη Οιδιπόδειο. Ο Τζορτζ Λούκας, ο ιδρυτής και πρώτος σκηνοθέτης των «Star Wars», μετέδωσε την ευθύνη στον «κινηματογραφικό του γιο», Τζ. Τζ. Αμπραμς και εκείνος κατόρθωσε, καλύτερα από τον «πατέρα» του, να «δημιουργήσει μία ταινία που σε κάνει να ξεχνιέσαι χωρίς να το καταλαβαίνεις». Παρέλαβε μία γιγάντια παραγωγή που είχε γίνει σχεδόν cult, και τη μετέτρεψε σε μία ταινία που μπορούν όλοι να απολαύσουν. «Ή σχεδόν όλοι», όπως τονίζει η κυρία Ντάργκις.

The Times

«Μία νοσταλγική αφιέρωση στο πρωτότυπο Star Wars του 1977, ενισχυμένο με δια-γαλαξιακή, ταχύτατη δράση και με μία νέα ηρωίδα», γράφει η κριτικός των βρετανικών Times, Κέιτ Μιούιρ, για τη «Δύναμη Ξυπνά» που θα κυκλοφορήσει στον ελληνικό κινηματογράφο την Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου. Η ίδια διαβεβαιώνει ότι οι θεατές θα συναντήσουν το ίδιο χιούμορ των πρώτων ταινιών αλλά ό, τι ο νέος σκηνοθέτης, Τζ. Τζ. Αμπραμς είναι πιο καλός στο κομμάτι της δράσης. «Μεταφέρει το Star Wars σε πιο εκλεπτυσμένα νερά», γράφει η κ. Μούιρ, επισημαίνοντας ότι ο σκηνοθέτης έχει μαθητεύσει κάτω από το βλέμμα των καλύτερων,  Στίβεν Σπίλμπεργκ και Τζιν Ρόντενμπερι.

Ο Μπογιέγκα ως Φιν: «ο κατά λάθος ήρωας» (Disney)

«Οι μέρες που η Φίσερ εμφανιζόταν με το χρυσό μπικίνι είναι πια παρελθόν, τώρα οι γυναίκες διευθύνουν το γαλαξιακό σόου», επισημαίνει η ίδια, αναφερόμενη στη Ρέι, που είναι αθλητική και ντυμένη σαν ελληνίδα θεά, αλλά είναι πιλότος, μηχανικός και επιδέξεια στη ξιφομαχία. Όχι μόνο ο Λουκ αντικαθίσταται από μία γυναίκα, αλλά στο σενάριο που έχουν επινοήσει οι Τζ. Τζ. Αμπραμς,  και, υπάρχει και η πρώτη γυναίκα «κακιά», η Κάπτεν Φάσμα ( Γκουέντολιν Κρίστι).

Η κυρία Μιούιρ θυμάται ότι την ημέρα της πρεμιέρας, όταν πέρασαν οι σειρές «Κάποτε, σε έναν γαλαξία πολύ, πολύ μακριά» από την IMAX οθόνη του κινηματογράφου, μία αντριχίλα προσμονής διαπέρασε όλο το ακροατήριο. «Και ήταν απόλυτα δικαιολογημένο».