1482
Στιγμιότυπο από τη ροκ παράσταση «Βάκχες» του Αρη Μπινιάρη | Ελίνα Γιουνανλή

2020: Από το σανίδι στο Διαδίκτυο, μια «αρπαχτή» δρόμος

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 31 Δεκεμβρίου 2020, 19:42
Στιγμιότυπο από τη ροκ παράσταση «Βάκχες» του Αρη Μπινιάρη
|Ελίνα Γιουνανλή

2020: Από το σανίδι στο Διαδίκτυο, μια «αρπαχτή» δρόμος

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 31 Δεκεμβρίου 2020, 19:42

Εντάξει, θα συμφωνήσω –αναφανδόν– με εκείνους που επιμένουν ότι αν δεν έχεις δει, στο Διαδίκτυο, τον θρυλικό «Φράνκενστάιν» κατά Ντάνι Μπόιλ, δεν ξέρεις τι χάνεις. Είναι παράσταση ορόσημο. Και για το Διαδίκτυο. Είναι πρόταση. Να βλέπεις το έργο της Μέρι Σέλεϊ σε δύο εκδοχές, με τον Μπένεντικτ Κάμπερμπατς και τον Τζόνι Λι Μίλερ να εναλλάσσονται στους ρόλους Δόκτορος και του «τέρατος», από το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας. Και μάλιστα, από τον σκηνοθέτη των «Trainspotting» και «Slumdog Millionaire» και τον υπεύθυνο για τις τελετές των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου.

Ομως, μέχρι εκεί θα συμφωνήσω. Μετά αρχίζουν τα «αλλά». Η διπλή παράσταση του Ντάνι Μπόιλ γυρίστηκε το 2011 και επαναπροβλήθηκε, πανηγυρικά (και με τεράστια επιτυχία στο διεθνές ταμπλό), μέσα στην πανδημία, τον Απρίλιο του 2020. Ομως, είχε γυριστεί με πολυκάμερο και με τη ματιά ενός δεινού –μετρ– κινηματογραφιστή. Με εξαιρετικούς φωτισμούς και ήχο σχεδόν αψεγάδιαστο. Και με τον διαδικτυακό θεατή κατά νου. Οπως κάνουν πολλά (κυρίως λυρικά) θέατρα, πέρα από το Νάσιοναλ Θίατερ. Π.χ. η Μετροπόλιταν Οπερα, που επανέφερε τη μεγάλη επιτυχία της, το «Σατιαγκράχα» του Φίλιπ Γκλας, με την ιστορία του Γκάντι. Εξ ου και όλο το πρόγραμμά τους, με απευθείας μεταδόσεις ή πολύτιμες «κονσέρβες», με σταρ και πλουσιότατες παραγωγές τηλεοπτικής λογικής, που προέβαλαν ακόμη και αίθουσες συναυλιών και στην Ελλάδα, όπως τα Μέγαρα Μουσικής.

Με δυο λόγια, όπως κάποτε γύριζαν, με ειδικές –και εξτρά– πλούσιες παραγωγές (με εξτρά τηλεσκηνοθέτη, τηλεφωτιστή, τηλε-ηχο-σχεδιαστή κ.λπ. κ.λπ.) ο Κάμερον Μάκιντος και ο σερ Αντριου Λόιντ Γουέμπερ τα μεγάλα μιούζικαλ για VHS, DVD ή και BluRay. Αψογα. Δίχως κοινό. Με πολυκάμερα. Και τα αγοράζαμε εκείνα τα μνημεία τηλεθέασης παραστάσεων που πιθανότατα δεν φτάναμε να απολαύσουμε από κοντά.

Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, στην παράσταση «Φράνκενστάιν»

Ολα καλά μέχρι εδώ. Και, πράγματι, ελέω καραντίνας και κλειστών (μαραζωμένων) χώρων θεάτρου, θεάματος και πολιτισμού – επίμονα αστήρικτου από την Πολιτεία, κατά τα άλλα – το 2020 έφερε και την Ελλάδα στον ίδιο αστερισμό.

Την ξαναδιάβασα αυτή τη φράση και λίγο σοκαρίστηκα. Είναι ο ίδιος αστερισμός; Μπα, δεν νομίζω. Λογικό να είναι απροετοίμαστος ο ελληνικός χώρος του πολύτιμου ζωντανού θεάματος απέναντι στην καραντίνα. Και τη μοναδική διέξοδο στην τηλεθέαση. Ποιος το φανταζόταν.

Αλλο όμως αυτό και άλλο να πιστεύουμε ότι πραγματικά, μέσα στο 2020, μπήκαμε στην ίδια ατραπό. Ή ότι γράψαμε τη δική μας διαδικτυακή ιστορία στο θέαμα.

Παραστάσεις που προορίζονταν για τη σκηνή του θεάτρου. Που υπηρετούσαν συχνά το υποφωτισμένο (από σκηνοθετικής απόψεως) σκηνικό. Δίχως τηλεοπτική υπερσκηνοθετική κάλυψη. Και δίχως τον διαδικτυακό θεατή κατά νου. Παραστάσεις γυρισμένες με λιγοστές, ενίοτε και με μία ή δύο, κάμερες. Με κακά μικρόφωνα, «μακρινά». Και πολύ «μπουκωμένα», κάποτε. Με φωτισμούς θεατρικού χώρου. Υποβλητικούς θεατρικά, αλλά αποτρεπτικούς στην τηλεθέαση.

Ολες αυτές βγήκαν από τα σεντούκια και πέρασαν (και περνούν ακόμη) στο Διαδίκτυο, για να βρουν το έγκλειστο κοινό τους. Λίγο αρχοντοχωριάτικα, θα τολμούσα να πω. Στην αρχή τουλάχιστον. Ακόμη και σημαντικές ή ιστορικές παραστάσεις αδικήθηκαν από τη θεατρική «λογική» τους, που στη μικρή ή και μεγαλύτερη οθόνη μας έδειχναν φτωχές και τεχνικά κάθε άλλο παρά άρτιες. Αδικο. Πολύ άδικο. Και για τους ανθρώπους τους. Που είχαν πασχίσει. Θεατρικά, όμως, και μόνον.

«Το Σώσε» του Εκτορα Λυγίζου (Ανδρέας Σιμόπουλος)

Ακόμη και η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, που είχε περισσότερα μέσα, ακόμη και στο γύρισμα του αρχειακού παραστασιακού της υλικού, αδικήθηκε κάποτε από τεχνικής –για το Διαδίκτυο, επαναλαμβάνω– απόψεως. Πώς να δεις ή, κυρίως, να ακούσεις τις εξαιρετικές ροκ «Βάκχες» κατά Αρη Μπινιάρη; Πώς να «εισπράξεις» τη μεγαλόπρεπη πολυτέλεια του σκηνικού στο «Σώσε» κατά Εκτορα Λυγίζου, όταν το «πολυώροφο» εντυπωσιακό σκηνικό φαντάζει σαν ένα δισδιάστατο τείχος που «μπουκώνει» στην τηλε-εικόνα; Και δεν ευνοεί καθόλου τον ήχο;

Βέβαια, η Στέγη κάλεσε καλλιτέχνες να παραγάγουν νέο υλικό, με ίδια μέσα, μέσα στην καραντίνα. Και πολύ καλά –και δημιουργικά– έπραξε. Η γνώμη καθενός για τα φιλμάκια, όπως της Λένας Κιτσοπούλου, είναι δική του, αλλά η κίνηση ήταν η σωστή στην παρούσα φάση. Από την άλλη πλευρά η προκλητική (πλήρης) παράσταση της, «Κοκκινοσκουφίτσα – Το πρώτο αίμα», έχασε την αίσθηση της σκηνής μέσα στη σκηνή και μεταβλήθηκε σε κλειστοφοβικό, συχνά υποφωτισμένο, εφιάλτη.

Κάπως έτσι έχασε τη μαγεία της, που θεατρικά είχε λειτουργήσει τα μάλα, η πολύ επιτυχημένη «Μεγάλη Χίμαιρα» κατά Δημήτρη Τάρλοου, από το Θέατρο «Πορεία». Και πολλές άλλες. Η επίσης εξαιρετικά επιτυχημένη παράσταση της πολύ καλής Ελένης Ράντου «Κατάδικός μου» φαινόταν σαν να είχε φωτιστεί λάθος. Χώρια που δεν ακούγονταν πολλές από τις ατάκες που από σκηνής έβγαζαν πολύ γέλιο.

Θα μου πείτε, κάποιες από αυτές τις παραστάσεις ήταν δωρεάν προσφορά. Ομως, κάποια στιγμή με αντίστοιχο υλικό μπήκαμε και στα εισιτήρια. Δίχως να έχει φτιαχτεί κάτι. Δίχως να έχουμε παραγωγές γυρισμένες ειδικά για το Διαδίκτυο. Αν αυτό ήταν το μεγάλο νέο που μας έφερε το 2020.

Η πολύ επιτυχημένη θεατρικά «Μεγάλη Χίμαιρα» του Δημήτρη Τάρλοου έχασε τη μαγεία της στη μικρή οθόνη

Να με συγχωρούν οι τόσο ταλαντούχοι και δραστήριοι άνθρωποι του θεάτρου μας, αλλά ως θεατής κάποια στιγμή σταμάτησα να βλέπω διαδικτυακές παραστάσεις. Και να πληρώνω τα εισιτήριά τους. Για να δω κάτι που, εν πολλοίς, δεν βλέπεται (διαδικτυακά, πάντα) και δεν ακούγεται. Το απροετοίμαστο και το πρόχειρο του πράγματος, δεν το σκέφτηκε κανείς ότι μπορεί αντί να το προσελκύσει δυναμικά, να διώξει το μεγάλο κοινό; Ειδικά αυτό της τηλεθέασης των ταινιών και του Netflix, που έχει συνηθίσει σε πολύ καλή εικόνα και ήχο;

Και να το κάνει το βήμα και να δει –ακόμα και για πρώτη φορά– θέατρο, για να δει φέρ’ ειπείν μια εξαιρετικά επιτυχημένη παράσταση, που πιστεύει ότι είχε χάσει (διότι δεν είχε τον χρόνο, τη διάθεση ή το χρήμα να δει στον καιρό της, επί σκηνής), είναι σίγουροι ότι αυτό το υλικό θα τους κρατήσει;

Θα μου πείτε, μπαίνεις στη συζήτηση περί της ζωντανής εμπειρίας του θεάτρου (ή του θεάματος, εν γένει), που δεν αντικαθίσταται από διαδικτυακά φιλμάκια, πλύνε-βάλε (που βλέπεις όποτε και όπως θέλεις στις οθόνες της καραντίνας σου). Οχι. Μπαίνω στη συζήτηση της πρόχειρης, απροετοίμαστης λύσης. Και σε εκείνη που θέλει να μιλήσει για ένα μελλοντικό κοινό, στο Νέο Μέσο που φάνηκε να γεννήθηκε εν μέσω καραντίνας.

Για να μην αναφερθώ σε κάποιες συναυλίες. Ναι, ναι. Και η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία μεταδίδεται τηλεοπτικά από τη Βιέννη, κάθε χρόνο, με μεγάλη τηλεθέαση παγκοσμίως. Αλλά με τι παραγωγή. Πόσους ανθρώπους που δουλεύουν με το νου (και την τέχνη τους) στραμμένο στο κοινό της τηλεθέασης. Ολόκληρος σχεδιασμός. Μόνον αρχοντοχωριάτικο δεν τον λες.

Φυσικά και πρέπει να υπάρχει και να αναπνέει και να μεταδίδεται η Τέχνη. Ακόμη και στην πιο «άτεχνη» (για το Διαδίκτυο και πάλι) μορφή της. Η αναγκαστική σιωπή της έπρεπε να σπάσει. Με όποιον τρόπο. Αλλά λίγο πιο συντονισμένα. Λίγο πιο οργανωμένα. Με τη λεπτότητα και την κομψότητα της Τέχνης. Οχι σαν να ανεβαίνει με (συχνά λασπωμένες) μπότες στο κρεβάτι. Ή τον καναπέ και την πολυθρόνα της τηλεθέασής μας.

Η παράσταση «Κοκκινοσκουφίτσα – Το πρώτο αίμα» της Λένας Κιτσοπούλου έχασε την αίσθηση της σκηνής μέσα στη σκηνή στην οθόνη

Για να είμαστε δίκαιοι, ο χώρος, παραμονές του 2021 φάνηκε να (ανα)συγκροτείται. Να μπαίνουν στο πλάνο παραγωγές ειδικά πλασμένες για διαδικτυακή θέαση. Από την τρυφερή και γοητευτική εκδοχή του Ουάιλντ από τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Σπείρα Σπείρα του, για τον ΟΠΑΝ Πειραιά (για θέαση μέσω φέισμπουκ) μέχρι –στο άλλο άκρο– τη μεγάλη πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Αννας Βίσση στο «Παλλάς», που στήνεται ακριβώς για διαδικτυακή θέαση. Τώρα, αν αναρωτηθώ τι ήθελε κι αυτή η ευλογημένη να κάνει τη «μεγάλη συνάντηση» μπουζουκλερί με τη Δέσποινα Βανδή, τηλεοπτικά, πριν από το μεγάλο διαδικτυακό πλάνο, θα είμαι εκτός θέματος;

Με δυο λόγια, ωραίο και πολύτιμο το αρχειακό υλικό, π.χ. του Θεάτρου Τέχνης, που βγήκε στο Διαδίκτυο (και τόσων άλλων). Ωραία και η πρόσβαση όλων σε θεατρικό υλικό, που μέχρι σήμερα «κατοικούσε» και «ιερουργούσε» στους τέσσερις τοίχους των θεάτρων μας.

Καλώς τους…

Ομως, το πλέον ευοίωνο και ενθαρρυντικό είναι ότι κάποιοι ξεκίνησαν να βάζουν στα σκαριά ειδικές –καλοφωτισμένες και… καλοακουσμένες– παραστάσεις για το Διαδίκτυο. Εξαρχής στημένες με αυτή τη λογική. Καλώς τους κι ας άργησαν, που λένε.

Οπως ενθαρρυντικό είναι ότι στήθηκαν ως διαδικτυακές παραγωγές (φέρ’ ειπείν για το YouTube), με νέα ματιά και διαμορφωμένα «σενάρια», θεατρικά έργα που έχουν γράψει την ιστορία τους. Οπως η ενδιαφέρουσα διαδικτυακή σειρά «Το Νόμπελ του Μανώλη Καρέλη», που βασίστηκε στο θεατρικό της Χριστίνας Σαμπανίκου «Η χαμένη παντόφλα του Μανώλη Καρέλη». Και φέρνει στις οθόνες μας πολλούς θεατρικούς ηθοποιούς. Σαν τις «Αγριες Μέλισσες» και την «Αγγελική», ένα πράγμα. Οπως και άλλα αντίστοιχα εγχειρήματα, που έχουν ξεκινήσει.

Για να είμαστε, όμως, σαφείς, αυτό το θεατρικό… μέλλον ανήκει στο 2021. Το απερχόμενο 2020 μάς έφερε αυτό το Νέο Μέσο αλλά, για να πούμε την αλήθεια, την έφερε λιγουλάκι… αρχοντοχωριάτικα, στα μέρη μας. Ας κρατήσουμε το καλό του πράγματος: νέος ορίζοντας ανοίγεται για τους (δοκιμαζόμενους σήμερα) παραγωγούς, καλλιτέχνες και τεχνικούς του θεάματος. Πώς το έλεγαν; Πεδίον δόξης λαμπρόν; Ε, αυτό.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News