| CreativeProtagon / Shutterstock
Απόψεις

Το παράδοξο της υπόθεσης Πισπιρίγκου

Δεν υφίσταται καμία, μα καμία ρωγμή, στο περιβάλλον της γυναίκας αυτής. Μάνα, αδελφή και σύζυγος ορκίζονται στην αθωότητα της Ρούλας, «μέχρι τελικής πτώσεως». Κανείς δεν δείχνει να έχει την παραμικρή υποψία για τυχόν ανάμειξή της στο φονικό
Ελευθερία Κόλλια

Το μούδιασμα που έχουν προκαλέσει οι διαρροές των στοιχείων της δικογραφίας είναι καθολικό, κανέναν δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο η τραγωδία με τα αθώα παιδιά στην Πάτρα. Η δολοφονία της Τζωρτζίνας – σύμφωνα τουλάχιστον με τα μέχρι σήμερα στοιχεία – είναι  αμάρτημα μέγα και βαρύ, ειδικά σε μια κοινωνία της Μεσογείου, όπως η ελληνική, με τη μάνα – πρόσωπο τοτέμ μέσα στην οικογένεια και τον ίδιο τον θεσμό με κομβικό ρόλο στην προσωπική, κοινωνική, και οικονομική ακόμη ανάπτυξη του ατόμου. Στην υπόθεση αυτή, η δυσφορία, η οργή, προέρχεται πρωτίστως – όχι αποκλειστικά – από την καταπάτηση ενός άτυπου, πλην όμως θεμελιώδους όρκου, μιας ιερής υπόσχεσης που δίνεται όταν μια γυναίκα γεννάει: της άνευ όρων αγάπης προς το πλάσμα που φέρνει στη ζωή. Που μπορεί να χωρέσει η εκδίκηση, το μίσος, η σκοπιμότητα εκεί όπου φωλιάζει η αγάπη για την ύπαρξη ενός παιδιού; Η Τζωρτζίνα φαίνεται πως προδόθηκε, ίσως και η Ιρις και η Μαλένα μαζί της – η έρευνα είναι σε εξέλιξη – από τη γυναίκα που κανονικά θα ‘δινε και τη ζωή της για μια ανάσα τους.

Η περίπτωση της Πισπιρίγκου διεκδικεί μια ακραία μοναδικότητα. Η συνθήκη που εξέθρεψε την εγκληματική πρόθεση, ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται η εξόντωση του παιδιού, το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκε, το εντάσσουν στα πρωτόγνωρα, τα ασύλληπτα, τα καινοφανή για τα εγκληματολογικά χρονικά – πόσο μάλλον αν αποδειχθεί τελικά η εμπλοκή της μητέρας και στους τρεις θανάτους των παιδιών της οικογένειας. Ο φόνος, κάθε φόνος, πράξη υπέρβασης των ανθρώπινων ορίων, συμπεριφορά ανείπωτης αγριότητας, ενέχει το στοιχείο μιας ασύλληπτης «παράνοιας». Μιας κατασκευής που εξυπηρετείται από τον δράστη και φυσικό αυτουργό του εγκλήματος, και μόνον. Βρίσκοντας πάντα απέναντι του, το τείχος της ανθρώπινης λογικής, του υγιούς συναισθήματος, της οικογενειακής ντροπής για το Κακό. 

Κι εδώ γεννάται το παράδοξο. Δεν υφίσταται καμία, μα καμία ρωγμή, στο οικογενειακό περιβάλλον της γυναίκας αυτής, στον μικρόκοσμό της. Όλοι ορκίζονται στην αθωότητά της, «μέχρι τελικής πτώσεως». Υπόσχονται ότι θα τη στηρίζουν ώσπου να σβήσει η ήλιος. Μάνα κι αδελφή (κι άλλος συγγενής;): κανείς δεν έχει φανεί να έχει την παραμικρή αμφιβολία, υποψία, εσωτερική αναζήτηση για τυχόν ανάμειξη της «Ρούλας» στο φονικό. Ουδείς αντιδρά στις χρονικές συμπτώσεις, στα ευρήματα της ποινικής προδικασίας, στο ύποπτο σκηνικό. Ακόμη και ο σύζυγος, ο Μάνος Δασκαλάκης, εμφανιζόταν καιρό «στο πλευρό της», με εξαίρεση τις τελευταίες ώρες, αφότου δημοσιοποίησε μια κάποια επιφύλαξη – όχι οργή – για την «κατηγορουμένη», σε μια ανακοίνωση κάθε άλλο παρά αυθόρμητη, γραμμένη ίσως από χέρι δικηγόρου. Αυτά τα δύσμοιρα παιδιά, σαν να ‘ταν από πλαστελίνη, φτιάχτηκαν και ξεφτιάχτηκαν, δεν έχει ανοίξει ούτε ρουθούνι…

Τα εγκλήματα ποτέ δεν ήταν μονοσήμαντα. Κι ούτε είναι υπόθεση απλή να θεωρητικοποιήσει κανείς το εγκληματολογικό αυτό «φαινόμενο» – ζούμε άλλωστε από κάθε άποψη στην «εποχή των τεράτων». Θα αιωρείται η απορία. Θα μπορούσαν, άραγε, να τεθούν όρια στην γυναίκα αυτή; Θα μπορούσαν σημάδια του παρελθόντος να την δείξουν ως εγκληματία και θύτη; Είναι πάντως σίγουρο, τα φονικά δεν ξεφυτρώνουν, έχουν αίτια και αιτιατά. Γι’ αυτό μπορούν και εξιχνιάζονται, δικάζονται, τιμωρούνται.

Η Ρούλα Πισπιρίγκου φρόντισε να δώσει τα πιο όμορφα ονόματα στα κοριτσάκια που έβγαλε από την κοιλιά της, «Μαλένα», «Ιρις», «Τζωρτζίνα», τα βαφτιστικά συνδέονται με την ελπίδα της καλής της τύχης. Αλλά το μέλλον τους υπήρξε ζοφερό. Και κανείς δεν στάθηκε ικανός να το επηρεάσει, συνειδητά ή ασυνείδητα. Το ένστικτο ζωής φαίνεται πως εύκολα έγινε ένστικτο θανάτου. Η Δικαιοσύνη θα έχει, όπως πάντα, τον τελευταίο λόγο.