Απόψεις

Τα σπίτια της ζωής μας

Φέρνοντάς τα στη μνήμη, δεν περιφερόμαστε στους χώρους τους, αλλά στον εαυτό μας. Να ήξεραν μερικά χαζά αντικείμενα πόσο χώρο θα καταλάμβαναν μέσα μας. Μερικές φράσεις, πόσο θα μας σημάδευαν. Δάκρυα, τραγούδια, ξενύχτια, έρωτες… Τηλέφωνα που τα κοιτάζαμε και παρακαλούσαμε «Χτύπα!». Τίποτα δεν καίγεται, όλα μέσα μας
Ρέα Βιτάλη

«Μην αγγίξεις τίποτα. Κρατιέμαι από μια κλωστή μνήμης. Δεν μου απέμεινε τίποτα άλλο για να θυμάμαι» τον άκουσα να λέει. Του είχε στοιχίσει η φωτιά που κατέκαψε το σύμπαν του σπιτιού του και εκείνος, 17 χρόνων νέος, τινάχτηκε όλος θυμό για να υπερασπιστεί το «κάτι» που έμεινε και η μητέρα του ήθελε να το ανασκευάσει. Με συντάραξε η φράση του. Ηταν το έναυσμα. Εκλεισα τα μάτια κι άρχισα να περιφέρομαι στα σπίτια της ζωής μου. Ενα ένα έρχονταν μπροστά μου, διαβάτες που συναντήθηκαν οι δρόμοι μας.

Τα σπίτια ήταν το σκηνικό μιας Ρέας που μεγάλωνε. Κάποτε αποχαιρετιζόμασταν, μα κάπως έμεναν. Εδώ, μέσα μου όλα. Τόσο δα να γυρίσω προς τα πίσω, έρχονται με τις μυρουδιές από τις κουζίνες τους, τους ήχους τους, τη θέα των παραθύρων τους και των συζητήσεών τους. Το πρώτο ήταν αυτό, της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Αυτούσιο μπήκε στο πρώτο βιβλίο μου, υπό τον τίτλο «Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο». Το άγαλμα της Αθηνάς στο μπαλκόνι μας, ο βήχας του πατέρα μου πριν ξεκλειδώσει την πόρτα, το θηριώδες στερεοφωνικό συγκρότημα με τους δίσκους σε θήκη και ο χορός μας… Χορεύαμε πολύ!

Η ασπρόμαυρη τηλεόραση και η παιδική χαρά όλων μας, με το που ανοίξαμε το κουτί της. Η αλλαγή της θέσης του καναπέ μας…Τι να μας λέει το πάρκο; «Λόουν Ρέιντζερ», «Καντσονίσιμα», ελληνικές ταινίες, «Αλάτι και Πιπέρι»! Το δωμάτιό μου με τις αφίσες του Ντέιβιντ Κάσιντι, της Βίκυ Λέανδρος από περιοδικά της εποχής. Τα επεισόδια του Πολυτεχνείου, ανεβασμένη σε καρέκλα να κατασκοπεύω πίσω από τις γρίλιες «Κάποιον έβαλαν στην κλούβα», οι φωνές «Πετάξτε κραγιόν». Φράσεις, πολλές φράσεις ξεπετιούνται. Εκείνο το αξημέρωτο δράμα: «Σε είδε κάποιος να φιλιέσαι με έναν “μαλλιά”», «Είναι καλό παιδί, βρε μπαμπά». Χαστούκι. Ενα χαστούκι από εκείνον. Αρκετά από τη μάνα μου, για άλλους λόγους: «Για κάνε “χα”! Κάπνισες!». Κάπνισα. Τι χαστούκια έπεφταν τότε.

Στα γεγονότα του Πολυτεχνείου πάει το αγόρι για το οποίο έφαγα χαστούκι. Τι γλυκό χαμόγελο που είχε! Ηρθαν άλλα αγόρια. Αίμα… Να ξεμπερδεύουμε με δαύτο. Και γλύκα. Τρυφεράδα, σημειώματα, καρτούλες, εκείνο το ασημένιο μήλο που σπάγαμε και έπαιρνε μισό ο ένας, μισό ο άλλος. «Τα φτιάξαμε». Τι καλό παιδί που ήταν! Τι αντράκι. Τι τυχερή υπήρξα να τον έχω «πρώτο έρωτα» και πόσο στάθηκε στη ζωή μου! Μετά, πάει ο μπαμπάς. Και την είδα μαύρη νύχτα να κλαίει πάνω στο κόκκινο πουλόβερ του και να φωνάζει το όνομά του. Νόμιζε ότι κοιμόμουν. Δεν κοιμόμουν. Εγινα για ένα λεπτό μαμά της. Το θυμάμαι σαν τώρα. Μετά έγινα Ρέα. Της Ρέας… Σερί. Δεν μας σήκωνε πια το σπίτι.

Οι λυγμοί του ήταν πιο δυνατοί από τους όποιους ήχους του. Ακόμα και από το δωμάτιο της υπηρεσίας, λυγμοί στο σιδέρωμα, κάθε τσάκιση και «Αχ!» ξεφύσαγε η Κική γιατί δεν την παντρευόταν ο Δημήτρης. Κάποτε την παντρεύτηκε. Εφυγε ευτυχισμένη η Κική, όπως στις ταινίες. Πού να είναι, τι να έγινε η Κική; Πάντως, τώρα που το καλοσκέφτομαι, εκείνο το σπίτι ήταν ένα με το πάρκο, με τη λεωφόρο, με την έκθεση αυτοκινήτων του μπαμπά. Ολα προέκταση του σπιτιού μας. Ακόμα και η είσοδος της πολυκατοικίας που κατέβαινα αξημέρωτα, στις 5 η ώρα, μικρό κορίτσι ατρόμητο και περίεργο, για να βλέπω πίσω από το τζάμι την αλλαγή φρουράς της νύχτας με τη μέρα. Πόσο με γοήτευε!

Τον μπουζουξή που σχόλαγε με την άσπρη κάλτσα του και το μπουζούκι του σε θήκη, την πουτάνα του πάρκου με το τσαλακωμένο μπογιάτισμα, αλλά και την καθαρίστρια με την κάλτσα του φλεβίτη να ξεκινάει δουλειά στα παραδίπλα γραφεία. Ηταν ένα σπίτι που στη μνήμη της ψυχής μου προεκτείνεται, εμπεριέχοντας και τα έξω ως μέσα, όλο το εξωτερικό περιβάλλον του πάρκου ως ένα μας. Τελικά είχε εμένα να βλέπω, να παρατηρώ, να ανακαλύπτω, να γοητεύομαι. Ανέκαθεν επιρρεπής στην όποια γοητεία. Οταν μετακόμισε ο πατέρας μου στους ουρανούς, αλλάξαμε σπίτι. Φύγαμε, αλλά μου πήρε χρόνια να «φύγουμε». 

Δεύτερο στη μνήμη το σπίτι του παππού και της γιαγιάς σ’ εκείνη την κωμόπολη. Για Πάσχα, άντε και λίγες μέρες το καλοκαίρι. Ενα σπίτι με ακραίο τραμπαλισμό… Τα μπροστινά μπαλκόνια να βλέπουν την κίνηση της αγοράς, να ακούν τα «Παιδιά του Πειραιά» ως κόρνα του ταξιτζή που με ρωτούσε «Καλέ Ρέα, πώς σε λένε» και εγώ τίναζα το μαλλί ότι δυσανασχετούσα, αλλά επί της ουσίας προβάριζα «γυναίκα».

Θυμάμαι μια φράση που ακολουθούσε την άφιξή μας και το βλέμμα όσων την έλεγαν «Τι νέα μας φέρνετε από τας Αθήνας;». Η Αθήνα τότε ήταν ονείρωξη. Τα πίσω μπαλκόνια του σπιτιού έβλεπαν το νεκροταφείο στην άκρη της κωμόπολης. Μαυροφορεμένες σαν σειρά μυρμήγκια πήγαιναν ν’ ανάψουν τα καντήλια των φευγάτων κάθε απόγευμα. Θυμάμαι το δακτυλίδι της γιαγιάς στο τραπέζι της κουζίνας. Το έβγαζε για να ζυμώσει λειτουργιές. Μια άσπρη κόλλα χαρτί και η προτροπή, «Γράψε, Ρεάκι μου, δυο στήλες. Μια Υπέρ Υγείας, μια Υπέρ Αναπαύσεως. Αναπαυμένη. 

Τρίτο σπίτι, εκείνο της θείας Κούλας. Πόση σημασία είχαν οι θείες και οι θείοι στη δική μου γενιά! Πόσο γλυκαίνει η μνήμη μου στη θύμησή τους. Στον αντίποδα της δικής μας ευκατάστατης ζωής, εκείνη η οικογένεια ήταν για μένα φροντιστήριο οικιακής οικονομίας. «Μην το πετάς, κοτούλα μου. Το κουτί το θέλω για να βάζω τις χυλοπίτες που σας στέλνω και την κορδέλα τη θέλω. Κάπου θα τη χρειαστώ. Και τα φλούδια από τα κρεμμύδια τα θέλω για τα πασχαλινά αβγά». Η ανακύκλωση πριν από την ανακύκλωση. Η φτώχεια εκείνα τα χρόνια ήταν άλλη. Συγκινητικό συνταίριασμα  αξιοπρέπειας, περηφάνιας και άσκησης με το ολίγον. Κάπως γινόταν και δεν κατέληγε σε σύγχρονη φτώχεια. «Μπορούμε και με τα λίγα» έλεγε η θεία «Την υγειά μας να΄χουμε» και έστρωνε στρωματσάδα. Λάτρευα τη στρωματσάδα στην ταράτσα της και τα τραγούδια τους στα γλέντια. 

Αλλο καρμικό σπίτι; Το πρώτο με τον Γιάννη. Ακουγα ότι έρχεται και άναβα το μάτι της κουζίνας. Ερασιτέχνες ακροβάτες σε μια σχέση. Βρε πώς ισορροπούσαμε; Ασυνείδητα συνειδητοποιημένοι. Πώς το καταφέραμε τόσο ωραία; Ο ένας για τον άλλον. Τα λουλούδια του, που έμπαιναν πριν από εκείνον. Η μοκέτα και το αποτύπωμα. Ο νιπτήρας και οι δυο μας, ο ένας να πλένει, ο άλλος να ξεπλένει. Το «μαζί». Σήμερα συνηθισμένο; Χαίρω πολύ! Τότε; Μιλάμε για το 80… Ωραίος τυπάς.  

Τα σπίτια της ζωής μου. Εχω και άλλα…Ουυυυυ! Ηταν να μην το ξεκινήσω. Βιβλίο μπορώ να γράψω. Ωραία ιδέα. Τώρα είμαι στην Τήνο. Στο σπίτι της καρδιάς μου. Το καράβι με τα αναμμένα φώτα περνάει από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Ολόφωτος ταξιδιώτης. Ετσι περνάνε τα σπίτια μπροστά μου. «Μην αγγίξεις τίποτα. Κρατιέμαι από μια κλωστή μνήμης» είπε σπαρακτικά. Το πουλάκι μου!.. Εχει να ζήσει σπίτια και σπίτια!

Φέρνοντάς τα στη μνήμη, δεν περιφερόμαστε στους χώρους τους, αλλά στον εαυτό μας. Παρατηρούμε το βλέμμα των ματιών μας. Να ήξεραν μερικά χαζά, τιποτένια αντικείμενα πόσο χώρο θα καταλάμβαναν μέσα μας… Να ήξεραν μερικές φράσεις πόσο θα μας σημάδευαν… Να ήξεραν κάτι μυρουδιές πόσο θα στέκονταν στα ρουθούνια μας… Να ήξεραν κάτι δάκρυα, κάτι τραγούδια, κάτι ξενύχτια, κάτι έρωτες… Κάτι τηλέφωνα που τα κοιτάζαμε και παρακαλούσαμε «Χτύπα!» και φωνάζαμε «Μην το σηκώσει κανείς!»… Κάτι ατμόσφαιρες… Ατμόσφαιρες ζήσαμε. Τίποτα δεν κάηκε, νεαρέ μου. Ολα μέσα σου. Εμείς μην και καούμε.