| Konstantinos Tsakalidis / SOOC
Απόψεις

Πρόβα για συνταξιούχος

Μη εργαζόμενοι και μη αμειβόμενοι αλλά επιδοματικώς πορευόμενοι (από 600 έως 800 ευρώ και άμα... - όσα περίπου και η πενιχρή σύνταξη, που μας περιμένει), μπορούμε άνετα να προδιαγράψουμε και να φανταστούμε τη ζωή μας μετά το πέρας του εργασιακού βίου
Στάθης Παχίδης

Και επέπεσεν αυτοίς όχι μόνον κορονοϊός αλλά και επιδημία Κυριακής.

Κάπως έτσι θα μιλούν οι γραφές του μέλλοντος γι’ αυτή την οριακή στιγμή της Ιστορίας που ζούμε… Πέρα από τα δύσκολα του ιού και τη σπουδαία συλλογική προσπάθεια της αντιμετώπισής του, για πρώτη φορά τόσοι πολλοί άνθρωποι, που μέχρι πριν από δέκα μέρες τρεχάτοι πήγαιναν, έρχονται αντιμέτωποι με αυτή τη διαρκή αλληλουχία αργίας και σχόλης λόγω του υποχρεωτικού εγκλεισμού.

Οσο κι αν αρχεία επιτέλους μπήκαν σε σειρά, βιβλία ανέγγιχτα διαβάστηκαν, ντουλάπες τακτοποιήθηκαν (ανοιχτόχρωμα προς σκούρα από αριστερά προς τα δεξιά εεε…), τάπερ αντιστοιχήθηκαν με τα σωστά καπάκια, ο χρόνος σαν να σταμάτησε για τους πολυπράγμονες και τους συνηθισμένους σε υψηλούς ρυθμούς, ακόμη και εάν υπάρχει δυνατότητα τηλε-εργασίας.

Αναζητώντας το θετικό μέρος της συγκυρίας –γιατί παντού και πάντα υπάρχει η φωτεινή πλευρά– αυτή η αναπόφευκτη ευχέρεια χρόνου με ένα τεστ, με μια δοκιμή, με μια προσομοίωση ζωής συνταξιούχου μοιάζει. Μη εργαζόμενοι και μη αμειβόμενοι αλλά επιδοματικώς πορευόμενοι (από 600 έως 800 ευρώ και άμα… – όσα περίπου και η πενιχρή σύνταξη, που μας περιμένει), μπορούμε άνετα να προδιαγράψουμε και να φανταστούμε τη ζωή μας μετά το πέρας του εργασιακού βίου.

Με εξαίρεση τα κλειστά καφενεία, μπαράκια και ΚΑΠΗ καθώς και το μη αναπληρώσιμο κενό του αγγίγματος αγαπημένων, όλα τα υπόλοιπα είναι ιδανικό σκηνικό για να δοκιμαστεί η προσαρμογή και η αντοχή μας σ’ ένα μακρινό ή κοντινό συνταξιουχικό μέλλον. Το να προσπαθείς να εφεύρεις «δουλειές» και «ανάγκες», για να γεμίσει το 24ωρο είναι  καταρχήν η πιο δύσκολη προσπάθεια κι εκεί θα δοκιμαστεί ο πλούτος της εσωτερικής ζωής του καθενός, το  βάθος του «ένδον σκάπτειν» του.

Μπούσουλας και οδηγός όμως για την πρόβα συνταξιούχου ένα δημόσιο έγγραφο: Στις έξι κατηγορίες της «Βεβαίωσης κατ’ εξαίρεση Μετακίνησης Πολιτών», που συντάχθηκε για την περίσταση από την κυβέρνηση, υπάρχει σε θαυμαστή συμπύκνωση περίπου όλη η ζωή του συνταξιούχου, τωρινού ή μέλλοντος. Οκ, η υποχρέωση SMS επί συντάξεως ας ελπίσουμε πως δεν θα υπάρχει αλλά όλα σχεδόν τ’ άλλα συνταξιουχικά περιέχονται σ’ αυτή τη φόρμα εγγράφου. Το φαρμακείο και ο γιατρός (Β1), το σούπερ μάρκετ και η αγορά (Β2), οι ουρές της τράπεζας και των ΔΕΚΟ (Β3), κηδείες, γάμοι και βαφτίσεις (Β5), παροχή βοήθειας σε όποιους τη χρειάζονται (Β4) και βόλτες με κατοικίδια ή για άθληση και ξεμούδιασμα (Β6)—  κρίμα, απουσιάζει το ψάρεμα.

Δεν ήταν δυνατό βέβαια -κανείς δεν είναι τέλειος- ο συντάκτης της Βεβαίωσης να περιλάβει και βαρύνουσες ψυχολογικές παραμέτρους, που είναι καθοριστικές για την προσομοίωση σύνταξης. Η δια βίου κρεβατομουρμούρα, το «Βλέπω ΠΑΟΚ» ή το «Σήκωνε το καπάκι της τουαλέτας, γαμώτο», παραδείγματος χάριν, είναι προφανώς αφορμές για μελλοντική κατάρτιση ενός χρήσιμου ψυχολογικού οδηγού επιλογής συντρόφου για τα δύσκολα συνταξιουχικά χρόνια.

Από την άλλη η επισήμανση της μεγέθυνσης των πάντων, που οι μη έχοντες επιτακτική πίεση χρόνου κάνουν, φαίνεται απαραίτητη: (…«Μα πήρα, φίλε μου, έναν κιμάαα!!!» άκουσα γηραιό κύριο να επαίρεται κι απόρησα τι στο καλό μπορεί να έχει ένας «κιμάαας».).

Κι όταν η ασυνείδητη αυτή μεγέθυνση φτάνει αναπόφευκτα στο πεδίο της ασθένειας, της ανημπόριας, του φόβου θανάτου, ε, εκεί ας το πάρουμε λίγο αλλιώς, μέρες που ‘ναι: «Έλα μωρέ, ένας εγκλεισμός για το καλό όλων μας είναι, μια πλάκα σαν πρόβα συνταξιούχου. Έχουμε ακόμη χρόνια για τη σύνταξη…».