| CreativeProtagon
Απόψεις

Ποιος διαλέγει τον πρωθυπουργό;

Το μόνο πράγμα στο οποίο έχουν συμφωνήσει η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η απόρριψη της θέσης Ανδρουλάκη, με το επιχείρημα ότι οι πολίτες με την ψήφο τους επιλέγουν ως πρωθυπουργό τον αρχηγό του πρώτου κόμματος. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι το αντίθετο συνιστά δημοκρατική εκτροπή. Είναι όμως έτσι;
Φοίβος Καρζής

Μετά την τοποθέτηση του Νίκου Ανδρουλάκη ότι απορρίπτει τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ σε κυβέρνηση συνασπισμού είτε υπό τον κ. Μητσοτάκη είτε υπό τον κ. Τσίπρα, το ενδιαφέρον της πρώτης εκλογικής Κυριακής εστιάζεται σε δύο ερωτήματα. Πρώτον, ποιοι θα είναι οι συσχετισμοί των δυνάμεων κυρίως μεταξύ των τριών ισχυρότερων κομμάτων – και άρα η ύπαρξη ή όχι δυναμικής αυτοδυναμίας στην πιθανότατη δεύτερη κάλπη. Και, δεύτερον, ποια πρόσωπα θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν την κοινή αποδοχή ώστε να ηγηθούν μιας κυβέρνησης συνεργασίας, εάν οι αριθμοί το επιτρέπουν.

Με την προεκλογική περίοδο να έχει ξεκινήσει, αλλά και εάν ανατρέξει κανείς στο παρελθόν, το μόνο πράγμα στο οποίο έχουν συμφωνήσει η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η απόρριψη της θέσης Ανδρουλάκη, με το επιχείρημα ότι οι πολίτες με την ψήφο τους επιλέγουν ως πρωθυπουργό τον αρχηγό του πρώτου κόμματος. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι το αντίθετο συνιστά δημοκρατική εκτροπή. Είναι όμως έτσι;

Κατ’ αρχάς θεσμικά, η θέση αυτή δεν έχει καμία βάση. Στην αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία πρωθυπουργός αναδεικνύεται εκείνος που συγκεντρώνει και διατηρεί την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών. Το γνωρίζει καλά, για παράδειγμα, ο Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος έχασε την πρωθυπουργία όχι απλώς χωρίς να μεσολαβήσουν εκλογές, αλλά και παραμένοντας στις δημοσκοπήσεις με διαφορά ο δημοφιλέστερος μεταξύ των ψηφοφόρων του κόμματός του.

Αλλά και η διάδοχός του Λιζ Τρας είχε νωπή εντολή της εκλογικής βάσης των Συντηρητικών. Πόσο νωπή; Μόλις 45 ημέρες πριν την κατάρρευσή της είχε κατατροπώσει εκείνον που την διαδέχθηκε. Ο σημερινός πρωθυπουργός της Βρετανίας, ο Ρίσι Σούνακ, δεν εξασφάλισε ποτέ καμία λαϊκή πλειοψηφία – ούτε εθνική, ούτε κομματική. Αλλά κανείς δεν διανοείται να αμφισβητήσει με αυτό το επιχείρημα όχι τη νομιμότητα της εξουσίας του, αλλά έστω την πολιτική της νομιμοποίηση.

Στην Ιταλία, η κυβέρνηση του μη εκλεγμένου Μάριο Ντράγκι λειτούργησε καταλυτικά στην εξισορρόπηση του πολιτικού συστήματος που κλυδωνιζόταν, ενώ του πιστώνεται και η μετακίνηση της διαδόχου του Μελόνι μακριά από τις αντιευρωπαϊκές καταβολές της.

Αλλά και σε μια κυβέρνηση συνασπισμού, η επιλογή του αρχηγού του μεγαλύτερου κόμματος ως πρωθυπουργού δεν είναι καθόλου αυτονόητη, ούτε θεσμικά ούτε πολιτικά. Ο σημερινός πρωθυπουργός της Σουηδίας Ουλφ Κρίστερσεν είναι επικεφαλής του Κόμματος των Μετριοπαθών. Στις τελευταίες εκλογές, πέρυσι, το κόμμα του έχασε ψήφους, έχασε έδρες και έχασε για πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια και τη δεύτερη θέση – μετά το παραδοσιακά ισχυρότερο κόμμα των Σοσιαλδημοκρατών.

Παρόλα αυτά, ο αρχηγός του τρίτου σε δύναμη κόμματος είναι σήμερα επικεφαλής μιας τρικομματικής κυβέρνησης στην οποία μετέχει και το δεύτερο σε δύναμη στη χώρα, το εθνικιστικό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών. Η μέχρι τις εκλογές πρωθυπουργός Αντερσον παραιτήθηκε αμέσως και κανείς δεν σκέφτηκε να μιλήσει για «κυβέρνηση ηττημένων», ούτε για «τερατογένεση» επειδή δεν έγινε πρωθυπουργός ο επικεφαλής της εθνικιστικής ακροδεξιάς.

Πρόσφατα, ο κ. Τσίπρας πρόσθεσε ένα ακόμη μη επιχείρημα στην προσπάθεια άτυπης μεταβολής του συστήματος διακυβέρνησης της χώρας σε Προεδρική Δημοκρατία. Ανέφερε ότι «την τελευταία φορά που διάλεξαν άλλοι πρωθυπουργό, δεν είχαμε καλά αποτελέσματα». Εννοεί προφανώς την κυβέρνηση Παπαδήμου.

Θα ήταν ενδιαφέρον να συγκρίνει τις επιδόσεις της σε οικονομικό αλλά και πολιτικό επίπεδο στο εξάμηνο της θητείας της (από το Νοέμβριο του 2011 έως το Μάιο του 2012) με το αντίστοιχο πρώτο και αλησμόνητο εξάμηνο της δικής του θητείας το 2015. Η κυβέρνηση Παπαδήμου ανέλαβε με μια ειδική εντολή: να ολοκληρώσει τη συμφωνία περικοπής του ελληνικού χρέους.

Δεν έκανε μόνο αυτό: παρέλαβε μια χώρα στο όριο της εξόδου από την ευρωζώνη, στον απόηχο της συνόδου των Καννών και της εξαγγελίας δημοψηφίσματος που, με όποιον τρόπο πιστεύει κανείς, οδήγησε στην απώλεια της εμπιστοσύνης της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ προς τον Γιώργο Παπανδρέου και σε δραματικά μερόνυχτα αναζήτησης πρωθυπουργού. Και παρέδωσε μια χώρα σε σχετική –για την εποχή– πολιτική ηρεμία, διεξάγοντας άμεμπτες εκλογές, οι οποίες και δρομολόγησαν την άνοδο του κ. Τσίπρα στην εξουσία.

Με οποιοδήποτε κριτήριο, η διαπίστωση ότι «δεν είχαμε καλά αποτελέσματα» είναι εκτός από υστερόβουλη και κατάφωρα αβάσιμη. Και παλιότερα, όμως, όταν και οι τρεις αρχηγοί των τότε κοινοβουλευτικών κομμάτων αποδέχτηκαν το σχηματισμό της κυβέρνησης Ζολώτα τα αποτελέσματα ήταν θετικά. Παρέλαβε την Ελλάδα σε αδυναμία πληρωμής συντάξεων και κοινοβουλευτικό αδιέξοδο και παρέδωσε μια σχετικά σταθεροποιημένη οικονομία, δρομολογώντας και την πολιτική εξομάλυνση των εκλογών που έγιναν τέτοιες μέρες του Απριλίου του 1990.

Η σύγκλιση ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ στην εκ των προτέρων απόρριψη κάθε άλλου πρωθυπουργού πλην των αρχηγών τους σε περίπτωση κυβέρνησης συνεργασίας είναι άλλο ένα σύμπτωμα των αρχηγοκεντρικών κομμάτων. Προφανώς σε πολυκομματική κυβέρνηση το πρώτο σε δύναμη κόμμα έχει και τον πρώτο λόγο. Ο αρχηγός του είναι ο πιθανότερος πρωθυπουργός, ο πρώτος που το όνομά του θα μπει στο τραπέζι της πολιτικής διαπραγμάτευσης για τη συγκρότησή της. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν είναι ούτε η υποχρεωτική επιλογή ούτε η μόνη θεσμικά και πολιτικά αποδεκτή. Οι αριθμοί –κυρίως οι συσχετισμοί της 21ης Μαΐου– είναι εκείνοι που τελικά θα κρίνουν και τους δυνητικούς πρωθυπουργούς.