| CreativeProtagon
Απόψεις

«Πάτε να τον τακτοποιήσετε;»

Τρία παιδιά, τρεις αποχαιρετισμοί. Τόσο ιδιαίτερη στιγμή, τόσo πολλά συναισθήματα. Είσαι παρών και συγχρόνως αόρατος. Το βλέμμα τους τρέχει στο άγνωστό τους, ενώ εσύ μελετάς κάθε σπιθαμή τους. Ενα νέο κεφάλαιο ζωής και για τον γονιό. Γονείς σε ποδήλατα χωρίς βοηθητικές ρόδες…
Ρέα Βιτάλη

«Πάτε να τον τακτοποιήσετε;» με ρωτούσαν σχεδόν μονότονα. «Θα τακτοποιηθεί μόνος του. Εμείς πάμε για να τακτοποιήσουμε της ζωής μας το αρχείο. Μην και χάσουμε τη σπουδαία στιγμή, αυτή του αποχωρισμού. Γιατί αλλιώς… Τι ζωή ζωένια θα ζούσαμε;». Τρία παιδιά, τρεις αποχαιρετισμοί. Είναι τόσο ιδιαίτερη στιγμή, βουτηγμένη σε τόσo πολλά συναισθήματα. Πυκνή. Αποκαλυπτική. Σαν να καθαρίζουν τα μάτια σου, τι ανέθρεψες. Είσαι παρών και συγχρόνως αόρατος. Το βλέμμα τους τρέχει στο άγνωστό τους ενώ εσύ μελετάς κάθε σπιθαμή τους.

Τα βλέπεις «μεγάλα» σε μια μέρα. Και μόλις αποχαιρετάς, γνωρίζεις ότι έχεις φτάσει σε έναν τερματισμό. Είναι συγκινητικό και συγχρόνως, και για τις δυο πλευρές, κόμπος κόμπος όπως λύνεται, γλυκά απελευθερωτικό. Αν, βέβαια, δούλεψες μεθοδικά για χρόνια. Είναι και κλείσιμο ισολογισμού. Και είναι περίεργο, ότι ενώ είμαι χαϊδευτική μάνα, από την ώρα που φτάναμε σε ’κείνο το σημείο διαδρομής, δεν επιδίωκα να ταξιδέψω ξανά κοντά τους. Αναγνώριζε η ψυχή μου ότι ξεκίναγε κάτι απολύτως δικό τους.

Με την κόρη μας… Ηταν στο Λονδίνο. Εγώ κοιμόμουν σε ξενοδοχείο, εκείνη πλέον στο «σπίτι της». Και ξύπνησα ξαφνικά μέσα στη νύχτα, βαθιά νύχτα, με εκείνη την αίσθηση που για μέρες κλωτσούσα. «Δηλαδή από αύριο δεν θα τη βλέπω;». Και βγήκα στον δρόμο, μην αναγνωρίζοντας τον εαυτό μου αλλά και δεν με ένοιαζε να τον αναγνωρίσω τον εαυτό μου, περπατούσα σαν υπνωτισμένη, ατρόμητη. Και έφτασα και χτύπησα το κουδούνι της και εκείνη άνοιξε σαν να με περίμενε και δεν ρώτησε ούτε τι έπαθα, ούτε τι διάολο ώρα ήταν εκείνη, μόνο χαμογέλασε. Και έπεσα στο κρεβάτι της και κοιμήθηκα δίπλα της. Και την άλλη μέρα… Τόσο γελιοκλάμα μαζί!

Με θυμάμαι στο ταξί με το τζάμι κλειστό και εκείνη απέξω. Και στραγγάλιζα τη συγκίνηση, άρα ήμουν πολύ αστεία με τόσους μορφασμούς να κρατάνε κλάμα και εκείνη χαιρέτησε και έκανε τους ίδιους μορφασμούς και έγινε το «κακό», ένας συντονισμός δακρύων και γέλιων που κατέληξε σε αβίαστα δάκρυα. Και γύρισε ο ταξιτζής και με κοίταξε με περιέργεια, μην μπορώντας να εξηγήσει αντιδράσεις ανθρώπων, κι εγώ ένιωσα άσχημα να τον έχω παρατηρητή και του είπα κοφτά «Greek mother» και μέσα μου «άι παράτα με και συ, μαλάκα». Και του το χρωστάω ότι δεν έβγαλε κουβέντα. Ετσι αποχαιρετιστήκαμε.

Με τον γιο μας… Ηταν στη Λωζάνη με μείον 25 βαθμούς θερμοκρασία. Πήγαμε για φαγητό αλλά η ατμόσφαιρα ήταν παγωμένη, αμήχανη. Με σιωπές μακριές. Εκείνος κάπου άλλου κοίταζε και εγώ σκανάριζα εκείνον όταν δεν με έβλεπε ότι τον σκανάρω. Ολοι κρατούσαμε συγκίνηση και ξέσπασε και ένας καβγάς χαζός, κάπου για να ξεσπάσει το όλον.

Μετά, μας συνόδευσε στο ξενοδοχείο. Επεφτε ένα χιόνι γενναίο. Απλωσα τα χέρια να τον αγκαλιάσω και τον ένιωσα ψηλό και με βόλεψε γιατί χώθηκα μουσούδα στο παλτό του. Και έτρεχε το μυαλό μου, ιλιγγιωδώς έτρεχε, «Ωστε αυτό είναι; Δηλαδή από αύριο…». Και αμυντικά στον χωρισμό θέλησα να του αφήσω κάτι. Μακάρι να ξεκόλλαγε η καρδιά μου να του την άφηνα… Θυμάμαι ότι αυτό είχε περάσει από το μυαλό μου που έτρεχε, στο τι να του αφήσω, και τελικά έβγαλα το ρολόι μου και του το έδωσα. Και αυτό ήταν. Ετσι αποχαιρετιστήκαμε.

Ετούτη τη φορά, για το στερνοπούλι μας, ήταν η Χάγη. «Αύριο, πρωί πρωί, φεύγουμε πια» του είπαμε τηλεφωνικώς. «Αρα, πιθανώς θα βρεθούμε σήμερα» μας απάντησε. Και γέλασα πολύ με το «πιθανώς» και το χαστουκισμένο δικό μου «Τι πιθανώς, παιδάκι μου; Αν όχι σήμερα, πότε;» σαν να είχα φάει χυλόπιτα. Τον καλέσαμε σε ένα εστιατόριο. Κατέφθασε. Του χαμογέλασα και του είπα «Λες και μεγάλωσες σε τρεις μέρες!» και αλήθεια το έλεγα.

Πάλι μελετούσα, στα δήθεν αδιάφορα, εκείνο το βλέμμα του που ήδη έτρεχε στα άγνωστά του. Αμήχανη σιωπή. Ο,τι συμβουλευτικό τού έλεγε ο πατέρας του τού προκαλούσε θυμό. Ξανά σιωπή. Πόνεσαν τα χέρια μου να γυρίσω το τιμόνι της συζήτησης σε άσχετα πράγματα και ανακουφίστηκα που γελάσαμε. Μεγάλη υπόθεση το γέλιο. Και το ένα γέλιο έφερνε το άλλο, λες και κλωτσούσαμε το «γεια σου». Μα κάποια στιγμή το γεύμα τελείωσε. Βγήκαμε έξω και περπατήσαμε προς το ποδήλατο του. Στη διαδρομή όσο προλάβαινα τον άγγιζα, τον χάιδευα. Και όσο ξεκλείδωνε το ποδήλατο, πέρασε αυτόματα μια σκηνή μπροστά στα μάτια μου, σαν τρέιλερ ταινίας.

Ηταν στην Τήνο και ο πατέρας του είχε φέρει δώρο το πρώτο του ποδήλατο χωρίς βοηθητικές ρόδες. Σταθήκαμε κοντά του και αρχίσαμε βλακωδώς να του λέμε τι να κάνει. Ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. «Κοίτα να βάλεις κάτω τα πόδια να σταματήσεις αν δεις ότι…». Κάτι χαζά! Συμβουλευτικά της πλάκας! Μα εκείνος ανέβηκε και φρουπππππ… Με τόση ευκολία! Κατ’ ευθείαν! Εκανε ποδήλατο με τη φόρα της ορμής του. Τόσο απλό που του ήταν! Αυτή η σκηνή «πέρασε» μπροστά μου ενώ τον παρατηρούσα να ξεκλειδώνει την αλυσίδα του, μετά άνοιξε μια θήκη και έβαλε την αλυσίδα και εγώ παρατηρούσα τα χέρια του με τόσο προσήλωση, όλα του τα μελετούσα, να ρουφήξω το κάθε τι, λες και είχε τεράστια αξία.

Μετά, ανέβηκε και με πλησίασε ποδηλατικώς και κοιτάζοντάς με διερευνητικά και γλυκοπόνηρα, μου είπε: «Μην κλάψεις» κι εγώ «Θα το προσπαθήσω». Αρχισε να μελετάει το πρόσωπό μου, ο άτιμος, κι εγώ στραγγάλιζα τη συγκίνηση και πονούσε ο λαιμός μου και αρχίσαμε το γέλιο… Και κατέβασα τα σωτήρια γυαλιά μου να κρυφτώ, αλλά «Αϊ στην ευχή, ηλίθιο, που δεν θα κλάψω! Παράτα με!», του είπα και εκείνος έδειξε κατανόηση. Και μετά αγκαλιάστηκε και με τον πατέρα του. Εστριψε το ποδήλατο, ανασήκωσε το χέρι σε χαιρετισμό και έφυγε. Και τον βλέπαμε να μακραίνει, να μακραίνει, να μακραίνει με τη φόρα της ορμής του, ώσπου χάθηκε. Ετσι αποχαιρετιστήκαμε.

«Πήγατε να τον τακτοποιήσετε;», «Οχι, πήγαμε για να μη χάσουμε τη στιγμή. Τα παιδιά τακτοποιούνται μόνα τους. Τέτοιες στιγμές όμως; Πώς μπορείς να τις χάσεις;». Ιερές, πυκνές, κόμπος κόμπος που ξελύνεται… Υγιώς απελευθερωτικές και για τα δυο μέρη. Ενα νέο κεφάλαιο ζωής και για τον γονιό…Γονείς σε ποδήλατα χωρίς βοηθητικές ρόδες… Ζωή ζωένια.

ΥΓ. Πόσο ευεργετικά για την εθνική τους οικονομία εκμεταλλεύτηκε η Ολλανδία (και η Κύπρος) το Brexit! «Και τα ελληνικά Πανεπιστήμια;» θα με ρωτήσετε δηκτικά. Μακάρι να ήταν προσκύνημα Παιδείας όλου του κόσμου, σε μια χώρα που ιστορικά το δικαιούνταν να είναι. Αλλά… Αλλά… Κατορθώσαμε την πιο ακριβή δωρεάν Παιδεία. Κι ας λέμε ό,τι λέμε.