653
Οι οκτώ καγκελάριοι που έχουν κυβερνήσει τη Γερμανία από το 1949. Κ. Αντενάουερ, Λ. Έρχαρτ, Κ.-Γκ. Κίζινγκερ, Β. Μπραντ, Χ. Σμιτ, Χ. Κολ, Γκ. Σρέντερ, Αν. Μέρκελ | EPA/JENS BUETTNER

Οκτώ γερμανοί καγκελάριοι, 55 ελληνικές κυβερνήσεις

Αγγελος Κωβαίος Αγγελος Κωβαίος 17 Ιανουαρίου 2021, 20:28
Οι οκτώ καγκελάριοι που έχουν κυβερνήσει τη Γερμανία από το 1949. Κ. Αντενάουερ, Λ. Έρχαρτ, Κ.-Γκ. Κίζινγκερ, Β. Μπραντ, Χ. Σμιτ, Χ. Κολ, Γκ. Σρέντερ, Αν. Μέρκελ
|EPA/JENS BUETTNER

Οκτώ γερμανοί καγκελάριοι, 55 ελληνικές κυβερνήσεις

Αγγελος Κωβαίος Αγγελος Κωβαίος 17 Ιανουαρίου 2021, 20:28

Με αφορμή την ανάδειξη του Αρμιν Λάσετ στην ηγεσία του CDU ξεκινά ημιεπισήμως η αντίστροφη μέτρηση προς τη λήξη της θητείας της Ανγκελα Μέρκελ.

Η εξέλιξη είναι αφορμή για μερικές διαπιστώσεις και μερικές συγκρίσεις, όχι όμως ακόμη για απολογισμούς, οι οποίοι θα γίνουν μετά τις γερμανικές εκλογές του ερχόμενου φθινοπώρου.

Η Μέρκελ θα συμπληρώνει τότε 16 χρόνια στην καγκελαρία, όσα και ο Χέλμουτ Κολ (1982-1998) και δύο περισσότερα από τον Κόνραντ Αντενάουερ (1949-1963).

Διαπιστώνει κανείς ανατρέχοντας στο παρελθόν, ότι στη Γερμανία έχουν κυβερνήσει τα τελευταία 72 χρόνια μόλις οκτώ καγκελάριοι: Κόνραντ Αντενάουερ (CDU), Λούντβιχ Έρχαρτ (CDU), Κουρτ-Γκέοργκ Κίζινγκερ (CDU), Βίλι Μπραντ (SPD), Χέλμουτ Σμιτ (SPD), Χέλμουτ Κολ (CDU), Γκέρχαρντ Σρέντερ (SPD), Ανγκελα Μέρκελ (CDU). Κατά μέσο όρο δηλαδή, η θητεία του καθενός είναι εννέα χρόνια. Πρόωρες εκλογές έχουν γίνει στη Γερμανία μόλις τρεις φορές, ενώ το 1966 έγινε κυβερνητική αλλαγή στη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου, δίχως εκλογές.

Η πρωτοφανής αυτή κυβερνητική και θεσμική σταθερότητα, έπειτα από τις θλιβερές εμπειρίες των μεσοπολεμικών ετών και το τραύμα του ναζισμού, υπήρξε προϋπόθεση αλλά και καθοριστική παράμετρος για την γερμανική ανάπτυξη, από τα μέσα του 20ου αιώνα κι έπειτα.

Θα όφειλε κανείς να προσέξει το παράδειγμα. Και να κάνει κάποιες μοιραίες συγκρίσεις με τα δικά μας πολιτικά δεδομένα.

Μόνο στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, από το 1974 κι έπειτα, στην καρέκλα του Πρωθυπουργού έχουν καθήσει 15 άνθρωποι, και συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιακών Πρωθυπουργών έχουν γίνει 17 κυβερνητικές εναλλαγές: Κωνσταντίνος Καραμανλής, Γεώργιος Ράλλης, Ανδρέας Παπανδρέου, Τζαννής Τζανετάκης, Ιωάννης Γρίβας, Ξενοφών Ζολώτας, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Κώστας Σημίτης, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου, Λουκάς Παπαδήμος, Παναγιώτης Πικραμμένος, Αντώνης Σαμαράς, Αλέξης Τσίπρας, Βασιλική Θάνου, Κυριάκος Μητσοτάκης.

Η μέση διάρκεια θητείας είναι τα 2,7 χρόνια και μόνο σε μία περίπτωση εξαντλήθηκε η θητεία μίας εκλεγμένης κυβέρνησης δίχως πρόωρες εκλογές (Πρωθυπουργία Σημίτη 1996-2004).

Στη δε Β’ Βασιλευομένη Δημοκρατία και συμπεριλαμβανομένης της περιόδου της στρατιωτικής δικτατορίας, έγιναν συνολικά 38 εναλλαγές στην θέση του πρωθυπουργού σε διάστημα 30 ετών. Μέσος όρος θητείας λιγότερο από ένας χρόνος… Σύνολο μεταπολεμικών κυβερνήσεων: 55. (Θα πει κάποιος, ανάλογα χάλια έχει και η ιταλική πολιτική ζωή. Μπορεί και χειρότερα, όμως στη Ιταλία υπάρχει μία πολύ διαφορετική διάρθρωση που διασφαλίζει μία συνέχεια του κράτους, η τοπική αυτοδιοίκηση έχει ενισχυμένες εκτελεστικές αρμοδιότητες, υπάρχει μία πολύ διαφορετική επιχειρηματική τάξη και, ας μην το ξεχνάμε, η Μαφία. Ολα αυτά για χρόνια διασφάλισαν την αναπτυξιακή μεταπολεμική πορεία της Ιταλίας, παρά την χρόνια πολιτική της αστάθεια).

Καταλαβαίνει κανείς από αυτήν την επιφανειακή μεν, αλλά όχι άσκοπη παρατήρηση, ότι η ολοκλήρωση του κυβερνητικού έργου, η προώθηση εκσυγχρονιστικών πολιτικών, η προσπάθεια να συμβαδίσει η Ελλάδα με το διεθνές περιβάλλον μεταπολεμικά, ήταν πάντα μία τεράστια περιπέτεια. Υπό μία έννοια, με αυτά τα δεδομένα είναι θαύμα ότι χώρα βρίσκεται σήμερα εκεί που βρίσκεται και έχει σημειώσει την πρόοδο που έχει σημειώσει.

Συνάντηση των Χέλμουτ Κολ – Ανδρέα Παπανδρέου, παρουσία των ΥΠΕΞ Παπούλια και Κίνκελ, στην Εσση, το 1994. Τον Κολ διαδέχθηκαν δύο καγκελάριοι, τον Παπανδρέου… επτά εκλεγμένοι πρωθυπουργοί και δύο υπηρεσιακοί (ΑΠΕ/EU Summit)

Κάτω από αυτό το πρίσμα και παρόλη την θεσμική της ανθεκτικότητα στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η Ελλάδα εξακολουθεί όμως να κατατρύχεται από μία μεγάλη και διαρκώς εμφανιζόμενη παθογένεια: τις πρόωρες εκλογές.

Σχετική συζήτηση εξελίσσεται και πάλι και ασχέτως του ποια είναι η πρόθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη και αν θα αποφασίσει κάτι τέτοιο, είναι προφανές ότι στην Ελλάδα κυριαρχεί μία παράξενη αντίληψη. Η ολοκλήρωση μίας κυβερνητικής θητείας είναι το παράδοξο και όχι το αυτονόητο. Ο τακτικισμός, η προσωπική στρατηγική και επιδίωξη, είναι συνήθως πάνω από το καλό της χώρας και εν τέλει την αποστολή της εκάστοτε κυβέρνησης.

Θα το ξεπεράσουμε ποτέ αυτό το σύνδρομο; Δεν είναι απίθανο, αλλά φαίνεται πως δεν είναι και εύκολο. Ενα βήμα έχει γίνει ήδη με την πρόσφατη συνταγματική αναθεώρηση και την αποσύνδεση της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από την διάλυση της Βουλής. Τα επόμενα βήματα εξαρτώνται εν πολλοίς από το ίδιο το πολιτικό προσωπικό. Τις πρόωρες εκλογές δεν μπορεί κανείς να τις απαγορεύσει. Ομως είναι ένα «χόμπι» που στην ιστορική του διάσταση έχει εξελιχθεί σε «εθνική κακή συνήθεια».