Κάποια από τα νέα παιδιά που χάσαμε στα Τέμπη. Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος; | Social media/ CreativeProtagon
Απόψεις

Οι φωτογραφίες τους: Πού έδυσε το κάλλος;

Με την τραγωδία των Τεμπών το διαδίκτυο πλημμύρισε φωτογραφίες τους… Τι όμορφη γενιά! Τι σοκαριστικά όμορφη γενιά! Πόσο γνωρίζουν να φωτογραφίζονται! Μάτια γλυκά. Βλέμματα τρυφερά. Καθαρά, ήσυχα ανήσυχα. Λες και έπρεπε να αφήσουν το πιο ωραίο τους αποτύπωμα για να τονίσουν ακόμα περισσότερο το αδίστακτο θράσος ενός ανέντιμα παράφρονος φευγιού
Ρέα Βιτάλη

Ο τρόμος και ο φόβος των χρόνων της παιδικής μου ηλικίας ήταν η Μαλακάσα. Περνάω απροβλημάτιστα τώρα πια με το αυτοκίνητό μου, διασχίζοντας μια από τις τέσσερις λωρίδες ενός σπουδαίου ευρωπαϊκού δικτύου, που σε τίποτα δεν θυμίζει την τότε Εθνική Οδό, και αμφιβάλλω αν μπορώ να γίνω πιστευτή στους σύγχρονους. Δεν ξέρω τι σόι κατάρα εξοφλούσε η εν λόγω περιοχή, αλλά σε κάθε μαζική έξοδο των πολιτών, την επομένη, οι εφημερίδες έγραφαν με πηχυαίους τίτλους: «Στη Μαλακάσα η άσφαλτος βάφτηκε κόκκινη», «Και πάλι η έξοδος βάφτηκε με αίμα».

Εκείνο όμως που εξίσου τρόμαζε το παιδικό μυαλό μου ήταν οι φωτογραφίες που συνόδευαν το ολοσέλιδο ρεπορτάζ. Οι φωτογραφικές μηχανές, τότε, ήταν προνόμιο λίγων. Μας είχε φέρει ο πατέρας μου μια Minolta από την Ιαπωνία και την καμαρώναμε ως θησαυρό. Οι άνθρωποι στέκονταν αμήχανοι στον φακό. Στρατιωτάκια στη σειρά ή κατέφευγαν σε κοινοτοπίες. Αν, για παράδειγμα, ήταν κάποιος επιχειρηματίας, φωτογραφιζόταν καθήμενος στο γραφείο του και με το ακουστικό του τηλεφώνου στο αφτί του… Οτι, δήθεν, μιλάει. (Και το τηλέφωνο ήταν σπάνιο).

Θυμάμαι τις προτροπές της μάνας μου στις εκδρομές μας, για να προσδώσει μια χαριτωμενιά στο όλον: «Κάντε ότι γελάτε», «Κάντε ότι κοιτάτε προς τα κάπου» μας καθοδηγούσε…

Οι μόνες φωτογραφίες που διέθεταν οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν του γάμου τους. Κι αυτές παρέδιδαν στις εφημερίδες οι συγγενείς. Ενα ζευγάρι ασπρόμαυρο, με νυφικά και λαμπάδες από στιγμή χαράς ως αναγγελία του θανάτου τους. Μπορεί, μάλιστα, να τους χώριζαν χρόνια από τη «στιγμή» τους αλλά δεν υπήρχε κι άλλη.

Αυτή η θύμηση με ακολουθεί μεταφέροντάς μου διαχρονικά μια βαθιά μελαγχολία για τον γάμο. Μα η σχέση των ανθρώπων με τη φωτογραφία άλλαξε τόσο πολύ στα χρόνια. Η αποτύπωση της κάθε στιγμής μας, και πιο πολύ από αυτό, η φωτογράφιση του ίδιου του εαυτού μας είναι συνεχής. Το κινητό, προέκταση των χεριών μας. Με την τραγωδία των Τεμπών, το διαδίκτυο πλημμύρισε φωτογραφίες τους…

Φωτογραφίες νέων ανθρώπων. Τι όμορφη γενιά! Τι σοκαριστικά όμορφη γενιά! Πόσο γνωρίζουν να φωτογραφίζονται! Μάτια γλυκά. Βλέμματα τρυφερά. Καθαρά, ήσυχα ανήσυχα. Λες και έπρεπε να αφήσουν το πιο ωραίο τους αποτύπωμα για να τονίσουν ακόμα περισσότερο το αδίστακτο θράσος ενός ανέντιμα παράφρονος φευγιού.

Είναι ρατσιστικός όρος η «ομορφιά»; Μπορεί και να είναι. Δεν σκοτώθηκαν μόνο νέοι. Αλλά, βλέπεις, για ετούτους ο θάνατος μάς μοιάζει ακόμα πιο άσπλαχνος, πιο απαρηγόρητος. Τους κοιτάζω, τις κοιτάζω και αυθόρμητα ανεβαίνει μέσα μου ψαλμός: Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος;

ΥΓ. Δεν έχει καλύτερη παρηγοριά ο θάνατος από τις φωτογραφίες.