Protagon A περίοδος

Ο πληθυντικός της υποκρισίας

Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι όλοι αυτοί οι μειωτικοί, προσβλητικοί και ενίοτε και υβριστικοί χαρακτηρισμοί, που εκστομίζονται προς πάσα κατεύθυνση, εντάσσονται σε διατυπώσεις πληθυντικού ευγενείας. 

protagon.import

Οι διάλογοι από την προανακριτική -που παρελαύνουν, κάθε βράδυ, σε καρτέλες στα δελτία ειδήσεων- ίσως είναι το θέμα που τραβάει περισσότερο τον τηλεθεατή. Λίγο η φωνή του δημοσιογράφου που, για μερικά δεύτερα, βγάζει το θεατρικό του ταλέντο υποδυόμενος κάποιον -εκτός εαυτού- βουλευτή να φωνάζει «είστε νούμερο, είστε νούμερο», λίγο η μουσική που ντύνει το βίντεο, λίγο οι καυστικοί σχολιασμοί και το σίριαλ είναι έτοιμο. Και τζάμπα και ελληνικό και με θέμα την κρίση. Εδώ όμως είναι από τις φορές που επιβεβαιώνεται η ρήση πως η τέχνη μιμείται τη ζωή. Δεν σκαρφίστηκε σεναριογράφος τη στιχομυθία «είστε ένα τίποτα» – «Όχι! Εσείς είστε ένα μεγάλο τίποτα», δεν είναι σκηνή από θεατρική επιθεώρηση που παριστά βουλευτή να χτυπά μαινόμενος το χέρι του επί του εδράνου και εν συνεχεία να διακομίζεται στο νοσοκομείο, δεν πρόκειται για μύθο κάποιας αρχαίας τραγωδίας όπου οι ήρωες κατηγορούν ο ένας τον άλλον για την καταγωγή του από επονείδιστο γένος. Όλα αυτά διαδραματίζονται σε κάποια αίθουσα στο ναό της Δημοκρατίας, την ελληνική Βουλή.

Αυτό όμως που προκαλεί εντύπωση είναι ότι όλοι αυτοί οι μειωτικοί, προσβλητικοί και ενίοτε και υβριστικοί χαρακτηρισμοί, που εκστομίζονται προς πάσα κατεύθυνση, εντάσσονται σε διατυπώσεις πληθυντικού ευγενείας. «Είστε συκοφάντης», «είστε γελοίος», «είστε ικανός για όλα» και άλλα πολλά λογύδρια που ντύνονται τον β΄ πληθυντικό. Σαν να είναι ο πληθυντικός αριθμός το φύλλο συκής που καλύπτει το οργίλο ύφος, σαν να είναι η γραμματική και το συντακτικό μια μάσκα που κρύβει το καυγά και τον εμφανίζει ως κοινοβουλευτικό έλεγχο, ως έργο της προανακριτικής επιτροπής. Ο πληθυντικός ευγενείας είναι ένας τύπος που επιθυμεί να δείξει ευγένεια και να δηλώσει σεβασμό προς τον συνομιλητή. Ύβρις σε πληθυντικό αριθμό, μάλλον ως επινόημα της comedia dell’ arte μπορεί να θεωρηθεί, παρά ως λόγος αρμόζων -φορμαλιστικός και σοβαρός- εντός Κοινοβουλίου. Ο πληθυντικός αριθμός στις συνεδριάσεις της προανακριτικής είναι προφανώς μια κοινή συναινέσει υποκρισία, γλωσσικής αυτή τη φορά διαστάσεως.

Ο πληθυντικός υποκρισίας ουδεμία σχέση έχει με συζήτηση καφενείου. Στο καφενείο μπορεί να φουντώνει ο διάλογος, μπορεί να ακούγεται και μια κουβέντα παραπάνω -στα μεσογειακά καφενεία ίσως και περισσότερες- αλλά είναι πάνω στην άψη της στιγμής. Δεν δίνεται αγώνας ευτελισμού για να σχολιαστούν τα καλύτερα στιγμιότυπα στον τηλεκριτικό εσπερινό. Ο ενικός του καφενείου, ο ενικός της οικειότητας, είναι προτιμότερος από τη συστηματική προσπάθεια απαξίωσης των συνομιλητών με φτιασιδωμένα λόγια και περισπούδαστο ύφος. Τύποι, πρωτόκολλα και κανόνες συμπεριφοράς δεν είναι παρά σύμβολα που απλά νοηματοδοτούν ένα υπαρκτό απόθεμα ευγένειας. Δεν υπάρχουν ευγενικές γραμματικές, παρά μόνον ευγενικοί άνθρωποι.

Πολλοί είναι που θα σκεφτούν «μα, για συντακτικά θα μιλούμε εν μέσω κρίσης;». Η αλήθεια είναι ότι, όσο και αν πλήττεται η αισθητική της γλώσσας μας, η έκπτωση στην ποιότητα του λόγου έχει χειροπιαστές παρενέργειες στην ορθή διακυβέρνηση μιας πολιτείας. Ο σπουδαίος Γερμανός φιλόσοφος, Jurgen Habermas, διδάσκει για τη λειτουργία του λόγου στη δημόσια σφαίρα πως είναι παράγοντας Δημοκρατίας. Σκοπός μιας Δημοκρατίας είναι η εξεύρεση λύσεων σε συλλογικό επίπεδο και η διυποκειμενική συνεννόηση αναγκαίος όρος για την επιλογή των ευθετότερων μέσων. Ο Habermas, θεμελιώνοντας τη Θεωρία της Επικοινωνιακής Δράσης, περιγράφει την «ιδεατή κατάσταση διαλόγου» στην οποία πρέπει να προσβλέπουν όλοι οι ασχολούμενοι με τα κοινά. Παράμετροι γόνιμης επικοινωνίας είναι και ο ένας συνομιλητής να αναγνωρίζει στον άλλο τη βασική κοινωνική ισότητα, τη δυνατότητα να εκφραστεί ελεύθερα, η αποδέσμευση από προκαταλήψεις κ.λπ. Πολιτικά και κοινωνικά consensus, αναγκαία σε μια Δημοκρατία, είναι αδύνατον να υπάρξουν χωρίς αμοιβαίο σεβασμό ανάμεσα στους συνομιλητές. Όσο απομακρυνόμαστε από την ιδεατή κατάσταση διαλόγου, τόσο περισσότερο υπονομεύονται οι κοινοί στόχοι.

Με άλλα λόγια, αυτά τα φραγκολεβαντίνικα έθιμα για τυπικότητες και ευγένειες διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στην ορθή διαχείριση των προβλημάτων. Θέτουν το ελάχιστο πλαίσιο κανόνων επικοινωνίας για έναν αποδοτικό διάλογο. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φιλόσοφος, του διαμετρήματος του Habermas, για να καταλάβει πως αν δύο άνθρωποι βρίζονται από το πρωί έως το βράδυ μάλλον θα αποτύχουν να φέρουν σε πέρας την κοινή αποστολή τους. Στην Ελλάδα οι δονκιχωτικές αξιώσεις για κατάσταση ιδανικού διαλόγου χάθηκαν όταν βουλευτές και δήμαρχοι άρχισαν να «επιχειρηματολογούν» με χαστούκια.

Η προανακριτική επιτροπή ωστόσο δεν έχει το σισύφειο έργο της εξεύρεσης σημείων πολιτικής συνάντησης, αλλά ενεργεί κατά κάποιο τρόπο ως δικαστικό όργανο, διερευνώντας ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες του πρώην υπουργού Οικονομικών. Το αίσθημα ευθύνης των βουλευτών θα απαιτούσε ένα minimum αυτοσυγκράτησης των πληθωρικών τους προσωπικοτήτων προκειμένου να ασκηθεί ευδοκίμως η αρμοδιότητα της Βουλής. Φανταστείτε να ακούγονταν παρόμοιες αντεγκλήσεις ανάμεσα σε έναν εισαγγελέα και έναν ανακριτή. Ακόμα και αν έφερναν σε πέρας την αποστολή τους, θα είχαν τρώσει ανεπανόρθωτα το κύρος της Δικαιοσύνης. Αυτό απειλείται και εδώ. Σε όποιο αποτέλεσμα κι αν καταλήξει η προανακριτική, υπάρχει ο κίνδυνος να απαξιωθεί το αποτέλεσμα εν όψει της διαδικασίας. Οι επιπόλαιες και αυτάρεσκες αντιπαραθέσεις δοκιμάζουν επικίνδυνα την εναπομείνασα πίστη στους θεσμούς.

Σκόπιμα παρέλειψα να αναφερθώ στο μερίδιο ευθύνης ενός εκάστου στην παραγωγή της γενικής λυπηρής  εικόνας. Οι προκλήσεις δεν αποτελούν δικαιολογία για να παραμερίζεται το υπέρτερο χρέος και καθήκον. Εκτός από τους πληθυντικούς ευγενείας υπάρχει και η σιωπή της απαξίωσης σαν δέουσα απάντηση.

*Ο Μιχάλης Ροδόπουλος είναι δικηγόρος, ΜΔΕ Αστικού Δικαίου, ΜΔΕ Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Δικαίου, υπ. ΔΝ στη Νομική Αθηνών.

Exit mobile version