1078
|

Η Ρόζα και ο κουβάς με το γιαούρτι

protagon.import 6 Ιουλίου 2014, 00:23

Η Ρόζα και ο κουβάς με το γιαούρτι

protagon.import 6 Ιουλίου 2014, 00:23

Η Ρόζα Δελλατόλα είχε ανέβει στο κατάστρωμα για να δει το αγαπημένο της σημείο στο ταξίδι, το στενό ανάμεσα στην Άνδρο και την Τήνο, μισό μίλι απόσταση. Κατόπιν το βαπόρι θα έπλεε παράλληλα με το νησί της, την Τήνο. Θα χάζευε τα χωριά που ξεχωρίζουν αστραφτερά και πάλλευκα στον ορεινό όγκο.

Τα Υστέρνια και η Καρδιανή φαίνονται από μακριά ενώ παλιά δεν ξεχώριζαν στο τοπίο. Η Ρόζα γέλασε μόνη της ενθυμούμενη πώς έμαθε ότι τα σπίτια στις Κυκλάδες δεν ήταν πάντοτε άσπρα. Την άνοιξη είχε δει την αδελφή Ανιές να ασπρίζει στη Σχολή Ουρσουλινών. Η Ρόζα είναι η μοναδική μαθήτρια, οικότροφος στο αχανές μοναστήρι που χτίστηκε στο χωριό Λουτρά το 1862.

– Μόνο άσπρη μπογιά θα βάλετε; ρώτησε η Ρόζα την αδελφή Ανιές η οποία έχει ύψος δυο μέτρα και δυο εκατοστά.
– Δεν είναι μπογιά. Η πέτρα δεν αντέχει την μπογιά, θέλει φυσικό υλικό.
– Α, κατάλαβα, απάντησε η Ρόζα. 

Μόνο τα σαββατοκύριακα η Ρόζα πήγαινε στο σπίτι της, που ήταν ακριβώς δίπλα στη Σχολή. Αυτή ήταν η συμφωνία, να διαμένει στο οικοτροφείο, διαφορετικά το Βατικανό θα έδινε εντολή να κλείσει η Σχολή. Οι μοναχές έψαχναν μάταια για άλλες μαθήτριες. Εκείνο το Σάββατο λοιπόν η Ρόζα άνοιξε το ψυγείο και βρήκε κάμποσα γιαούρτια. Κατάλαβε αμέσως ότι προορίζονταν για το άσπρισμα του σπιτιού. Αυτό ήταν το φυσικό υλικό της αδελφής Ανιές.   

Πήρε έναν κουβά, άδειασε μέσα τα γιαούρτια, πήρε ένα πινέλο και πήγε στην πρόσοψη του σπιτιού τους. Ήταν διακοσίων χρονών, διώροφο, πέτρινο. Στο κατώι παλιά αποθήκευαν τα τρόφιμα και τα εργαλεία. Είχε χώρο για το γαϊδούρι και μάλιστα διατηρήθηκαν οι ταΐστρες του. Το οίκημα έχει  αναπαλαιωθεί και εξυπηρετεί σύγχρονες ανάγκες δηλαδή η κέλα του τετράποδου έχει γίνει υπνοδωμάτιο για φιλοξενούμενους. Επάνω ζει η οικογένεια Δελλατόλα, στην ψηλοτάβανη σάλα και τα μικρά δωμάτια. Οι κάμαρες για τον ύπνο χωρούν ίσα ίσα το κρεβάτι.

Καθώς άσπριζε η Ρόζα είχε δει, με την άκρη του ματιού, τη μαμά της να πλησιάζει. Είχε το αγέρωχο βήμα της γυναίκας που κάνει κάθε μέρα γιόγκα και υπερασπίζεται με μανία την υγιεινή διατροφή. Επέμενε δηλαδή ότι η μερέντα έχει ίδια γεύση με μίγμα από ταχίνι και πετιμέζι. Η Ρόζα συνέχισε να απλώνει το γιαούρτι στον τοίχο.

Η μαμά της, η Καρμέλα Μπον όπως ονομάζεται, έσκυψε πάνω από τον κουβά και ρώτησε: «Πού βρήκες τον ασβέστη;». Το γιαούρτι έχει ασβέστιο άρα ο ασβέστης φτιάχνεται από γιαούρτι. Απλό. Η Ρόζα απάντησε με χαρά: «Στο ψυγείο». Κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά επειδή η Καρμέλα κοκκίνισε κι άρχισε να παίρνει βαθιές αναπνοές με κλειστά μάτια. Αυτό έκανε όταν θύμωνε. Είπε μέσα από τα δόντια της: «Με το γιαούρτι ήθελα να φτιάξω τζατζίκι, για το πανηγύρι στην Παναγία Καλαμάν».   

Το πανηγύρι της Παναγίας Καλαμάν γίνεται την Πέμπτη του Πάσχα. Το ξωκλήσι βρίσκεται έξω από τη Βωλάξ, δηλαδή στην περιοχή της Τήνου που μοιάζει με σεληνιακό τοπίο. Λέγεται λοιπόν ότι πριν από δυο τρεις αιώνες εκεί έγινε ένα θαύμα. Οι πιστοί είχαν πάει σε λειτουργία και ξαφνικά είδαν αλγερινούς πειρατές, με σαρίκια και σπαθιά, να πλησιάζουν από το βουνό. Άρχισαν τα άβε Μαρία και άλλες προσευχές για να σωθούν. Αίφνης είδαν να φυτρώνουν γύρω τριγύρω καλαμιές που έκρυψαν το ξωκλήσι. Οι πειρατές πλησίασαν, είδαν ότι γύρω από τις καλαμιές υπήρχε ένα πλέγμα από αγκάθια κι έφυγαν άπραγοι. Έτσι οι ντόπιοι σώθηκαν. Λίγες καλαμιές απομένουν εκεί και σήμερα.

Η Ρόζα άφησε κάτω τον κουβά και απάντησε: «τι τα θες εσύ τα πανηγύρια και την Καλαμάν αφού είσαι άθρησκη;». Πράγματι, οι γονείς της Ρόζας δεν είχαν καταλήξει αν πιστεύουν στο Θεό ούτε είχαν διαλέξει κάποιο δόγμα. Στην Τήνο ζουν πολλοί καθολικοί παρά το γεγονός ότι το νησί είναι γνωστό ως προσκύνημα της ορθοδοξίας. Το σίγουρο είναι ότι όσοι ζουν στο νησί, δύσκολα ξεφεύγουν από τις παραδόσεις καθώς γίνονται συνέχεια γιορτές και πανηγύρια που σχετίζονται με τους αγίους. Είναι μια ευκαιρία να συναντιούνται οι άνθρωποι. Η Καρμέλα Μπον βοηθούσε όπως μπορούσε στα πανηγύρια, συνήθως με τη μαγειρική της_ έφτιαχνε φασολάκια με κράνα, ρολά σπανακιού με σος λεμόνι και τέτοια. Στο τζατζίκι ετοιμαζόταν να βάλει πιπερόριζα…

Η Ρόζα έφυγε τρέχοντας προς τη Σχολή. Άνοιξε την κεντρική πόρτα με το λαμάκι της. Το λαμάκι είναι ένα εργαλείο με το οποίο ο κλειδαράδες και οι διαρρήκτες ξεκλειδώνουν την κάθε πόρτα. Η Ρόζα μπορούσε να μπει οπουδήποτε χωρίς να χτυπήσει ρόπτρο. Την έμαθε να ξεκλειδώνει η αδελφή Ανιές, η οποία έχει αναλάβει την εκπαίδευση της μικρής μαθήτριας σε πρακτικά ζητήματα: πώς να περιποιείται πληγές, πώς να αρμέγει κατσίκα, πώς να φτιάχνει ψωμί, πώς να επισκευάζει τρύπια παπούτσια.

Η Ρόζα πήγε απευθείας στη βιβλιοθήκη και άρχισε να διαβάζει τα πάντα για το ασβέστωμα. Έμαθε λοιπόν ότι τα χρόνια που υπήρχαν πειρατές τα χωριά δεν φαίνονταν. Τα σπίτια ήταν χτισμένα με πέτρα και λάσπη χωρίς σοβά οπότε δεν ξεχώριζαν από τους βράχους και το χώμα της περιοχής τους. Έτσι γλίτωναν τις επιδρομές.

Οι πειρατές σταμάτησαν τις λεηλασίες στην Τήνο από τη στιγμή που το νησί παραδόθηκε στους Τούρκους, το 1715. Καθώς εξέλιπε ο κίνδυνος, κάποιοι κάτοικοι άρχισαν να βάφουν εξωτερικά τα σπίτια τους. Στη Χώρα οι νεοκλασικές κατοικίες χρωματίζονταν σε αποχρώσεις κεραμιδί, ώχρα, γκρι. Ο ασβέστης ήρθε αργότερα και τα έκανε όλα άσπρα κάτασπρα το 1938. Ο δικτάτορας της εποχής εκείνης, ο Ιωάννης Μεταξάς, διέταξε να ασβεστωθούν τα σπίτια για προστασία, για να μην εξαπλωθεί κάποια επιδημία χολέρας. Ο ασβέστης λοιπόν ήταν απολυμαντικό και όχι μπογιά. Από τότε έμεινε η συνήθεια να ασβεστώνουν τις πλάκες στα καλντερίμια για να σκοτώνονται τα μικρόβια και τα δέντρα χαμηλά στον κορμό τους για να πεθαίνουν τα έντομα. Τα ζουζούνια πάντως δεν φεύγουν με τον ασβέστη.

Το 1955 η βασίλισσα Φρειδερίκη πρότεινε την εικόνα του νησιωτικού άσπρου σπιτιού με τα μπλε παράθυρα για να προσελκύσει τουρισμό. Ήταν απλά μια διαφημιστική ιδέα, για να εμφανίζεται η Ελλάδα εκτυφλωτική. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1972, όταν υπήρχε πάλι δικτατορία από στρατιωτικούς, που δεν ήταν ιδιαιτέρως έξυπνοι, στάλθηκε στα αστυνομικά τμήματα των Κυκλάδων εντολή που απαγόρευε την πολυχρωμία. Τα πάντα έπρεπε να γίνουν άσπρο με μπλε, για να θυμίζουν την ελληνική σημαία.

Αυτά σκεφτόταν η Ρόζα στο κατάστρωμα του πλοίου, την ώρα που περνούσαν από την Καρδιανή. Αν ήταν πειρατίνα θα ήξερε ακριβώς που να κατευθυνθεί για να λεηλατήσει. Τα ασπρισμένα σπίτια αστράφτουν. Προσπάθησε να δει και τις παλιές πέτρινες αγροικίες στο βουνό. Μάταια. Είναι κρυμμένες, δεμένες με το τοπίο. Αναρωτήθηκε πώς έκανε αυτό το λάθος, με το γιαούρτι. Αφού ήξερε ότι το νησί δεν είχε παράδοση στην παρασκευή γιαουρτιού. Όλο το γάλα γινόταν μικρές μπαλίτσες, γνωστές ως «τυράκι Τήνου».  

** Η ηρωίδα του διηγήματος είναι κεντρικό πρόσωπο στη σειρά παιδικών μυθιστορημάτων «Τα κατορθώματα της Ρόζας Δελλατόλα» της Λώρης Κέζα (εκδόσεις Διόπτρα). Ο πρώτος τόμος κυκλοφορεί με τίτλο «Υπόθεση Laurus».