Μιχάλης Γιαννάκος διαμαρτυρόμενος, γενικώς. Τον μισούν οι κυβερνήσεις, τον αγαπούν οι αντιπολιτεύσεις | IntimeNews/CreativeProtagon
Απόψεις

Η περίπτωση Γιαννάκου

Είπε, ξείπε, θα ξαναπεί, άντε να βγάλει κανείς άκρη τι ακριβώς ειπώθηκε και (πολύ περισσότερο) τι συμβαίνει. Μεταπηδάει από το ειδικό στο γενικό και πάλι πίσω, όπως η ακρίδα από δέντρο σε δέντρο. Τον μισούν οι κυβερνήσεις, τον αγαπούν οι αντιπολιτεύσεις, ο Γιαννάκος πάντως ποτέ δεν στερήθηκε μιας πολιτικής αγκαλιάς.
Δημήτρης Ευθυμάκης

Ο Γιαννάκος πάλι. Τη μια μέρα μίλησε για άδειες ΜΕΘ που κρατούνται καβατζωμένες για πολιτικούς και μητροπολίτες και επώνυμους, την επόμενη επανήλθε για να δηλώσει «δεν είπα εγώ ότι κρατάνε κλίνες για κάποιους». Στο ενδιάμεσο είχε γίνει πολιτικός σεισμός. Ο αιώνιος Γιαννάκος. Σήμερα λέει, αύριο ξελέει. Το πρωί πετροβολά, το βράδυ γίνεται τζαμάς και αναστηλώνει τις βιτρίνες που έσπασε. Με το ένα χέρι, γιατί με το άλλο ξαναμαζεύει τις πέτρες στην τσέπη του. 

Από το 2014 που πήρε την θέση του Κουτσιουμπέλη στην ΠΟΕΔΗΝ, ο Γιαννάκος επιπλέει συνέχεια στον αφρό της επικαιρότητας. Πρώτη φίρμα στα κανάλια, αγαπημένος των πρωινάδικων και των ρεπόρτερ υγείας που αναζητούν μια φλύαρη πηγή για το καθημερινό τους ψωμάκι, λειτουργεί δίχως τον παραμικρό συνδικαλιστικό ή πολιτικό ενδοιασμό. Του αρκεί να είναι πρώτη είδηση. 

Έγινε πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ ως προϊόν Πασοκονεοδημοκρατικής συμμαχίας, αλλά σταδιακά αυτονομήθηκε από όλους και όλα. Μετέτρεψε εαυτόν σε αυτόνομο και αυτόφωτο πολιτικό, συνδικαλιστικό και επικοινωνιακό θεσμό. Δεν έχει πλέον την ανάγκη κανενός. Η παλιότερη δήλωση του «εγώ δεν μιλώ με υπουργούς, μόνο με τον πρωθυπουργό» φωτογραφίζει την θέση στην οποίαν ο ίδιος τοποθετεί τον εαυτό του στο στερέωμα. 

Ομιλεί πάντα επί παντός του επιστητού στον τομέα της υγείας. Για τις κτιριακές υποδομές, τις ελλείψεις και καλύψεις προσωπικού, τους γιατρούς που έρχονται και τους νοσηλευτές που συνταξιοδοτούνται, τις λεπτομέρειες των έκτακτων περιστατικών, τις βλάβες και τα χιλιόμετρα των ασθενοφόρων, τις θεραπευτικές αγωγές, τα εργαστηριακά ευρήματα, τις μακροπρόθεσμες πολιτικές υγείας και τα σημερινά προβληματάκια των μαγειρείων. Δεν είναι εκπρόσωπος μιας μερίδας εργαζομένων, είναι υπερυπουργός Υγείας της χώρας. 

Φιγούρα συνδικαλιστή της δεκαετίας του ’80, διοργανώνει κάθε τρεις ημέρες, μόνος του και δίχως αποφάσεις οργάνων, πορείες πενήντα ατόμων που περνούν εγκάρσια όλο το κέντρο της Αθήνας για να καταλήξουν στο υπουργείο Υγείας. Οι κάμερες από κοντά. Δυο πλάνα στο κιτσαριό με το οποίο ντύνει τις πορείες του (ποδιές, γάντια, μπουγάδες, σύριγγες, γραφικά πανό, κλπ) και μετά οι δηλώσεις του προέδρου. Που πάντα έχουν κάτι το αποκαλυπτικό και προκλητικό. Που την επομένη θα ψιλο-αναιρεθεί. Αλλά ο αγωνιστής Γιαννάκος θα ΄ναι πάντα στην επιφάνεια. 

Σήμερα θα ανακαλύψει χολέρα στο «Έλενα» (2017), αύριο θα αναγνωρίσει ότι δεν ήταν χολέρα. Σήμερα θα καταγγείλει ότι μια νοσηλεύτρια στην Κέρκυρα παρέλυσε από το εμβόλιο (2021), αύριο θα ομολογήσει ότι το έκανε για να πάρει αποζημίωση η φτωχή εργαζόμενη. Σήμερα θα χτίσει την πύλη του Δρομοκαΐτειου (2013) για να προκαλέσει την οργή του υπουργού Γεωργιάδη και να εισπράξει τα εύσημα του ΣΥΡΙΖΑ, αύριο θα χτίσει την πύλη του υπουργείου Υγείας (2016) για να εισπράξει την οργή του Πολάκη και τα εύσημα του Γεωργιάδη.

Σήμερα το πρωί θα είναι εναντίον του υποχρεωτικού εμβολιασμού των υγειονομικών, το μεσημέρι θα τάσσεται υπέρ του εμβολίου και το βραδάκι θα στέκεται κάπου στην μέση. Το ίδιο και με τις ΜΕΘ-VIP. Είπε, ξείπε, θα ξαναπεί, άντε να βγάλει κανείς άκρη τι ακριβώς ειπώθηκε και (πολύ περισσότερο) τι συμβαίνει. Μεταπηδάει από το ειδικό στο γενικό και πάλι πίσω, όπως η ακρίδα από δέντρο σε δέντρο. Τον μισούν οι κυβερνήσεις, τον αγαπούν οι αντιπολιτεύσεις, ο Γιαννάκος πάντως ποτέ δεν στερήθηκε μιας πολιτικής αγκαλιάς. Και το βράδυ που γυρίζει σπίτι, αυτοθαυμάζεται στον καθρέφτη.