Σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις, το 2021, στην εκπομπή «Αrtweek» στη δημόσια τηλεόραση | ERT / YouTube/ Giannis Marinitsis
Απόψεις

Η Νόνικα πίσω από τη… Νόνικα

Η Νόνικα πίσω από τη Γαληνέα, την κυρία της σκηνής, την ευγενή και χαριτωμένη μεγαλοαστή, δεν ήταν μόνον η ντίβα που έδειχνε μπροστά στα φώτα ή στον όποιο φακό. Ηταν ένα μορφωμένο, καλλιεργημένο (με όλη τη σημασία του επιθέτου) πλάσμα, φωτεινό κάθε στιγμή, που ήξερε να φέρεται, να αγαπά, να συμπαθεί, να συγχωρεί και να ζητά συγγνώμη, να δίνει σε κάθε στιγμή μια μεγαλοπρέπεια
Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης

Η Σοφία, ανήσυχη, στον καναπέ του μικρού σαλονιού. Μια Μαίρη Χρονοπούλου, τσακισμένη. Μπροστά της, μια τηλεόραση, που «αγόρασε με δόσεις». Στη μικρή οθόνη η διάσημη στη Γαλλία ηθοποιός και τραγουδίστρια Σάσα Βενέτη τραγουδά «Σ’ αγαπώ κι αγάπη αυτή με πεθαίνει» (του αξέχαστου Νίκου Μαμαγκάκη, του κυρ Νίκου, σε στίχους του σκηνοθέτη Νίκου Φώσκολου). Κι έπειτα, «Παιδί μου», αφιερωμένο, από εκεί, στα ξένα, στον γιό της.

Τον γιό της, που μπαίνει στο σαλόνι με τη μορφή του Νίκου Γαλανού, συνοδευόμενος από τον ανακριτή (Κώστα Καζάκο), ο οποίος τον έχει συλλάβει για φόνο (τον κατηγορεί ότι παράσυρε με το αυτοκίνητό του και εγκατέλειψε πρώτα τη σύζυγό του και, ένα χρόνο μετά, μία ακόμη γυναίκα) και τον έχει με χειροπέδες.

Στα αυτιά μας φτάνει η μεγάλη Φωνή της Τζένης Βάνου, που την ακολουθεί σε πλέι μπακ η Νόνικα Γαληνέα – ντίβα του γαλλικού θεάτρου Σάσα Βενέτη, αγκαλιάζοντας με τα μπράτσα της το κορμί της, σε μια αισθαντική σωματική ερμηνεία.

Αυτή η σκηνή από τη «Λεωφόρο του μίσους» (1968) δεν έχει μείνει μόνον στο παλμαρέ του ελληνικού κινηματογράφου. Δεν έχει μείνει μόνον το «Σ’ αγαπώ» του κυρ Νίκου (που, όπως μού είχε πει, το είχε γράψει μόνον για να βγάλει τα προς το ζην!) στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Έχει μείνει και η Νόνικα, με τη φωνή της Βάνου, χαραγμένη στο μυαλό πολλών από μας.

Για μένα αυτή η Νόνικα ήταν, πέρα και πίσω από την εικόνα, η Νόνικα Γαληνέα. Σε μία από τις λίγες κινηματογραφικές εμφανίσεις της. Αξιομνημόνευτη, όσο ίσως και η ατάκα «Να φάω τα κόκκαλά μου», που εκτόξευε διαρκώς στη Ρένα Βλαχοπούλου στην «Κόμησσα της Κέρκυρας» (1972). Αργότερα, για κείνη την ταινία, έλεγε: «Ζήτησε ο Αλέκος να μου δώσουν κάτι στην ταινία για να είμαστε μαζί στην Κέρκυρα στα γυρίσματα, κι ήμασταν τρελά ερωτευμένοι. Δεν μ’ ενδιέφερε τίποτε άλλο!».

Σκεφτείτε ότι ανάμεσα σε αυτές τις δύο ταινίες, το 1969, γεννήθηκε ο μεγάλος έρωτας με τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Όταν την… έσωσε και την έβγαλε από το καμαρίνι του θεάτρου Μετροπόλιταν, όπου την είχε… κλειδώσει η Νίκη Τριανταφυλλίδη. Έπαιζαν εκεί, για πρώτη φορά μαζί με τον «Αλέκο της», στα «Μεγάλα Χρόνια» του Γεωργίου Ρούσσου (για τη ζωή του Διονύσιου Σολωμού), με σκηνοθέτη τον Αλέξη Μινωτή.

Η Νόνικα ή «Μόνικα», όπως επέμενε να την φωνάζει ο πολύ καλός της φίλος και συμμαθητής τηςμ Χρήστος Δ. Λαμπράκης, πίσω από τη Νόνικα Γαληνέα, την κυρία της σκηνής, την ευγενή και χαριτωμένη μεγαλοαστή, δεν ήταν μόνον η ντίβα που έδειχνε μπροστά στα φώτα ή στον όποιο φακό.

Ηταν ένα μορφωμένο, καλλιεργημένο (με όλη τη σημασία του επιθέτου) πλάσμα, φωτεινό κάθε στιγμή, που ήξερε να φέρεται, να αγαπά, να συμπαθεί, να συγχωρεί και να ζητά συγγνώμη, να δίνει σε κάθε στιγμή μια μεγαλοπρέπεια. Είτε με την θαυμαστή αστική της ευγένεια, είτε με τα άψογα, πάντα ραμμένα επάνω της, σιρ μεζούρ φορέματά της, ακόμη και τις εντυπωσιακές ρόμπες που φορούσε όταν δεχόταν κάποιον – και δημοσιογράφο – στον προσωπικό της χώρο.

Ξεφλουδίζοντας ακόμη πιο μέσα το αστραφτερό κρεμμύδι της περσόνας Νόνικας Γαληνέα δεν πρέπει να παραλείψουμε ένα σημαντικό στοιχείο: ότι με όλα αυτά η μεγαλοαστή Νόνικα συμβίωσε θαυμαστά με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, «γνωστό δια τα αριστερά του φρονήματα», όπως είχε αποφανθεί η λογοκρισία της κυβέρνησης της ΕΡΕ, το 1961.

Τον «γόη της εποχής», που είχε δει το κινηματογραφικό του όνειρο, ως σκηνοθέτης και παραγωγός (έβαλε όλα του τα χρήματα στο εγχείρημα), ήτοι την θρυλική «κοινωνικοπολιτική» ταινία «Συνοικία το όνειρο» που εστίαζε πρώτη φορά στην «άλλη Ελλάδα», να γίνεται εφιάλτης.

Είκοσι ένα χρόνια μαζί (φωτογραφία επάνω) «γέννησαν» δύο θεατρικές αίθουσες, το Ιλίσια και το Στούντιο Ιλίσια, στην Παπαδιαμαντοπούλου 4 —«το μόνο West End της Ελλάδας», όπως το έχει θέσει ο κριτικός Γιώργος Σαμπατακάκης— αμέτρητους ρόλους και ένα από τα θρυλικότερα ζευγάρια στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Εντάξει, ήταν και η πολύ καλή της φίλη Αλίκη Βουγιουκλάκη με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ…

Θυμάμαι τη Νόνικα Γαληνέα, ντυμένη πάντα τον θρύλο της ηθοποιού (ναι, είχε καταφέρει αυτό το στοιχείο της να το κάνει θρύλο, πέρα και πάνω από τους επικριτές της), στην «Εκατομμυριούχο» του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, το 2009, στον τελευταίο της μεγάλο, αστραφτερό σαν την ίδια ρόλο.

Το συζητούσαν χρόνια «με τον Χρήστο» (Λαμπράκη) να κάνει κάτι στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και, τελικά, το βρήκαν. Σε μετάφραση – διασκευή της ίδιας (είχε κάνει το ίδιο με τουλάχιστον 17 έργα που μέτρησα) και του συναδέλφου Κοσμά Βίδου και σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη.

Για αυτό τον θρύλο της ηθοποιού, νομίζω ότι τα είχε πει όλα και καλύτερα ο συνθέτης που «έπλασε» μουσικά εκείνη την παράσταση. Ο Σταμάτης Κραουνάκης, που τής είχε γράψει και ένα τραγούδι – με παραίνεση του Ανδρέα Βουτσινά – για το έργο με το οποίο εγκαινίασε το θέατρο Ιλίσια η Νόνικα Γαληνέα, την «Ευαίσθητη ισορροπία» του Άλμπι.

Πώς το είχε πει ο Σταμάτης Κραουνάκης; «Η Νόνικα δεν έχει τα προβλήματα μιας πρωταγωνίστριας. Είναι ηθοποιός. Οι πρωταγωνίστριες έχουν προβλήματα; Ναι, έχουν. Είχαν, έχουν και θα έχουν. Είναι ταυτόσημος ο όρος με τα προβλήματα. Η Νόνικα δεν έχει. Ίσως γιατί ήταν πάντα πλούσια; Μα δεν συμπεριφέρεται σαν πλούσια… Φέρεται σαν ηθοποιός. Ίσως γιατί είχε δάσκαλο τον Κουν. Ίσως γιατί είχε άντρα τον Αλεξανδράκη. Μια πλούσια που παντρεύτηκε έναν αριστερό. Ίσως γιατί οι κόρες της μαρτυρούν ποια είναι. Θεές και τη λατρεύουν! Ηθοποιάρες επίσης».

Σημασία είχε αυτό. Ηθο-ποιός. Αυτό ήθελε, αυτό έκανε η Νόνικα. Μπρος και πίσω από την Νόνικα Γαληνέα.

Αποδείξεις; Ο μυθικός «Χορός του Θανάτου» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ, πλάι στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, με σκηνοθέτη το Μίνω Βολανάκη, στο Ιλίσια (1996).

Συγκινητική Κριστίν Μάνον, στο Αμφι-Θέατρο του αξέχαστου Σπύρου Ευαγγελάτου, με την Τριλογία του Ευγένιου Ο’ Νιλ «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα».

Ελεγε μετά για εκείνη την παράσταση, πιο ώριμη ηθοποιός μέχρι τότε: «Συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι το μόνο που είχα να κάνω ήταν να ασχοληθώ με το κείμενο. Το τελευταίο πράγμα που με απασχολούσε ήταν πώς θα τα πω. Από τη στιγμή που μάθαινα τα λόγια έλεγα ότι δεν κινδυνεύω. Αλλά δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι πόσο μακριά μπορείς να πας τους ρόλους σου. Αυτή τη διαδρομή την έκανα κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Ο προορισμός όμως δεν είναι αυτός. Το κοινό πρέπει να σε βρει έτοιμη, ώριμη».

Καθηλωτική Ιοκάστη στην Επίδαυρο, στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Γιώργου Κιμούλη, με Κορυφαίο του Χορού το Γιώργο Νταλάρα και τραγούδια του Γκόραν Μπρέγκοβιτς, σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου (2005).

Βασίλισσα στο «Παραμύθι χωρίς όνομα» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, στο Εθνικό.

Στην επέτειο των 25 ετών της στο θέατρο Ιλίσια, με δύο έργα: την «Κυρία του Μαξίμ» και την «Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας». Προτού ξαποστάσει.

Και προτού αποφανθεί: «Πιστεύω ότι κατόρθωσα να ξεπεράσω το στάδιο της αμφισβήτησης και της κριτικής και πια μπορώ να ακουμπάω σε ανθρώπους χωρίς επιφυλάξεις. Το κέρδισα αυτό, αλλά δούλεψα σκληρά. Νιώθω ότι μού αναγνωρίζεται αυτό, κάτι που δεν συνέβαινε στο παρελθόν. Νιώθω τυχερή που έχω τη χαρά της δημιουργίας».

Να θυμηθώ και κάτι που κάνει εμένα να νιώθω τυχερός. Τις μαγικές στιγμές που ο μεγάλος Βαγγέλης Παπαθανασίου την καλούσε δίπλα στο πιάνο του και εκείνη τραγουδούσε όσα τραγούδια είχε στην καρδιά της. Με μια συστολή, αλλά πάντα με τη συναίσθηση αυτού που ήταν πίσω από τη Νόνικα Γαληνέα: όχι μια πρωταγωνίστρια, αλλά μια ηθο-ποιός. Που είχε δουλέψει πολύ και σκληρά. Που είχε συναναστραφεί πολύ και πολλούς. Που είχε αγαπήσει πολύ. Που είχε κερδίσει τη θέση της, κόντρα σε όσα τής καταλόγιζε το «συνάφι». Που είχε αναπνεύσει και εκπνεύσει ευγένεια και συγχώρεση.

Γι’ αυτό και κρατάω, εδώ στο τέλος, στο κάτω κάτω της γραφής, μια φράση της από το σημείωμα για την παράσταση «Ταξίδι μεγάλης μέρας, μέσα στη νύχτα», το 1987, στο Ιλίσια (σε σκηνοθεσία Στιούαρτ Μπερτζ, που είχε υπογράψει κινηματογραφικά τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Τσάρλτον Ίστον), δίπλα στον «Αλέκο της»:

«Το μόνο διαβατήριο για την αιωνιότητα είναι η δουλειά μας».