| EPA/TATYANA ZENKOVICH
Απόψεις

Η αγωνία των ευπαθών

Το μόνο που ξέρουμε, σχεδόν μετά βεβαιότητας, είναι ότι καθολικό lockdown δεν πρόκειται να ξαναζήσουμε. Αυτό σημαίνει ότι οι ευπαθείς θα πρέπει να προστατευτούν περισσότερο από τους υπόλοιπους. Η σύνταξη ενός επιχειρησιακού και οικονομικού σχεδίου για αυτές τις ομάδες του πληθυσμού θα έπρεπε να έχει ήδη ξεκινήσει. Εκτός και αν υποχρεωθούν σε αυτοπεριορισμό, πληρώνοντας, ουσιαστικά, οι ίδιοι το κόστος της προστασίας τους
Κώστας Γιαννακίδης

Ενας άνθρωπος που ανήκει σε ευπαθή ομάδα. Σε παραγωγική ηλικία, αλλά με υποκείμενο νόσημα. Εργάζεται σε κατάστημα που πρόκειται να ανοίξει τη Δευτέρα. Μετακινείται με μέσα μαζικής μεταφοράς. Θα εργάζεται με μάσκα και γάντια σε περιβάλλον που δεν επιτρέπει τις μεγάλες συγκεντρώσεις ανθρώπων. Φοβάται να πάει στη δουλειά του. Ομως δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Ασφαλώς αντίστοιχες περιπτώσεις θα υπάρχουν και ανάμεσα σους εργαζόμενους που δεν σταμάτησαν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Υπάλληλος σε σούπερ μάρκετ. Κάθε μέρα και μία αγωνιώδης αναμέτρηση με τον φόβο. Τώρα αυτές οι περιπτώσεις πολλαπλασιάζονται. Ας υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος της υπόθεσής μας, αποφασίζει να παραμείνει σπίτι λίγο ακόμα, επιδοτούμενος με ένα πεντακοσάρικο. Επειτα από τρεις εβδομάδες θα κληθεί να αντιμετωπίσει τον φόβο και τις πιθανότητες. Ο φόβος δεν είναι μία έννοια που αναγνωρίζεται εξατομικευμένα. Αναγνωρίζεται μόνο σε επίπεδο και έκταση κοινωνίας. Ο άνθρωπός μας θα πρέπει να πάει στη δουλειά του, ακόμα και αν ανησυχεί για τη ζωή του.

Πρόβλεψη για παραμονή στο σπίτι, με παράλληλη κάλυψη τμήματος των αποδοχών του, δεν μπορεί να υπάρξει αυτήν τη στιγμή. Οχι μόνο για ταμειακούς λόγους. Πρώτα θα έπρεπε να προσδιοριστεί με επιστημονική ακρίβεια η έννοια της ευπάθειας. Και μετά, ο βαθμός της. Θα χρειαζόμασταν επιτροπές, ποταμούς πιστοποιητικών και πάει λέγοντας. Στο τέλος, φυσικά, θα υπήρχαν και παραπονούμενοι με δίκαια ή άδικα αιτήματα τα οποία θα προωθούντο προς επανεξέταση κ.λπ. Ισως, όμως, ένας μηχανισμός να είναι απαραίτητος.

Στο σπίτι, λοιπόν, παραμένουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες που έλεγε και ο Σπύρος. Και κάποιοι από τους παραγωγικούς ευπαθείς που έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν. Οι υπόλοιποι βγαίνουν έξω. Και μαζί με τον φόβο και την αγωνία τους, μεταφέρουν το μήνυμα και προς όλους τους άλλους: το πιθανότερο είναι ότι κάποια στιγμή όλοι ή οι περισσότεροι από μας, θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τον ιό, εκτός και αν το εμβόλιο έρθει με τέτοια ταχύτητα που μας εκπλήξει όλους. Βέβαια δεν γνωρίζουμε, ακόμα, πόσοι από μας έχουν μολυνθεί παραμένοντας ασυμπτωματικοί – είναι το μόνο στοιχείο που θα καθοδηγούσε με σχετική ασφάλεια τον βηματισμό μας.

Το μόνο που ξέρουμε, σχεδόν μετά βεβαιότητας, είναι ότι καθολικό lockdown δεν πρόκειται να ξαναζήσουμε. Αυτό σημαίνει ότι οι ευπαθείς θα πρέπει να προστατευτούν περισσότερο από τους υπόλοιπους. Η σύνταξη ενός επιχειρησιακού και οικονομικού σχεδίου για αυτές τις ομάδες του πληθυσμού θα έπρεπε να έχει ήδη ξεκινήσει. Εκτός και αν υποχρεωθούν σε αυτοπεριορισμό, πληρώνοντας, ουσιαστικά, οι ίδιοι το κόστος της προστασίας τους.

Το θέμα δεν αφορά μόνο αυτούς. Μας αφορά όλους. Όχι μόνο για τους προφανείς λόγους κοινωνικής αλληλεγγύης και αξιακού πλαισίου. Διότι ακόμα και όσοι τώρα διαμαρτύρονται για την οικονομική καταστροφή που συντελείται υπέρ των ευπαθών, ας αναλογιστούν πώς θα ήταν η ζωή και οι δουλειές τους ανάμεσα σε χιλιάδες νεκρούς.