| CreativeProtagon
Απόψεις

Γιατί όσοι έφυγαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα;

Μετά τον εμβολιασμό, τρία χρόνια μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης, θα βρισκόμαστε επί της ουσίας ακόμα στην γραμμή αφετηρίας, ελπίζοντας πως το σχέδιο Πισσαρίδη είναι αρκετό για το πολυπόθητο restart. Αυτό έταξε και την Παρασκευή ο Μητσοτάκης στους Eλληνες του εξωτερικού. Είναι αρκετό;
Μυρτώ Λιαλιούτη

Το brain drain εξελίχθηκε όπως η πανδημία, σε δύο κύματα. Ταιριάζει απόλυτα με τις δύο φάσεις της ελληνικής οικονομικής κρίσης, το αρχικό σοκ του 2011 και την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ, το 2015. Όλοι γνωρίζουν κάποιον που προσπάθησε να ξεφύγει, να ψάξει την τύχη του πέρα από την μαμά πατρίδα. Πολλοί τα κατάφεραν κιόλας –αποδεικνύοντας πως η χώρα και υλικό έχει και ταλέντο. 

Τίποτα απ’ αυτά βέβαια δεν είχε και πολλή σημασία. Όταν ο πολιτικός κόσμος διαπίστωσε ότι οι νέοι φεύγουν στο εξωτερικό, αντί να πάρει ουσιαστικά μέτρα επικαλέστηκε το συναίσθημα που μας κάνει όλους να γυρνάμε στο σπίτι μας στις δύσκολες στιγμές. Οι κυβερνήσεις πατούσαν στο γεγονός ότι όσοι βρήκαν στέγη στην Ευρώπη, την Αμερική ή την Ασία δεν το έκαναν από μια ξαφνική έξαρση ελληνικής εξωστρέφειας, όπως συνέβαινε το 2000. Δεν αποφάσισαν ένα ωραίο πρωί οι νέοι επιστήμονες και οι επαγγελματίες να γνωρίσουν τον κόσμο πέρα από τα στενά όρια του νοτιοανατολικού άκρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από ανάγκη μπήκαν στο αεροπλάνο, φωνάζοντας πως η χώρα που τους γέννησε όχι απλά δεν τους χωράει, δεν μπορεί καν να τους συντηρήσει. Άρα ο γυρισμός, ειδικά τις κρίσιμες ώρες, είναι μονόδρομος. Σαν εθελοντική κατάταξη.

Αυτή η ανάγκη ωστόσο που τους έστρεψε στο εξωτερικό όχι μόνο τους απέτρεπε από το να επιστρέψουν, αλλά τους έσπρωχνε ακόμα πιο μακριά, όσο η Ελλάδα βυθιζόταν στις αντιφάσεις της. Αντιφάσεις από τις οποίες δεν ξέφυγαν ούτε οι ίδιοι: οι πιο πολλοί από τους καλοβολεμένους του εξωτερικού που έκλεισαν εισιτήριο το καλοκαίρι του 2015 ψήφισαν «όχι» στο δημοψήφισμα, ζητώντας επί της ουσίας από την χώρα τους να απομονωθεί ακόμα περισσότερο. Οι υπόλοιποι, που ήταν και είναι έως σήμερα εμφανώς περισσότεροι, απλά δεν μπήκαν στον κόπο. Η Ελλάδα ήταν χαμένη υπόθεση.  

Δεν γύρισαν όταν τους είχε ανάγκη η χώρα, γύρισαν όταν την είχαν ανάγκη εκείνοι. Η πανδημία άλλαξε τα δεδομένα για πολλούς από τους εργαζομένους του εξωτερικού, που είτε έχασαν την δουλειά τους είτε βγήκαν νωρίς-νωρίς σε τηλεργασία. Την ώρα που οι χώρες της Ευρώπης μετρούσαν χιλιάδες θανάτους, στην Ελλάδα έμεναν σπίτι. Και για πρώτη φορά τα τελευταία δέκα χρόνια, κάπου αχνοφάνηκε μια αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Βρε λες; Δεν είναι κι άσχημα να πληρώνεται κανείς από το εξωτερικό, αλλά να ξυπνά κάτω από τον αττικό ήλιο. Και είναι ακόμα, παρά τα όσα μεσολάβησαν από την περασμένη άνοιξη έως σήμερα. 

Το πρώτο βήμα έγινε. Γιατί να μην γίνει και το δεύτερο; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξελέγη με την υπόσχεση αναμόρφωσης του κράτους, έτσι ώστε να βρουν λόγο να επιστρέψουν όσοι έφυγαν και –κυρίως- για να μην φύγουν περισσότεροι. Η ζωή αποδείχθηκε απρόβλεπτη. Μετά τον εμβολιασμό, τρία χρόνια μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης, θα βρισκόμαστε επί της ουσίας ακόμα στην γραμμή αφετηρίας, ελπίζοντας πως το σχέδιο Πισσαρίδη είναι αρκετό για το πολυπόθητο restart. Αυτό έταξε και την Παρασκευή ο Μητσοτάκης στους Έλληνες του εξωτερικού: επενδύσεις, θέσεις εργασίας, φορολογικά κίνητρα. 

Γιατί όσοι έφυγαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα; «Τα φορολογικά κίνητρα είναι εντάξει, αλλά το πιο σημαντικό είναι το πως θα μας αντιμετωπίζει το κράτος. Θέλουμε μια αξιοπρεπή δουλειά με εξωστρέφεια», του απάντησε ο Έκτορας Χανδακάς που μένει στην Γαλλία. Ούτε η νοσταλγία ούτε τα λεφτά είναι από μόνα τους αρκετά για να αλλάξει κανείς την ζωή του. Ίσως περισσότερο έχει να κάνει με την εμπιστοσύνη και την αυτοπεποίθηση. Όσοι αποχαιρέτησαν οικογένεια και φίλους, στο πρώτο ή στο δεύτερο κύμα, δεν δελεάζονται με απαλλαγές, όπως δεν δελεάστηκαν όταν τους πήραν στο φιλότιμο. Θέλουν εγγυήσεις πως θα τους πάρουν στα σοβαρά. Ως τότε, κανείς δεν στριμώχνεται για να επιστρέψει. Και πολύ καλά κάνει. 

Οι απογοητεύσεις ενίοτε είναι δυσβάσταχτες –να ένα ελληνικό μάθημα που διαδόθηκε παντού.