| CreativeProtagon
Απόψεις

Γιατί ο Τσίπρας κατεβαίνει ξανά στους δρόμους;

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ανακοίνωσε «μητέρα των μαχών» για ένα εργασιακό νομοσχέδιο που δεν έχει καν δοθεί σε δημόσια διαβούλευση. Ο στόχος του είναι και πάλι να καπελώσει το ΚΚΕ και το ΚΙΝΑΛ, αλλά πώς είναι σίγουρος ότι μπορεί να καταφέρει κάτι τέτοιο ιδίως εκεί όπου ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ανύπαρκτος;
Μιχάλης Μιχαήλ

Πολύ μελάνι έχει ήδη χυθεί για τον «ανένδοτο» που κήρυξαν ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ, σχετικά με τις κυβερνητικές εξαγγελίες για νέες «διευθετήσεις» στις εργασιακές σχέσεις.

Η επιλογή του κ. Τσίπρα να σπεύσει να βρυχηθεί ήδη από τη Μεγάλη Εβδομάδα για «μητέρα των μαχών» και να συγκεντρώσει γύρω του περιπτώσεις σαν τον Φωτόπουλο της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ –με λίγα λόγια όλους όσοι είχαν πολεμήσει τη μεταρρύθμιση του Τάσου Γιαννίτση– φαίνεται σε κάποιους ως υπεραντίδραση και σε άλλους ως και ακατανόητη. Αλλωστε, το «επίμαχο» νομοσχέδιο δεν ακόμα δοθεί σε δημόσια διαβούλευση ενώ, από την άλλη, ακόμα και ευρωπαϊκά ΜΜΕ παρατηρούν τη δημοσκοπική στασιμότητα του ΣΥΡΙΖΑ όσο επιμένει σε αυτή τη συγκρουσιακή σχέση με την ίδια την πραγματικότητα.

Και όμως η επιλογή του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, που ενώ συνομιλεί με τον Ολαφ Σολτς, δεν κρατιέται και κατεβαίνει στους δρόμους ενδεδυμένος τη στολή του προστάτη της εργατιάς, είναι με έναν τρόπο κατανοητή. Μπορεί να οφείλεται στην εμφανή αμηχανία του μπροστά στα δεδομένα της νέας εποχής, όμως συνιστά συνειδητή πολιτική απόφαση. Στόχος του – άλλως, πολιτικός καημός του εδώ και μήνες– είναι να συγκροτήσει το περίφημο «αντιδεξιό, αντικυβερνητικό μέτωπο», με το Κίνημα Αλλαγής, το ΚΚΕ, το ΜέΡΑ25, με κορμό φυσικά τον ΣΥΡΙΖΑ.

Σε επίπεδο επίσημων προτάσεων ο κ. Τσίπρας το έχει επιχειρήσει τρεις φορές από τον περασμένο Νοέμβριο. Την πρώτη φορά όταν πρότεινε στη Χαριλάου Τρικούπη και στον Περισσό να κατέβουν με κοινό πλαίσιο σε πορεία για τον εορτασμό του Πολυτεχνείου απέναντι στην απαγόρευση των πορειών. Τη δεύτερη όταν τους ζήτησε να συγκρουστούν με την κυβέρνηση για τα μέτρα αστυνόμευσης στα Πανεπιστήμια και την τρίτη για τον χειρισμό της πανδημίας και των συνεπειών της. Ο κ. Τσίπρας έφαγε, κατά το κοινώς λεγόμενο, «πόρτα» και στις τρεις, εισπράττοντας την άρνηση τόσο από το ΚΙΝΑΛ όσο και από το ΚΚΕ. Ομως, όπως συμβαίνει με την πραγματικότητα, όταν η πόρτα διαφωνεί μαζί μας τόσο το χειρότερο για την… πόρτα.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιμένει επιστρατεύοντας μάλιστα, μορφές παλαιού πολιτικού ακτιβισμού. Γιατί;

Μία απάντηση είναι γιατί μόνο αυτό ξέρει. Οταν δεν του βγαίνουν μέτωπα στη Βουλή ονειρεύεται νέους αγανακτισμένους, με κάθε ευκαιρία: τη μία είναι η αστυνομική βία, την άλλη το lockdown, τώρα το οκτάωρο –κι έχει ο Θεός.

Η δεύτερη απάντηση είναι ότι η τελεί υπό τον φόβο της πολιτικής απομόνωσης στην οποία θα κινδυνεύσει να περιέλθει όταν ολοκληρωθεί ο επόμενος εκλογικός κύκλος. Οταν, δηλαδή, θα έχει κατά πώς δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, αποτύχει να αμφισβητήσει την πολιτική κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη –στον οποίο, παρεμπιπτόντως, ο ίδιος παραχώρησε όλα τα «χαρτιά» για να τη διαμορφώσει– ενώ ταυτόχρονα θα έχει φορτωθεί με άλλες δύο εκλογικές ήττες και μάλιστα τη μία στο προνομιακό γήπεδο της απλής αναλογικής. Με τα σημερινά δεδομένα, η ΝΔ θα είναι πρώτο κόμμα και αντίθετη κυβερνητική πλειοψηφία, όπως υποτίθεται ότι θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ, των προοδευτικών κομμάτων δεν θα προκύπτει.

Τότε λοιπόν θα έχει να αντιμετωπίσει δύο ζητήματα, υπό ένα πρίσμα αλληλένδετα. Πρώτον, θα έχει την ανάγκη να μπορεί να ρίξει κάπου τις όποιες ευθύνες για την αποτυχία· και εκτιμά πως ένα Κίνημα Αλλαγής που θα έχει «αρνηθεί» το μέτωπο κατά του Μητσοτάκη θα είναι μια κάποια λύση ως προς αυτό, έστω και χαμηλής πολιτικής ποιότητας. Και, δεύτερον, θα έχει να δώσει τη μάχη για την ίδια του την πολιτική παρουσία –πέντε ήττες δεν μεταβολίζονται εύκολα, ούτε καν από το κομματικό χωνευτήρι της Κουμουνδούρου.

Επιμένει λοιπόν ο κ. Τσίπρας σε μια μία εκδοχή «θολού προοδευτικού μετώπου», που έχει και Πολάκη και κυβερνητισμό και αντιδεξιά ρητορική και ξεχασμένο μνημονιακό παρελθόν. Ως τώρα βέβαια απέτυχε τόσο στη Βουλή όσο και στην κοινή δράση. Τώρα θυμάται να ξανακατεβεί στους δρόμους για τους κοινωνικούς αγώνες.

Εκεί όμως είναι μια άλλη σύγκρουσή του με την πραγματικότητα. Διότι είναι απορίας άξιο πώς περιμένει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς καμία ουσιαστική επιρροή στα συνδικάτα, θα καταφέρει να καπελώσει το ΚΚΕ στη μάχη του πεζοδρομίου ή το ΚΙΝΑΛ στη μάχη του θεσμικού συνδικαλισμού.

Και τότε τι θα απομείνει στον κ. Τσίπρα; Οι αφίσες με τα ρολόγια με τις οποίες γέμισε την Αθήνα ο κατά τα άλλα οικολόγος ΣΥΡΙΖΑ και μια δικαιολογία ότι το (ξανα)προσπάθησε αλλά δεν του βγήκε…